Ειδήσεις

Τα έξι «παράδοξα» με τα στοιχεία του ελληνικού τουρισμού

Χρονιά υψηλών επιδόσεων ήταν το 2025 για τον ελληνικό τουρισμό, με τα διαθέσιμα στοιχεία αφίξεων και εισπράξεων να παραπέμπουν σε νέο ιστορικό ρεκόρ. Πίσω, όμως, από αυτή την θετική εικόνα του κλάδου, αναδύεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα, καθώς τα ποσοτικά μεγέθη δεν αποτυπώνουν πάντα με ακρίβεια την εικόνα της αγοράς.

Ως εκ τούτου, πέρυσι παρά τα ισχυρά αποτελέσματα, καταγράφηκαν και διάφορα παράδοξα στον κλάδο, με αναντιστοιχίες, εκπλήξεις και… «πλασματικά» νούμερα. Πίσω από τους αριθμούς αποκαλύπτεται η βαρύτητα που αποκτά η αγορά βραχυχρόνιων μισθώσεων, η οποία καλπάζει, αλλά και οι «εισαγόμενες πιέσεις» που προκαλούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες-δεξαμενές για τον τουρισμό,

Καταγράφονται διαφορές στα καταναλωτικά πρότυπα, τόσο σε ότι αφορά την περίοδο που ταξιδεύουν οι επισκέπτες στη χώρα μας, όσο και το πώς χειρίζονται το budget τους.

1. Ενα από τα πολλά παράδοξα του ελληνικού τουρισμού αφορά την εικόνα που διαμορφώνεται στην αγορά εργασίας. Σε ό,τι αφορά την απασχόληση, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ), οι ελλείψεις στα ξενοδοχεία ανά την Ελλάδα περιορίστηκαν το 2025 στο 14% επί του οργανογράμματος, έναντι 19% το 2024.

Και μπορεί τα ποσοστά να παραπέμπουν σε μείωση, ωστόσο, η εξέλιξη αυτή θεωρείται εν μέρει πλασματική, καθώς όπως φαίνεται οι επιχειρηματίες της φιλοξενίας έχουν αναπροσαρμόσει τα οργανογράμματα των ξενοδοχείων τους, «κόβοντας» θέσεις με στόχο να αντεπεξέλθουν σε μία πραγματικότητα με ελλείψεις. Σημειωτέον ότι οι ελλείψεις έφτασαν στο peak τους το 2022, όταν το σχετικό ποσοστό είχε ανέλθει στο 23%.

2. Ένα ακόμη από τα… παράξενα του τουρισμού είναι η αναντιστοιχία μεταξύ αφίξεων στα αεροδρόμια και πληρότητας στα ξενοδοχεία. Ενδεικτική είναι η εικόνα στην Αθήνα, όπου, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι αφίξεις στο μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας το δεκάμηνο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου ανήλθαν σε πάνω από 11,1 εκατ., παραπέμποντας σε άνοδο της τάξης του 8,5% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Από αυτές τις αφίξεις, οι 7,9 εκατ. προήλθαν από το εξωτερικό, αντιστοιχώντας σε αύξηση 9,2% σε ετήσια βάση.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η πληρότητα στα ξενοδοχεία της Αττικής για το δεκάμηνο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου παρέμεινε επί της ουσίας στα επίπεδα του 2024, με οριακή άνοδο 0,1%. Πρόκειται για τάση η οποία αποδίδεται εν πολλοίς στην αύξηση του αριθμού των καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης.

3. Αντίφαση διαπιστώθηκε και στις επιδόσεις του ελληνικού τουρισμού το δίμηνο Αυγούστου – Σεπτεμβρίου, με τους αριθμούς να μη «επιβεβαιώνουν» τις εκτιμήσεις των επιχειρηματιών του κλάδου. Σε ό,τι αφορά τον Αύγουστο, παρά τις απαισιόδοξες προβλέψεις των φορέων του τουρισμού και τις μεγάλες εκπτώσεις στις οποίες προέβησαν οι ξενοδόχοι προκειμένου να γεμίσουν τα άδεια δωμάτια των επιχειρήσεών τους, οι εισπράξεις σημείωσαν διψήφιο ποσοστό ανόδου, στο 10,5%, με 4,5 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση. Αντίστοιχη είναι και η εικόνα σε επίπεδο αφίξεων, οι οποίες κατέγραψαν αύξηση σε ποσοστό 8,1% τον πιο «θερμό» μήνα της σεζόν, κόντρα στις προβλέψεις.

Από την άλλη πλευρά, όμως, ο πολλά υποσχόμενος Σεπτέμβριος δεν αντεπεξήλθε στις υψηλές προσδοκίες των επιχειρηματιών του κλάδου, με τα τουριστικά έσοδα να υποχωρούν σε ποσοστό 3,6% και να διαμορφώνονται σε 3,4 δισ. ευρώ. Τον συγκεκριμένο μήνα οι αφίξεις σημείωσαν μικρή άνοδο κατά 3,5% σε ετήσια βάση.

4. Εκπλήξεις έκρυβε και η δαπάνη των ταξιδιωτών, με κάποιους να ξοδεύουν περισσότερα του αναμενόμενου και άλλους να… ψαλιδίζουν τα ποσά που διέθεσαν για διακοπές. Στην αιχμή της σεζόν, για παράδειγμα, τον Αύγουστο, οι εισπράξεις από τη γερμανική αγορά, τη μία εκ των δύο βασικών πηγών τουριστών για τον ελληνικό τουρισμό, κατέγραψαν μείωση σε ποσοστό 16,5%, τη στιγμή που οι αφίξεις ενισχύθηκαν κατά 7,2% ετησίως.

Σε ότι αφορά συνολικά το 3ο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, οι Γερμανοί καταγράφουν μείωση τόσο σε επίπεδο μέσης δαπάνης στο -16,53%, όσο και σε επίπεδο συνολικών εισπράξεων στο -7,8% σε ετήσια βάση, αντανακλώντας την πίεση που έχουν υποστεί τα εισοδήματά τους λόγω της αναιμικής ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας.

Στον αντίποδα, οι εισπράξεις από τις χώρες της ΕΕ-27 εκτός της ζώνης του ευρώ (Βουλγαρία, Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, Σουηδία) ενισχύθηκαν σημαντικά τον Αύγουστο -και όχι μόνο- με αύξηση 10,9%, ήτοι συνολικά 587 εκατ. ευρώ.

Το γ’ τρίμηνο του 2025, οι συνολικές εισπράξεις των ταξιδιωτών από τη Σουηδία κατέγραψαν άνοδο 29% σε σχέση με το 2024, με εκείνες των Τσέχων να ακολουθούν στο συν 26%. Αντίστοιχα, οι Ρουμάνοι ξόδεψαν περισσότερα σε ποσοστό 8,5% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Ως προς τη μέση δαπάνη ανά ταξίδι, οι Σουηδοί σημείωσαν άνοδο 13,6% και οι Τσέχοι 17,59% σε σχέση με το γ’ τρίμηνο του 2024.

Μία ιδιαιτερότητα που παρατηρήθηκε το 2025 είναι η πτωτική πορεία των δύο premium προορισμών της χώρας, της Μυκόνου και της Σαντορίνης, σε επίπεδο αεροπορικών αφίξεων, σε αντιδιαστολή με την ανοδική πορεία των δύο μεγαλύτερων αστικών κέντρων, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

Με βάση τα στοιχεία του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος», η συνολική επιβατική κίνηση του 2025 ανήλθε σε 34 εκατ., παρουσιάζοντας άνοδο 6,7% σε σχέση με το 2024. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία της Fraport Greece, οι αφίξεις στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» σημείωσαν αύξηση σε ποσοστό 8,2% σε ετήσια βάση, τη στιγμή που τα νούμερα υποχώρησαν στα δύο premium Κυκλαδονήσια.

Η μεν Μύκονος κατέγραψε απώλειες σε ποσοστό 2% σε επίπεδο αφίξεων για τρίτη συνεχή χρονιά, εν πολλοίς λόγω του υψηλού κόστους, έπειτα από την κατακόρυφη αύξηση των προηγούμενων ετών. Η δε Σαντορίνη σημείωσε υστέρηση 16%, με την πτώση να αποδίδεται ως επί το πλείστον στη σεισμική δραστηριότητα των πρώτων μηνών του έτους.

6. Τέλος, στα… παράδοξα του τουρισμού για το 2025 καταγράφηκε και η αναντιστοιχία μεταξύ του τζίρου της εστίασης και του τζίρου των καταλυμάτων στην αιχμή της σεζόν. Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για το γ’ τρίμηνο του 2025, ο κύκλος εργασιών του κλάδου των καταλυμάτων σημείωσε αύξηση 3,2% σε σχέση το αντίστοιχο διάστημα του 2024.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ο τζίρος των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των υπηρεσιών εστίασης κατέγραψε πτώση 1,7% σε σύγκριση με το τρίμηνο Ιουλίου – Σεπτεμβρίου του 2024. Αυτή η εξέλιξη αποδίδεται στην ενίσχυση της αγοράς βραχυχρόνιων μισθώσεων, με τους ταξιδιώτες να επιλέγουν να γευματίσουν στα καταλύματά τους προκειμένου να περιορίσουν τις δαπάνες.

Σημειωτέον, πάντως, πως στον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων εστίασης συμπεριλαμβάνονται πέραν των δαπανών των ξένων τουριστών και τα ποσά που ξόδεψαν οι Ελληνες ταξιδιώτες.

Πηγή: euro2day.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου