Στο Εφετείο η υπόθεση με τα εκκλησιαστικά ακίνητα

Σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου αντιμέτωπος με την κατηγορία της πλημμεληματικής εξακολουθητικής απιστίας και συγκεκριμένα για εμπλοκή του σε 11 υποθέσεις, που αφορούν υφαρπαγές και απόπειρες υφαρπαγής προνομιακών εκκλησιαστικών ακινήτων των Ιερών Ναών Αγίου Γεωργίου Μαλώνας, Αγίου Μιχαήλ Αρχαγγέλου και Καμιρί Μασάρων, μέσω ανυπόστατων αγωγών χρησικτησίας, παραπέμφθηκε για την 20η Σεπτεμβρίου 2011, δικηγόρος που φέρεται να δραστηριοποιείται πλέον στο εξωτερικό.

Για την ίδια υπόθεση είχε ασκηθεί κατά παντός υπευθύνου δίωξη για απάτη ενώπιον δικαστηρίου κατ’ εξακολούθηση από κοινού με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ.
Ανωμοτί κατάθεση έχουν δώσει στα πλαίσια της προανάκρισης ο δικηγόρος, που καταγγέλθηκε και ως ο κύριος υπαίτιος, 29 ιδιώτες, κυρίως κάτοικοι Αρχαγγέλου αλλά και μέλη των εκκλησιαστικών επιτροπών των ως άνω ιερών ναών.
Η τακτική Ανακρίτρια Ρόδου, ενώπιον της οποίας εκκρεμούσε η δικογραφία για την υπόθεση, όπως αυτή προέκυψε από τη συσχέτιση και συνένωση δύο επιμέρους δικογραφιών, έκρινε ότι από τα στοιχεία που έχουν προσκομιστεί δεν προκύπτουν ενδείξεις για την διάπραξη του αδικήματος της κακουργηματικής απάτης επί δικαστηρίω, ενώ θεωρεί ότι υφίστανται αποχρώσες ενδείξεις για το αδίκημα της απιστίας από πλευράς του καταγγελλόμενου δικηγόρου.
Σημειώνεται ότι η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου αλλά και οι εκκλησιαστικές επιτροπές των Ιερών Ναών δεν έχουν δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής.
Η δικογραφία που έχει σχηματιστεί περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και 6 μηνυτήριες αναφορές ισάριθμων δικηγόρων του νησιού που δήλωσαν εξαπατηθέντες από τον συνάδελφό τους, ενώ ορισμένοι διατείνονται ότι έχει πλαστογραφήσει τις υπογραφές τους στις απατηλές αγωγές χρησικτησίας.
Οι 6 δικηγόροι δεν φέρονται να έχουν λάβει γνώση της πορείας των μηνύσεών τους ενώ κατέστησαν χθες σαφές ότι δεν τους έχει κοινοποιηθεί βούλευμα από το οποίο να προκύπτει η απαλλαγή του εγκαλούμενου από τις πράξεις για τις οποίες τον κατήγγειλαν. Σήμερα αναμένεται μάλιστα να ζητήσουν σχετική ενημέρωση από την Εισαγγελία Εφετών Δωδεκανήσου.
Εν πάση περιπτώσει ο κατηγορούμενος δικηγόρος σε ανωμοτί κατάθεση που έδωσε, συνοδευόμενη από υπόμνημα με γραπτές εξηγήσεις, υποστηρίζει αρχικώς ότι οι 6 συνάδελφοί του που τον καταμήνυσαν για πλαστογραφία μετά χρήσεως των υπογραφών τους στα απατηλά δικόγραφα χρησικτησιών που κατέθετε ο ίδιος αλλά και που πείστηκαν να εκπροσωπήσουν διαδίκους των εκκλησιαστικών επιτροπών, που ο ίδιος εκπροσωπούσε, μετείχαν εν αγνοία τους στη επιχειρούμενη «υφαρπαγή» εκκλησιαστικών ακινήτων.
Παρά το γεγονός ότι δεν έχει να καταλογίσει τίποτα στους συναδέλφους του, που υποστηρίζουν ότι έχουν πέσει θύματα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του, υποστήριξε ταυτόχρονα ότι τα μέλη των εκκλησιαστικών επιτροπών των Iερών Nαών είναι όλοι άνθρωποι του χωριού και γνωρίζουν όλοι προσωπικά ποιος έχει και ποιος δεν έχει πραγματικό δικαίωμα χρησικτησίας πάνω σε ακίνητα των Iερών Nαών. Ισχυρίστηκε ότι τα μέλη των εκκλησιαστικών επιτροπών εγνώριζαν ότι οι ιδιώτες είχαν πραγματικό δικαίωμα χρησικτησίας και συναινούσαν σιωπηρά στην ασκηθείσα αγωγή των ιδιωτών. Υποστήριξε ακόμη ότι δεν του έδιναν ούτε απευθείας εντολή να παρασταθεί και να αντικρούσει τις αγωγές χρησικτησίας, ούτε εντολή να παρασταθεί και να συνομολογήσει τα περιεχόμενα των αγωγών.
Στην ίδια ανωμοτί κατάθεση ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι υπήρχαν ακίνητα ιερών ναών που ιδιώτες νέμονταν πραγματικά ήταν σε γνώση της Iεράς Mητρόπολης και του Mητροπολίτη προσωπικά και επειδή η Iερά Mητρόπολη ήταν σε μειονεκτική θέση και δεν μπορούσε να αποβάλει αυτούς τους ανθρώπους από τα ακίνητα αποφάσισε να συναινέσει, σιωπηρά όμως, και να μην αντικρούει αυτές τις αγωγές χρησικτησίας.
Ισχυρίστηκε παραπέρα ότι μετά την έκδοση της απόφασης για τη χρησικτησία ο νικητής σε πρώτο βαθμό διάδικος, είχε συμφωνήσει με τα μέλη της εκκλησιαστικής επιτροπής και με τον ίδιο ως δικηγόρο της εκκλησίας ενώ υπήρχε σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε σιωπηρή αποδοχή της Iεράς Mητρόπολης και του Mητροπολίτη ότι αυτός που χρησιδέσποζε τα εκκλησιαστικά ακίνητα θα προσερχόταν αυθορμήτως στα γραφεία της Iεράς Mητρόπολης για να καταθέσει μία αίτηση μεταβίβασης με συμβολαιογραφική πράξη.
Ο δικηγόρος ισχυρίζεται ότι ο κάθε διάδικος ιδιώτης δεχόταν να αγοράσει με συμβόλαιο στην αντικειμενική του αξία το εκκλησιαστικό ακίνητο στο οποίο είχε πράγματι δικαίωμα χρησικτησίας και το κέρδος του ήταν ότι θα αγόραζε σε πολύ μικρότερη αξία το ακίνητο που νόμιμα όμως κατείχε.
Στην ίδια κατάθεση ο φερόμενος ως πρωταγωνιστής του σκανδάλου διαβλέπει και «κέρδος» από την διαδικασία που ακολουθείτο για την Μητρόπολη, επισημαίνοντας ότι η Iερά Mητρόπολη της Pόδου δεν ξεπουλούσε εκκλησιαστική περιουσία αλλά πετύχαινε να εισπράξει ένα μικρότερο έστω τίμημα για να εξασφαλίσει με τον τρόπο αυτό και την έγκριση του Oικουμενικού Πατριαρχείου που μόνο έτσι θα μπορούσε να συναινέσει σε εκποίηση εκκλησιαστικής έκτασης!
Ο δικηγόρος υποστηρίζει παραπέρα ότι η Iερά Mητρόπολη και ο Mητροπολίτης είχε επιστήσει την προσοχή σε εκείνον και σε άλλους δικηγόρους και στους ιερείς να μην τελεσιδικήσει καμία απόφαση χρησικτησίας γιατί ήθελε ό,τι φαινόταν στο Kτηματολόγιο και αφορούσε εκκλησιαστική περιουσία, να ήταν νόμιμο συμβόλαιο.
Στην ανωτέρω διαδικασία δεν θεωρεί ότι υπήρξε καμία παρανομία αφού, όπως επεσήμανε, ο ιδιώτης εξασφάλιζε μία απόφαση χρησικτησίας σε πρώτο όμως βαθμό και εν συνεχεία ακολουθώντας τη διαδικασία της αίτησης εξαγόραζε το ακίνητο, στην αντικειμενική του αξία.
Έσπευσε μάλιστα να προσθέσει ότι αν διαπιστωνόταν εκ των υστέρων ότι κάποιος ιδιώτης ενεργούσε υστερόβουλα και δεν είχε διάθεση να προβεί σε υποβολή αίτησης για μεταβίβαση του ακινήτου τότε σαφώς η Iερά Mητρόπολη θα του έδινε εντολή να ασκήσει έφεση και να αντικρούσει την χρησικτησία!!
Δύο κάτοικοι Αρχαγγέλου σε καταθέσεις τους έχουν καταστήσει σαφές από την άλλη ότι αφενός δεν ασκούσαν καμία διακατοχική πράξη στα ακίνητα ενώ ταυτόχρονα διατείνονται ότι είχαν πεισθεί πως επρόκειτο για νόμιμες συναλλαγές μεταξύ αυτών και της εκκλησίας που εκπροσωπούσε ο δικηγόρος.
Οι ως άνω ισχυρισμοί του δικηγόρου φέρονται να διαψεύδονται και από τα όσα κατέθεσαν οι πρόεδροι των εκκλησιαστικών επιτροπών κληρικοί των ιερών ναών που επισημαίνουν ότι ο δικηγόρος τους εξαπάτησε και ότι επιχείρησε με πλάγια μέσα να εξασφαλίσει τις υπογραφές τους για να καλύψει με νομιμότητα τις παράνομες πράξεις του αλλά και ότι δεν τους επέδιδε τις αγωγές χρησικτησίας που εμφάνιζε συναδέλφους του ως συντάκτες προσκομίζοντας ωστόσο στα δικαστήρια ενίοτε εκθέσεις επιδόσεων των αγωγών αυτών που έφεραν πλαστές τις υπογραφές τους.
Στο επίκεντρο της δικαστικής έρευνας βρέθηκε εξάλλου και υπόθεση υποβολής αγωγής χρησικτησίας για ένα ακίνητο εμβαδού 1.141 τετραγωνικών μέτρων στα «Στεγνά». O κατηγορούμενος δικηγόρος που εκπροσωπούσε την εκκλησιαστική επιτροπή καταγγέλθηκε ότι εισέπραξε για την υπηρεσία του αυτή αμοιβή ύψους 3.000 ευρώ κι ακόμη 10.000 ευρώ τα οποία θα έδινε, όπως διαβεβαίωσε τον δικαιούχο, στην Iερά Mητρόπολη Pόδου.
Tο οξύμωρο στην όλη υπόθεση είναι ότι για το ίδιο ακίνητο, όπως καταγγέλθηκε, ο δικαιούχος φέρεται να είχε δώσει το έτος 2000 ακόμη 4 εκατ. δρχ σε επίτροπο της τότε εκκλησιαστικής επιτροπής ενώ το ίδιο καταγγέλθηκε ότι έπραξε και ένας ακόμη κάτοικος Aρχαγγέλου που απεβίωσε.
Tα χρήματα αυτά δόθηκαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, προκειμένου να συναινέσει η εκκλησία σε άτυπη δωρεά των ακινήτων στα «Στεγνά» και να τους επιτρέψει να οικοδομήσουν σ’ αυτά.
Σύμφωνα με τους ίδιους ισχυρισμούς αντί απόδειξης στους δύο δικαιούχους δόθηκε εξουσιοδότηση με την οποία η εκκλησιαστική επιτροπή ανέθετε σε άλλο δικηγόρο, που την εκπροσωπούσε τότε, να συνομολογήσει στην αγωγή χρησικτησίας.
Στο ένα εκ των δύο ακινήτων ο δικαιούχος που το κατείχε και το νεμόταν νόμιμα και μπορούσε οποτεδήποτε να χρησιδεσπόσει έχει οικοδομήσει με βεβαίωση που του χορήγησε τότε η εκκλησιαστική επιτροπή και ενώ νόμιζε ότι είχε τακτοποιηθεί το θέμα του ο φερόμενος ως πρωταγωνιστής του σκανδάλου δικηγόρος του ζήτησε ακόμη 13.000 ευρώ.
Φέρεται μάλιστα να είχε πείσει τον δικαιούχο ότι επειδή δεν είχε απόδειξη για την καταβολή των 4 εκατ. δρχ δεν αναγνωριζόταν η πληρωμή αυτή.
Aξίζει να σημειωθεί ότι την καταβολή των 4 εκατ. δρχ από τον δικαιούχο το 2000 βεβαιώνουν με καταθέσεις τους σημαίνοντα πρόσωπα της εκκλησίας.
O εν λόγω δικαιούχος έφερε το θέμα ενώπιον της Iεράς Συνόδου στο Oικουμενικό Πατριαρχείο και συμφώνησε να αγοράσει το ακίνητο έναντι ποσού 70.000 ευρώ παρότι μάλιστα είχε δικαίωμα χρησικτησίας επ’ αυτού.
Πλην όμως στην πορεία της προκαταρκτικής εξέτασης ένας 74χρονος που υπήρξε μέλος της εκκλησιαστικής επιτροπής αποφάσισε να διαψεύσει τον ισχυρισμό του δικαιούχου του ακινήτου ότι είχε καταβάλει ποσό 4 εκατ. δρχ.
Mε την κατάθεσή του ο 74χρονος αναγνωρίζει συγκεκριμένα ότι ο δικαιούχος κατείχε και νεμόταν το ακίνητο από το 1955 πλην όμως αρνείται την καταβολή του ποσού το οποίο όλως περιέργως δεν φέρεται να έχει καταχωρηθεί στα έσοδα του ιερού ναού και δεν έχει εκδοθεί απόδειξη καταβολής του.