ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Την Τρίτη η κηδεία της Μαρινέλλας, σε λαϊκό προσκύνημα η σορός της

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΜΑΡΙΝΕΛΑ

Χθες το από­γευ­μα, 28 Μαρ­τί­ου, γύρω στις 18:00, η Μα­ρι­νέλ­λα έφυγε από τη ζωή, βυ­θί­ζο­ντας σε βαθύ πέν­θος ολό­κλη­ρη τη χώρα. Η φωνή της θα συ­νε­χί­σει να ζει μέσα από τα ανε­κτί­μη­τα τρα­γού­δια της, που έχουν συ­νο­δεύ­σει γε­νιές Ελ­λή­νων σε χαρές και λύπες.

Η κη­δεία της θα τε­λε­στεί την Τρίτη 31 Μαρ­τί­ου στη Μη­τρό­πο­λη Αθη­νών στις 14:00, ενώ η σορός της θα εκτε­θεί σε λαϊκό προ­σκύ­νη­μα στο πα­ρεκ­κλή­σι του Ιερού Ναού Αγίου Ελευ­θε­ρί­ου από τις 08:00 έως τις 13:00. Η ταφή θα γίνει σε στενό οι­κο­γε­νεια­κό κύκλο.

Αντί στε­φά­νων, οι οι­κεί­οι της ζη­τούν δω­ρε­ές στον Σύλ­λο­γο «Φλόγα», που υπο­στη­ρί­ζει παι­διά με νε­ο­πλα­σμα­τι­κή ασθέ­νεια, τι­μώ­ντας έτσι τη μνήμη της.

Μα­ρι­νέλ­λα: Ένα ανε­πα­νά­λη­πτο καλ­λι­τε­χνι­κό φαι­νό­με­νο, οι έρω­τες της ζωής της και η εξο­μο­λό­γη­ση για το πώς θέλει να τη θυ­μού­νται

«Να είναι από­λυ­το σκο­τά­δι, να πέσει πάνω μου ένα φως, κι εγώ να τρα­γου­δάω…»: Αυτή ήταν πάντα η με­γά­λη, η άσβε­στη επι­θυ­μία της Μα­ρι­νέλ­λας. Κι αυτό ακρι­βώς έκανε για 68 ολό­κλη­ρα χρό­νια, από την πρώτη στιγ­μή πού πά­τη­σε στη σκηνή, μέχρι την τε­λευ­ταία, τη συ­γκλο­νι­στι­κή εκεί­νη βρα­διά της 25ης Σε­πτεμ­βρί­ου του 2024, όταν ξε­πρό­βαλ­λε από την πλαϊ­νή εί­σο­δο του κα­τα­σκό­τει­νου Ηρω­δεί­ου, έπεσε πάνω της ο προ­βο­λέ­ας κι εκεί­νη άρ­χι­σε να τρα­γου­δά, ακα­πέ­λα, με απί­στευ­τη ερ­μη­νευ­τι­κή και συ­ναι­σθη­μα­τι­κή δύ­να­μη, «Καμιά φορά λέω ν’ αλ­λά­ξω ου­ρα­νό μα δεν υπάρ­χουν δρό­μοι»…

Μπο­ρεί να άφησε την τε­λευ­ταία της πνοή το από­γευ­μα του Σαβ­βά­του 28/3, πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νη από την αγάπη της οι­κο­γέ­νειάς της, το γκραν φι­νά­λε της όμως το έκανε εκεί­νη τη βρα­διά, δυ­να­μι­κό, πλη­θω­ρι­κό, συ­γκι­νη­τι­κό, εκ­κω­φα­ντι­κό, όπως τής έπρε­πε.

Αφού είχε χα­ρί­σει πρώτα στο κοινό λίγα λεπτά μιας υπέ­ρο­χης ερ­μη­νεί­ας, έστρε­ψε την πλάτη της, με το λευκό μακρύ κι­μο­νό της ν΄α­νε­μί­ζει ελα­φρά πίσω, έδωσε τα χέρια στους δύο μαυ­ρο­ντυ­μέ­νους άν­δρες που την συ­νό­δευαν, κι άρ­χι­σε να ανε­βαί­νει, αργά και στα­θε­ρά, ένα- ένα, τα φω­τει­νά σκα­λιά που οδη­γού­σαν προς τη σκηνή, σε ένα εξαι­ρε­τι­κά σκη­νο­θε­τη­μέ­νο αλλά και καρ­μι­κά προ­φη­τι­κό πέ­ρα­σμα στην αιω­νιό­τη­τα. Με αυτόν τον από­λυ­τα θε­α­τρι­κό και  συ­γκλο­νι­στι­κό  τρόπο απο­χαι­ρέ­τη­σε το κοινό της  η με­γα­λύ­τε­ρη σταρ του τρα­γου­διού που γέν­νη­σε ποτέ αυτός το τόπος.

«Δεν θέλω μετά θά­να­τον τιμές»

Προ­φα­νώς και δεν μπο­ρού­σε να φα­ντα­στεί πως εκεί­να τα μοι­ραία λεπτά απο­τε­λού­σαν το κύ­κνειο καλ­λι­τε­χνι­κό άσμα της. Και να το ήξερε, όμως, δεν θα έκανε κάτι δια­φο­ρε­τι­κό για λό­γους υστε­ρο­φη­μί­ας. «Εμένα δεν με εν­δια­φέ­ρουν οι τί­τλοι. Όπως θέλει ο κα­θέ­νας μπο­ρεί να με θυ­μά­ται. Ούτε έχω τη φι­λο­δο­ξία να με θυ­μά­ται ο κό­σμος μετά από χρό­νια. Ας μη με θυ­μά­ται… Μου αρέ­σει που με θυ­μού­νται τώρα, όσο βρί­σκο­μαι στη ζωή. Μετά θά­να­τον τι να το κάνω;… Δεν θέλω ούτε επι­κή­δειους ούτε μετά θά­να­τον τιμές, τα θεωρώ γε­λοία και υπο­κρι­τι­κά όλα αυτά» μού είχε πει το 2016, κατά τη διάρ­κεια μιας συ­νέ­ντευ­ξης. Και το εν­νο­ού­σε.

Δεν της άρε­σαν τα με­γά­λα λόγια της Μα­ρι­νέλ­λας, κι ας ήταν το δικό της άστρο τε­ρά­στιο και λα­μπρό. Όσο εντυ­πω­σια­κή και άπια­στη έμοια­ζε να είναι στη σκηνή τόσο απλή, επι­κοι­νω­νια­κή κι ευθύς ήταν στην κα­θη­με­ρι­νή της ζωή.

Τη σπου­δαία κα­ριέ­ρα της όμως και την πλού­σια σε εμπει­ρί­ες, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή θαρ­ρείς ζωή της τις περ­πά­τη­σε φο­ρώ­ντας πα­ντε­λό­νια, όπως μού έλεγε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στην ίδια εκεί­νη συ­νέ­ντευ­ξη: «Διέ­θε­τα πάντα ένα αντρι­λί­κι στις σχέ­σεις μου, στις φι­λι­κές και τις επαγ­γελ­μα­τι­κές. Εγώ δεν χρειά­ζε­ται να υπο­γρά­ψω χαρτί για να κλεί­σω μια συμ­φω­νία. Ο λόγος μου είναι συμ­βό­λαιο. Όταν λέω «όχι» είναι «όχι» κι’ όταν λέω «ναι» είναι «ναι». Δεν έχω «ίσως» εγώ. Και πί­στε­ψέ με λέω πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρες φορές «όχι». Και δεν χρειά­ζε­ται να είσαι άντρας για να έχεις αντρι­λί­κι. Το αντρι­λί­κι βρί­σκε­ται μέσα στην καρ­διά του αν­θρώ­που.

Εκτός από αυτή τη μπέσα όμως, η Μα­ρι­νέλ­λα διέ­θε­τε και πολύ τα­λέ­ντο, με­γά­λη αγάπη γι­΄αυ­τό που έκανε και υψηλή ευ­φυ­ΐα. Ο συν­δυα­σμός όλων των πα­ρα­πά­νω, στις σω­στές δό­σεις, ήταν εκεί­νος που την έκανε ένα δια­χρο­νι­κό φαι­νό­με­νο, που καμιά ομό­τε­χνή της δεν κα­τά­φε­ρε ποτέ να αντι­γρά­ψει ούτε κατά διά­νοια.

Και κάτι ακόμη πολύ ση­μα­ντι­κό. Το σε­βό­ταν από­λυ­τα το κοινό της όταν βρι­σκό­ταν στη σκηνή, στις απο­φά­σεις της όμως τα «θέλω» της ήταν εκεί­να που με­τρού­σαν κι όχι αυτά που λέει ο κό­σμος: «Τρα­γου­δού­σα πάντα γιατί μου άρεσε και συ­νε­χί­ζω να τρα­γου­δάω γιατί μου αρέ­σει. Εάν δεν με βοη­θού­σε πια η φωνή μου, θα είχα κα­θί­σει σπίτι μου προ πολ­λού. Αφού όμως η φωνή μου αντέ­χει και μου αρέ­σει και αγα­πάω αυτό που κάνω, δεν βρί­σκω τον λόγο γιατί να στα­μα­τή­σω. Κι’ ας λένε κά­ποιοι «Ακόμη τρα­γου­δά­ει η Μα­ρι­νέλ­λα;…» Γιατί να κάτσω σπίτι μου δη­λα­δή; Όταν βρί­σκο­μαι πάνω στη σκηνή νιώθω ότι δεν έχω ηλι­κία. Γε­νι­κά δεν έχω καμία δια­μά­χη με τον χρόνο, δεν με εν­δια­φέ­ρουν οι ηλι­κί­ες. Και ει­δι­κά για τον καλ­λι­τέ­χνη, όταν είναι καλός σε αυτό που κάνει, πι­στεύω ότι δεν έχει ηλι­κία…»

Η από­λυ­τη με­τα­μόρ­φω­ση πάνω στη σκηνή

Κι ήταν έτσι ακρι­βώς όπως τα έλεγε. Ήταν απί­στευ­τη η με­τα­μόρ­φω­σή της όταν ανέ­βαι­νε στη σκηνή. Λίγο μόλις καιρό πριν τη μοι­ραία εκεί­νη βρα­διά του Ηρω­δεί­ου, τον Ιού­λιο του 2024, είχα την τύχη να βρεθώ στη συ­ναυ­λία που έδωσε στο προ­αύ­λιο χώρο της Ιεράς Μονής Το­πλού, η οποία βρί­σκε­ται λίγο έξω από την Ση­τεία. Δύ­σκο­λη η δια­δρο­μή για να φθά­σει κα­νείς εκεί, με ανη­φό­ρα και πολ­λές στρο­φές.

Η ίδια λοι­πόν εξο­μο­λο­γή­θη­κε στον κόσμο που είχε πάει για να την ακού­σει πως τα­λαι­πω­ρή­θη­κε στο δρόμο: «Τε­λειώ­σαν οι στρο­φές;” ρω­τού­σα. “Οχι”, μου έλε­γαν, “έχει λίγες ακόμα”. Λέω, “παι­διά, το στο­μά­χι μου πάει κι έρ­χε­ται. Μέχρι που να φτά­σου­με, μέχρι που να κά­νου­με λίγη πρόβα, μέχρι που να τρα­γου­δή­σω, δεν με βλέπω καλά». Πράγ­μα­τι, οι άν­θρω­ποι που την υπο­δέ­χτη­καν είδαν μια γυ­ναί­κα τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη ηλι­κιω­μέ­νη γυ­ναί­κα. Κά­ποιοι ανη­σύ­χη­σαν μήπως δεν κα­τα­φέ­ρει να τα βγά­λει πέρα με τη συ­ναυ­λία.

Κι όμως, τη στιγ­μή που πά­τη­σε το πόδι της στη σκηνή η ίδια αυτή γυ­ναί­κα με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε ένα πλά­σμα χωρίς ηλι­κία, γε­μά­το ζωή και διά­θε­ση, που τρα­γου­δού­σε με φωνή ανέγ­γι­χτη από το χρόνο τις με­γά­λες επι­τυ­χί­ες της, χό­ρευε, μι­λού­σε κι αστειευό­ταν με τον κόσμο, σά­ρω­νε τη σκηνή, επί μιά­μι­ση ώρα.

Όταν τε­λεί­ω­σε η συ­ναυ­λία ήταν τόσο κου­ρα­σμέ­νη που δεν κά­θι­σε καν για φα­γη­τό. Για ακόμη φορά τα είχε δώσει όλα. Ε, λοι­πόν, αυτό ση­μαί­νει σταρ!

Για την κα­ριέ­ρα της…«τα λόγια είναι πε­ριτ­τά»

«Τα λόγια είναι πε­ριτ­τά» για να πε­ρι­γρά­ψει κα­νείς την επαγ­γελ­μα­τι­κή στα­διο­δρο­μία της Μα­ρι­νέλ­λας και το έντο­νο, ανε­ξί­τη­λο απο­τύ­πω­μα που άφησε στο ελ­λη­νι­κό τρα­γού­δι. Μιλά κα­λύ­τε­ρα, «φω­νά­ζει» για την ακρί­βεια, ο τε­ρά­στιος κα­τά­λο­γος των τρα­γου­διών που έχει σφρα­γί­σει με τις ανε­πα­νά­λη­πτες ερ­μη­νεί­ες της. Ποιο να πρω­το­θυ­μη­θεί κα­νείς. Τα ασυ­να­γώ­νι­στα λαϊκά ερω­τι­κά της «Άνοι­ξε Πέτρα», «Για σέ­να­νε μπορώ», «Πάλι θα κλάψω», «Δωσ’ μου τ΄ αθά­να­το νερό», «Εγώ κι εσύ…», «Στα­λιά στα­λιά», «Απόψε σε θέλω», «Άμα δείτε το φεγ­γά­ρι», «Ποτέ να μη χα­θείς απ΄τη ζωή μου», «Δεν είναι που φεύ­γεις» ή εκεί­να που μάς συ­νο­δεύ­ουν χρό­νια τώρα στα γλέ­ντια μας, τα «Κρίμα το μπόι σου», «Ποιος είναι αυτός ο αψη­λός;», «Κρασί, Θά­λασ­σα και τ΄ αγόρι μου», «Να παί­ζει το τραν­ζί­στορ», «Ζω­γρα­φι­σμέ­να στο χαρτί», «Τι να φταί­ει», «Και κα­λύ­τε­ρα»…

Δεν είναι όμως μόνο τα τρα­γού­δια που πι­στο­ποιούν την τε­ρά­στια κα­ριέ­ρα της Μα­ρι­νέλ­λας αλλά και οι άν­θρω­ποι που τα έγρα­ψαν.

Κο­ρυ­φαί­οι συν­θέ­τες και αξιό­λο­γοι στι­χουρ­γοί από όλο το μου­σι­κό φάσμα. Από τον Θε­ο­δω­ρά­κη και τον Χα­τζι­δά­κι  μέχρι τον Τσι­τσά­νη, τον Ζα­μπέ­τα, τον Καλ­δά­ρα και τον Άκη Πάνου, από τον Πλέσ­σα, τον Χα­τζη­νά­σιο, τον Σπανό και τον Κα­τσα­ρό μέχρι τον Ξάρ­χά­κο, τον Λε­ο­ντή και τον Χατζή…Πώς να μην εμπνευ­στεί ένας δη­μιουρ­γός από μια τόσο με­γά­λη φωνή, ένα τέ­τοιο πο­λυ­διά­στα­το τα­λέ­ντο;

Γιατί η Μα­ρι­νέλ­λα δεν ήταν απλά μια ερ­μη­νεύ­τρια με πολύ καλή φωνή. Ήταν μια χα­ρι­σμα­τι­κή καλ­λι­τέ­χνις με όλη τη ση­μα­σία της λέξης. Με σπά­νια ερ­μη­νευ­τι­κή και συ­ναι­σθη­μα­τι­κή δει­νό­τη­τα, με μο­να­δι­κό, κα­θο­λι­κά ανα­γνω­ρί­σι­μο ηχό­χρω­μα και εξαι­ρε­τι­κή άρ­θρω­ση – έδινε φωνή στα σύμ­φω­να –, με απί­στευ­τη σκη­νι­κή πα­ρου­σία και θε­α­τρι­κό­τη­τα – ερ­μή­νευε με όλο της το κορμί και τα χέρια της ζω­γρά­φι­ζαν τα συ­ναι­σθή­μα­τα στον αέρα -, με μπρίο, νάζι αλλά και δυ­να­μι­σμό, ανά­λο­γα με την πε­ρί­πτω­ση, άπια­στη και προ­σι­τή ταυ­τό­χρο­να. Με μια λέξη, χα­ρι­σμα­τι­κή.

Δια­βά­στε επί­σης: Η Μα­ρι­νέλ­λα με τα δικά της λόγια και τα δικά της έργα: Οι άγνω­στες ιστο­ρί­ες της Με­γά­λης του τρα­γου­διού

«Κάθε μία γνω­ρι­μία ένας άλλος πυ­ρε­τός»

Με το ίδιο πάθος, όμως, και τον ίδιο δυ­να­μι­σμό πο­ρεύ­τη­κε και στην προ­σω­πι­κή της ζωή. Αγά­πη­σε και αγα­πή­θη­κε βαθιά, απο­γοη­τεύ­τη­κε και απο­γο­ή­τευ­σε, γεύ­τη­κε τον έρωτα, ρού­φη­ξε τη ζωή μέχρι το με­δού­λι.

Δεν επέ­τρε­ψε ποτέ όμως στον εαυτό της να εξαρ­τη­θεί από κά­ποιον άλλο, στη­ρι­ζό­ταν πάντα στις δικές της δυ­νά­μεις. Από τα άπει­ρα, νε­α­νι­κά της κιό­λας χρό­νια είχε το σθέ­νος να στα­θεί δυ­να­μι­κά στο πλευ­ρό του τε­ρά­στιου Στέ­λιου Κα­ζαν­τζί­δη, που ήταν και η πρώτη, με­γά­λη της αγάπη. Μια σχέση που άγ­γι­ξε τα όρια του μύθου. Κι όταν ήρθε η στιγ­μή να επι­λέ­ξει πώς θέλει να πο­ρευ­τεί στην κα­ριέ­ρα της, δεν δί­στα­σε να ακού­σει την καρ­διά της και να αυ­το­νο­μη­θεί.

Υπήρ­ξε επί­σης η πρώτη επώ­νυ­μη Ελ­λη­νί­δα που στα μέσα της συ­ντη­ρη­τι­κής δε­κα­ε­τί­ας του ’70 έφερε στον κόσμο ένα παιδί εκτός γάμου, την πο­λυα­γα­πη­μέ­νη μο­να­χο­κό­ρη της Τζωρ­τζί­να, καρπό της σχέση της με τον πρω­τα­θλη­τή ιπ­πα­σί­ας Φρέ­ντυ Σερ­πιέ­ρη.

Κι όταν ο έρω­τας της χτύ­πη­σε ξανά την πόρτα, λί­γους μήνες αρ­γό­τε­ρα, εκεί­νη δεν δί­στα­σε, την άνοι­ξε και πάλι διά­πλα­τα βά­ζο­ντας στην καρ­διά της και στη ζωή της ίδια και της κόρης της τον Τόλη Βο­σκό­που­λο με τον οποίο υπήρ­ξαν ένα από τα πιο λα­μπε­ρά και διά­ση­μα επώ­νυ­μα ζευ­γά­ρια της επο­χής. Κι αυτός ο γάμος όμως δεν κρά­τη­σε.

Ιδιαι­τέ­ρως εν­δει­κτι­κό πά­ντως του χα­ρα­κτή­ρα της Μα­ρι­νέλ­λας ήταν το γε­γο­νός πως δια­τη­ρού­σε εξαι­ρε­τι­κές σχέ­σεις με τους άν­δρες που πέ­ρα­σαν από τη ζωή της. Με έναν τρόπο τούς θε­ω­ρού­σε οι­κο­γέ­νειά της, νοια­ζό­ταν γι’ εκεί­νους, έδινε το παρών στις δυ­σκο­λί­ες τους, στή­ρι­ζε τις νέες οι­κο­γέ­νειες που είχαν δη­μιουρ­γή­σει. Κι αυτό λέει πολλά…

Από τη στιγ­μή ωστό­σο που η κόρη της μπήκε στην εφη­βεία το κε­φά­λαιο «έρω­τας» έκλει­σε για εκεί­νη. Κι αυτό ήταν μια από­φα­ση συ­νει­δη­τή, όπως είχε εξο­μο­λο­γη­θεί η ίδια. Η ζωή της όμως συ­νέ­χι­σε να είναι πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη από την αγάπη των δικών της αν­θρώ­πων, της κόρης της και των εγ­γο­νιών της, της αδελ­φής της, των πο­λυα­γα­πη­μέ­νων φίλων της. Το σπίτι της ήθελε να είναι πάντα γε­μά­το δι­κούς της αν­θρώ­πους και αγάπη, πολύ αγάπη.

Γιατί όπως πολύ εύ­στο­χα είχε πει κά­πο­τε η ίδια «Εί­μα­στε ό,τι δια­τη­ρού­με στη μνήμη και στην καρ­διά μας. Ό,τι αγα­πά­με και μοι­ρα­ζό­μα­στε με τους άλ­λους».

Ο προ­βο­λέ­ας έσβη­σε, η σκηνή σκο­τεί­νια­σε αλλά το αστέ­ρι της θα συ­νε­χί­σει να λά­μπει. Γιατί η Μα­ρι­νέλ­λα ήταν ΦΩΣ!»

Πηγή: protothema.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.