- Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου απέστειλε το ερώτημα του Δήμου Ρόδου στο Υπουργείο Εσωτερικών χωρίς να δώσει η ίδια απάντηση, θεωρώντας ότι ο νόμος δεν καλύπτει σαφώς το ζήτημα.
- Το ερώτημα αφορά αν η απώλεια μιας ρύθμισης οφειλών μετά από αρχική συμμόρφωση μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση αιρετού από το αξίωμά του.
- Το Υπουργείο Εσωτερικών έχει ήδη λάβει το ζήτημα από την αρχή και καλείται να αποφανθεί, καθώς η Αποκεντρωμένη Διοίκηση δεν θεωρεί ότι μπορεί να το λύσει μόνη της.
- Ο Δήμος Ρόδου ζήτησε διευκρινίσεις για δύο περιπτώσεις αιρετών με ληξιπρόθεσμες οφειλές που είχαν ρυθμίσει τα χρέη τους πριν την εκλογή τους και στη συνέχεια έχασαν τη ρύθμιση, επηρεάζοντας την εφαρμογή του νόμου 4804/2021.
• Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου φέρεται να προώθησε στο Υπουργείο Εσωτερικών το ερώτημα του Δήμου χωρίς να απαντήσει η ίδια, εκτιμώντας ότι ο νόμος δεν καλύπτει με σαφήνεια τέτοιες περιπτώσεις. Μέχρι να τοποθετηθεί το Υπουργείο, μένει ανοιχτό αν η απώλεια μιας ρύθμισης μπορεί να κοστίσει σε αιρετό την έδρα του
Το ερώτημα που απέστειλε η Διεύθυνση Οικονομικών του Δήμου Ρόδου στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου στις 25 Σεπτεμβρίου 2026 δεν φαίνεται να απαντήθηκε. Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», η Αποκεντρωμένη δεν αποφάνθηκε παρότι το ζήτημα ανατέθηκε σε νομικούς της συμβούλους. Προτίμησε να απευθυνθεί στο Υπουργείο Εσωτερικών και να ζητήσει τη γνώμη του. Πρόκειται για την αρχή στην οποία ο νόμος αναθέτει να κρίνει και να εκδίδει τις διαπιστωτικές πράξεις έκπτωσης. Η υπόθεση των αιρετών με ληξιπρόθεσμες οφειλές ανεβαίνει έτσι ένα ακόμη σκαλί στην ιεραρχία της διοίκησης.
Το ζήτημα που καλείται να λύσει η Αθήνα μοιάζει τεχνικό, οι συνέπειές του όμως κάθε άλλο παρά τεχνικές είναι. Ας υποθέσουμε έναν αιρετό που ρύθμισε εγκαίρως τα χρέη του προς τον Δήμο και αργότερα έχασε τη ρύθμιση. Κινδυνεύει να εκπέσει από το αξίωμα ή τον καλύπτει η αρχική του συμμόρφωση; Η απάντηση αφορά άμεσα αιρετούς της δημοτικής πλειοψηφίας, ανάμεσά τους και αντιδημάρχους.
Μια απάντηση που δεν δόθηκε στη Ρόδο
Η διαβίβαση στο Υπουργείο φέρεται να έγινε στα μέσα Οκτωβρίου μετά το ερώτημα του Δήμου. Κατά πληροφορίες, η Αποκεντρωμένη δεν περιορίστηκε σε απλή προώθηση. Συνόδευσε το ερώτημα με μια σύντομη αποτίμηση του νομικού πλαισίου και ζήτησε από το Υπουργείο να διατυπώσει τις απόψεις του. Η δημοτική αρχή φέρεται να έχει ενημερωθεί για την εξέλιξη.
Για το Υπουργείο Εσωτερικών η υπόθεση δεν είναι άγνωστη. Ο Δήμος είχε κοινοποιήσει το αρχικό του ερώτημα στη Γενική Γραμματεία Αυτοδιοίκησης από την πρώτη στιγμή. Τώρα το ίδιο ερώτημα φτάνει από την αρχή που ασκεί την εποπτεία, η οποία κατά τα φαινόμενα δεν θεωρεί ότι μπορεί να το απαντήσει μόνη της.
Τι ρωτούσε ο Δήμος
Όπως έχει ήδη γραφτεί, το ερώτημα της Διεύθυνσης Οικονομικών περιέγραφε 2 περιπτώσεις χωρίς να κατονομάζει κανέναν. Και οι 2 αφορούν αιρετούς που είχαν ρυθμίσει τις οφειλές τους πριν από την εκλογή τους και στη συνέχεια έχασαν τη ρύθμιση.
Στην πρώτη ανήκουν αιρετοί στους οποίους η οφειλή εντοπίστηκε κατά τον αυτεπάγγελτο έλεγχο. Αφού ενημερώθηκαν, προχώρησαν σε εξόφληση ή σε νέα ρύθμιση. Η δεύτερη αφορά αιρετό που επανήλθε 4 μήνες μετά την απώλεια της ρύθμισης. Ρύθμισε τότε ένα μέρος του χρέους και για το υπόλοιπο ζήτησε παραγραφή με βάση τον ν. 5027/2023. Η ίδια η υπηρεσία είχε σημειώσει ότι η παραγραφή αυτή δεν προβλέπεται, επειδή η περίπτωση εμπίπτει στις εξαιρέσεις του νόμου λόγω της ρύθμισης τμηματικής καταβολής.
Με βάση αυτά, ο Δήμος έθετε 2 ερωτήματα. Το πρώτο ήταν αν η Οικονομική Υπηρεσία εξακολουθεί να έχει υποχρέωση να ενημερώσει τον επόπτη ΟΤΑ. Το δεύτερο ήταν αν η εξόφληση ή η νέα ρύθμιση επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 11 του ν. 4804/2021, όταν έγινε αφού η υπηρεσία είχε ήδη διαπιστώσει την οφειλή.

Τι προβλέπει ο νόμος
Το άρθρο 11 του ν. 4804/2021 θέτει έναν απλό κανόνα. Δεν μπορεί να είναι δήμαρχος, δημοτικός σύμβουλος, σύμβουλος ή πρόεδρος κοινότητας όποιος οφείλει πάνω από 300 ευρώ στον δήμο του, στα νομικά του πρόσωπα, στις κοινωφελείς επιχειρήσεις του ή στη δημοτική επιχείρηση ύδρευσης. Το ίδιο ισχύει για οφειλές προς νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου στα οποία συμμετέχει ο δήμος.
Ο νόμος διακρίνει στη συνέχεια 2 καταστάσεις. Όποιος χρωστούσε πριν εκλεγεί όφειλε να εξοφλήσει ή να ρυθμίσει έως την ημέρα εγκατάστασης των νέων δημοτικών αρχών, δηλαδή έως τις 2 Ιανουαρίου 2024. Όποιος έγινε οφειλέτης μετά την εκλογή του έχει αποκλειστική προθεσμία 10 ημερών. Η προθεσμία αρχίζει όταν η βεβαίωση της οφειλής γίνει οριστική και ο αιρετός λάβει γνώση της. Αν ο αιρετός προσφύγει στη δικαιοσύνη, αρχίζει από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.
Η συνέπεια είναι ίδια και στις 2 περιπτώσεις. Όποιος δεν τακτοποιηθεί εμπρόθεσμα εκπίπτει αυτοδικαίως. Η οικονομική υπηρεσία ελέγχει αυτεπαγγέλτως όλους τους ανακηρυχθέντες και ενημερώνει «αμελλητί» τον επόπτη. Ο επόπτης εκδίδει διαπιστωτική πράξη μέσα σε 15 ημέρες από τότε που έλαβε γνώση. Η εγκύκλιος 1334 του Υπουργείου Εσωτερικών, του Δεκεμβρίου 2023, συνδέει τη δεύτερη από τις 2 προβλέψεις με τον αιρετό που γίνεται οφειλέτης για πρώτη φορά μετά την εκλογή του.
Η εκτίμηση της Αποκεντρωμένης
Σε αυτό το σημείο φαίνεται να εντοπίζει η Αποκεντρωμένη το πρόβλημα. Κατά πληροφορίες, εκτιμά ότι οι περιπτώσεις που περιγράφει ο Δήμος Ρόδου δεν εντάσσονται καθαρά σε καμία από τις 2 προβλέψεις του νόμου.
Το σκεπτικό, όπως μεταφέρεται, είναι το εξής. Οι αιρετοί αυτοί έκαναν εγκαίρως ό,τι τους ζητούσε ο νόμος πριν από την εγκατάσταση, αφού ρύθμισαν τις οφειλές τους. Από την άλλη πλευρά, το χρέος που επανέρχεται όταν χάνεται η ρύθμιση δεν είναι νέο. Δεν δημιουργήθηκε για πρώτη φορά μετά την εκλογή, ώστε να υπαχθεί χωρίς δεύτερη σκέψη στην προθεσμία των 10 ημερών.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ερωτηματικό που ο νόμος, κατά την εκτίμηση αυτή, δεν απαντά ρητά. Δεν είναι σαφές αν μετά την απώλεια μιας ρύθμισης αρχίζει να τρέχει νέα προθεσμία για εξόφληση ή νέα ρύθμιση. Ούτε είναι σαφές αν η παραβίασή της θα οδηγούσε σε έκπτωση. Η Αποκεντρωμένη φέρεται επίσης να υπενθυμίζει ότι το ασυμβίβαστο του άρθρου 11 εξακολουθεί να εφαρμόζεται για την τρέχουσα αυτοδιοικητική περίοδο.
Από όσα έχουν γίνει γνωστά, δεν προκύπτει ότι η εποπτεύουσα αρχή πήρε ξεχωριστή θέση στο πρώτο ερώτημα του Δήμου, αν δηλαδή η Οικονομική Υπηρεσία οφείλει να την ενημερώσει. Το βάρος φαίνεται να πέφτει στο αν επέρχεται έκπτωση και όχι στο ποιος ενημερώνει ποιον.
Οι 2 ερμηνείες και το βάρος τους
Το Υπουργείο μπορεί να κινηθεί προς 2 κατευθύνσεις, με εντελώς διαφορετικές συνέπειες. Η πρώτη είναι να κρίνει ότι η απώλεια μιας ρύθμισης ανοίγει νέα προθεσμία. Τότε θα πρέπει να εξεταστεί για κάθε αιρετό χωριστά πότε ξεκίνησε να μετρά η προθεσμία και αν η πληρωμή ή η νέα ρύθμιση έγινε εντός αυτής. Η δεύτερη είναι να κρίνει ότι δεν ανοίγει νέα προθεσμία. Τότε όποιος ρύθμισε έγκαιρα πριν από την εγκατάσταση δεν θα κινδυνεύει, με βάση το άρθρο 11, ακόμη κι αν στη συνέχεια άφησε τη ρύθμιση να χαθεί.
Όποια ερμηνεία κι αν επικρατήσει, στην εξίσωση μπαίνει και η νομολογία. Με τις αποφάσεις 183/2026 και 184/2026 του Γ΄ Τμήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι για να επέλθει έκπτωση πρέπει ο αιρετός να έχει ενημερωθεί προσηκόντως για την ύπαρξη, το ύψος και την αιτία της οφειλής. Θα μετρήσει λοιπόν το πότε και το πώς έμαθαν οι συγκεκριμένοι αιρετοί ότι οι ρυθμίσεις τους χάθηκαν.
Τα περισσότερα ανοιχτά σημεία συγκεντρώνει η δεύτερη περίπτωση. Κατά πληροφορίες, το ποσό που έμεινε εκτός της νέας ρύθμισης είναι εξαψήφιο. Για αυτό ο αιρετός επικαλέστηκε μια παραγραφή που η ίδια η υπηρεσία θεωρεί ότι δεν προβλέπεται. Ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι μια νέα ρύθμιση θεραπεύει την απώλεια της προηγούμενης, μένει να απαντηθεί τι ισχύει για χρέος που δεν έχει ούτε εξοφληθεί ούτε ρυθμιστεί. Δεν διευκρινίζεται αν το υπόλοιπο αυτό έχει στο μεταξύ τακτοποιηθεί.
Σε αναμονή η διαδικασία
Η προθεσμία των 15 ημερών για τη διαπιστωτική πράξη μετρά από τη στιγμή που ο επόπτης μαθαίνει από την οικονομική υπηρεσία ότι μια οφειλή δεν εξοφλήθηκε ή δεν ρυθμίστηκε. Ένα ερώτημα με ανώνυμους πρωταγωνιστές δύσκολα θεωρείται ότι θέτει το ρολόι σε κίνηση. Καθώς η κρίση μεταφέρθηκε στο Υπουργείο, η διαδικασία μένει στην πράξη σε αναμονή μέχρι να έρθει απάντηση. Πότε θα συμβεί αυτό δεν είναι γνωστό.
Στο μεταξύ, το δημοτικό συμβούλιο και τα συμβούλια των κοινοτήτων συνεδριάζουν και αποφασίζουν κανονικά. Συμμετέχουν και οι αιρετοί στους οποίους αναφέρεται το ερώτημα. Την ίδια περίοδο, η δημοτική αρχή έχει κινήσει αναγκαστικά μέτρα σε βάρος δημοτών με ληξιπρόθεσμες οφειλές.
Όσοι δεν αφορά το ερώτημα
Τα 2 σενάρια που έφτασαν στην Αθήνα αφορούν μικρό μόνο μέρος της συνολικής εικόνας. Κατά πληροφορίες, όταν ολοκληρώθηκε η καταγραφή, οι αιρετοί όλων των βαθμίδων με οφειλές πάνω από το όριο των 300 ευρώ ξεπερνούσαν τους 20. Περίπου 3 στους 4 υπηρετούν σε συμβούλια κοινοτήτων, ορισμένοι ως πρόεδροι. Περιπτώσεις υπάρχουν και στους 3 μεγαλύτερους συνδυασμούς. Τα ποσά ξεκινούν από λίγα ευρώ πάνω από το όριο και φτάνουν σε εξαψήφια νούμερα, με το συνολικό άθροισμα να φέρεται να ξεπερνά το 1.000.000 ευρώ.
Οι περιπτώσεις που περιγράφει το ερώτημα αντιστοιχούν σε αιρετούς του συνδυασμού της πλειοψηφίας. Στην πρώτη περιλαμβάνονται και αντιδήμαρχοι. Η δεύτερη παραπέμπει στην εξαψήφια οφειλή που είχε ρυθμιστεί λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές του 2023. Οι υπόλοιπες περιπτώσεις αφορούν κυρίως αιρετούς της αντιπολίτευσης. Για αυτές δεν έχει γίνει γνωστό να εκκρεμεί κάποιο ερώτημα ή να έχει γίνει κάποια διαβίβαση.
Η διάκριση δεν είναι αδιάφορη. Η αμφιβολία που φέρεται να διατυπώνει η Αποκεντρωμένη αφορά μόνο τις ρυθμίσεις που χάθηκαν. Για όποιον χρωστούσε πριν από την εκλογή και δεν εξόφλησε ούτε ρύθμισε έως τις 2 Ιανουαρίου 2024, ο νόμος δεν αφήνει περιθώρια ερμηνείας. Ανοιχτό μένει επίσης το σκέλος των οφειλών προς τη δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και τα νομικά πρόσωπα του Δήμου, που καλύπτονται εξίσου από το άρθρο 11.
































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.