- Η εταιρεία και οι δύο εταίροι της αμφισβήτησαν δικαστικά το ύψος οφειλής που αυξήθηκε σημαντικά μέσα σε περίπου 5 χρόνια, ζητώντας μείωση του ποσού.
- Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου απέρριψε την αγωγή τους, κρίνοντας νόμιμο τον τρόπο υπολογισμού της τράπεζας και επιβάλλοντας δικαστικά έξοδα 900 ευρώ στους ενάγοντες.
- Η πίστωση των 280.000 ευρώ δόθηκε με συγκεκριμένους όρους επιτοκίων, που περιλάμβαναν σταθερό και κυμαινόμενο επιτόκιο, καθώς και τόκο υπερημερίας σε περίπτωση καθυστέρησης.
- Η διαφορά στο ύψος των τόκων που χρεώθηκαν οφείλεται σε διαφορετικούς υπολογισμούς, με την έκθεση οικονομολόγου να υποστηρίζει ότι οι τόκοι θα έπρεπε να είναι σημαντικά χαμηλότεροι από αυτούς που τελικά επιβλήθηκαν.
• Οι ενάγοντες υποστήριζαν ότι το χρέος από πίστωση 280.000 ευρώ διογκώθηκε με παράνομους τόκους και επιβαρύνσεις και ότι το πραγματικό υπόλοιπο δεν ξεπερνούσε τα 518.585 ευρώ • Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου έκρινε νόμιμο τον τρόπο υπολογισμού της τράπεζας και απαράδεκτο το αίτημα αποζημίωσης, ενώ τους επέβαλε και δικαστικά έξοδα 900 ευρώ
Χωρίς δικαίωση ολοκληρώθηκε σε πρώτο βαθμό η προσπάθεια εταιρείας και δύο εταίρων της να αμφισβητήσουν δικαστικά το ύψος μιας οφειλής που, κατά τους ίδιους, υπερδιπλασιάστηκε μέσα σε 5 περίπου χρόνια. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με την υπ’ αριθμ. 148/2026 απόφασή του, απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή που είχαν στρέψει κατά της «Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.». Η τράπεζα βρίσκεται υπό ειδική εκκαθάριση από το 2012 και εκπροσωπείται από τον ειδικό εκκαθαριστή «ΡΟΗ Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Α.Ε.».
Η πίστωση του 2009 και οι όροι της
Σύμφωνα με όσα εξέθεταν οι ενάγοντες, η υπόθεση ξεκινά από τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό με αριθμό και την πρόσθετη πράξη της, που υπέγραψε η εταιρεία με την Αγροτική Τράπεζα. Εγγυητές ήταν οι δύο εταίροι της. Η τράπεζα χορήγησε πίστωση 280.000 ευρώ ως κεφάλαιο κίνησης.
Οι όροι δεν ήταν ενιαίοι για όλο το ποσό. Για τις 25.000 ευρώ ίσχυε σταθερό επιτόκιο 7% τον πρώτο χρόνο, συν την εισφορά του ν. 128/1975, και στη συνέχεια κυμαινόμενο, που τότε ανερχόταν στο 8% συν την ίδια εισφορά. Για τις υπόλοιπες 255.000 ευρώ συμφωνήθηκε κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor με περιθώριο 5% και την εισφορά, με εξάμηνο εκτοκισμό σε έτος 360 ημερών. Η σύμβαση προέβλεπε ακόμη ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης, η τράπεζα μπορούσε να χρεώνει τόκο υπερημερίας 2,5% με εξάμηνο ανατοκισμό.
Από τα 450.974 στα 921.397 ευρώ
Για την παρακολούθηση της πίστωσης τηρήθηκαν 2 λογαριασμοί. Ο πρώτος εμφάνιζε στο κλείσιμό του χρεωστικό υπόλοιπο της τάξης των 411.210 ευρώ, ενώ ο δεύτερος έκλεισε στις 2 Αυγούστου 2016 με υπόλοιπο της τάξης των 39.764 ευρώ. Η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση και το συνολικό υπόλοιπο κατά το κλείσιμο των λογαριασμών διαμορφώθηκε σε 450.974,55 ευρώ.
Ακολούθησε διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία οι ενάγοντες κλήθηκαν να καταβάλουν το ποσό αυτό, εντόκως από το κλείσιμο του λογαριασμού, μαζί με τα δικαστικά έξοδα. Το επόμενο ορόσημο ήρθε την 1η Αυγούστου 2024, όταν τους χορηγήθηκε βεβαίωση οφειλών. Όπως ισχυρίστηκαν, το ποσό που είχε επιδικαστεί τον Ιούλιο του 2019 είχε πλέον φτάσει στα 921.397,39 ευρώ, εξαιτίας τόκων που χαρακτήριζαν υπέρογκους.
Η έκθεση του οικονομολόγου
Οι ενάγοντες ανέθεσαν σε οικονομολόγο να υπολογίσει το ύψος της οφειλής με διαφορετική βάση, δηλαδή με κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor τριμήνου, περιθώριο 3,5%, την εισφορά του ν. 128/1975 και εξαμηνιαίο ανατοκισμό. Σύμφωνα με την έκθεσή του, που φέρει ημερομηνία 4 Φεβρουαρίου 2025, οι τόκοι που θα έπρεπε να είχαν χρεωθεί, χωρίς επιβάρυνση με τόκους υπερημερίας, ανέρχονταν σε 261.594,78 ευρώ και όχι στα 664.407,17 ευρώ που τελικά χρεώθηκαν. Με τον ίδιο υπολογισμό, το υπόλοιπο της οφειλής την 1 Αυγούστου 2024 διαμορφωνόταν σε 518.585 ευρώ αντί για 921.397,39 ευρώ. Η απόκλιση, κατά την ίδια ανάλυση, οφειλόταν στη διαφορά του επιτοκίου και στο επιτόκιο υπερημερίας, που προσθέτει 2,5 μονάδες στο εκάστοτε επιτόκιο.
Πάνω σε αυτή τη βάση στηρίχθηκαν οι αιτιάσεις κατά της τράπεζας. Οι ενάγοντες υποστήριζαν ότι παραβίασε τις αρχές της καλής πίστης, ότι εφάρμοσε μη νόμιμα επιτόκια σε σχέση με τα επιτρεπτά εξωτραπεζικά, ότι μετακύλισε και ανατόκισε παράνομα την εισφορά, ότι τους επιβάρυνε με έξοδα και προμήθειες που επίσης ανατόκιζε και ότι υπολόγιζε τους τόκους σε έτος 360 και όχι 365 ημερών.
Διατείνονταν επιπλέον ότι παραβιάστηκε το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, καθώς η οφειλή ξεπερνούσε το τριπλάσιο του κεφαλαίου που έλαβαν. Με κεφάλαιο 279.900 ευρώ, το ανώτατο όριο κατά τους υπολογισμούς τους ήταν 839.700 ευρώ. Η τράπεζα, όπως ισχυρίζονταν, αξίωνε παράνομα 81.697,39 ευρώ παραπάνω, ποσό που αντιστοιχούσε σε ισόποση ζημία τους.
Τα αιτήματα της αγωγής
Με την αγωγή, οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι το πραγματικό υπόλοιπο της οφειλής ήταν 518.585 ευρώ. Ζητούσαν επίσης να αναγνωριστεί ότι από τη συμπεριφορά της τράπεζας, την οποία χαρακτήριζαν παράνομη, υπέστησαν ζημία 402.812,39 ευρώ ή, επικουρικά, τουλάχιστον 81.697,39 ευρώ.
Παράλληλα, επιδίωκαν να διαταχθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη, να υποχρεωθεί η τράπεζα να επιδείξει τα λογιστικά της βιβλία και τα έγγραφα με τις κινήσεις των λογαριασμών και να επανυπολογιστεί η οφειλή με το χαμηλότερο επιτόκιο. Ζητούσαν ακόμη η απόφαση να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, ώστε η τράπεζα να διορθώσει λογιστικά την απεικόνιση της οφειλής.
Το σκεπτικό της απόρριψης
Το δικαστήριο έκρινε την αγωγή ορισμένη, με εξαίρεση το σκέλος που αφορούσε στη μετακύλιση και τον ανατοκισμό της εισφοράς, τον υπολογισμό σε έτος 360 ημερών και τα έξοδα και τις προμήθειες. Εκεί, σύμφωνα με την απόφαση, οι ενάγοντες περιορίστηκαν σε γενικές αναφορές για παράνομες χρεώσεις, χωρίς να προσδιορίσουν τα συγκεκριμένα ποσά με τα οποία επιβαρύνθηκαν.
Το δικαστήριο σημείωσε επιπλέον ότι η μετακύλιση και ο ανατοκισμός της εισφοράς είναι νόμιμοι και ότι οι τράπεζες μπορούν να συμφωνούν επιτόκιο μεγαλύτερο από το εξωτραπεζικό. Στο νομικό του σκεπτικό ανέτρεξε στην απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων, που ξεκίνησε με την πράξη 1087/1987 του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, για να καταλήξει ότι τραπεζικά και εξωτραπεζικά επιτόκια αποτελούν διακριτά και μη συγκρίσιμα μεγέθη.
Μια συμφωνία που ξεπερνά το ανώτατο εξωτραπεζικό όριο δεν είναι, μόνο γι’ αυτόν τον λόγο, αθέμιτη.
Ούτε για το τριπλάσιο της οφειλής δικαιώθηκαν οι ενάγοντες. Το δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την έναρξη ισχύος του, ενώ η επίμαχη σύμβαση υπογράφηκε το 2009. Πρόσθεσε ότι στις συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού το όριο υπολογίζεται επί του χρεωστικού υπολοίπου κατά την τελευταία εκταμίευση και όχι επί του κεφαλαίου που ελήφθη, όπως υποστήριζαν οι ενάγοντες.
Μη νόμιμο κρίθηκε και το αίτημα να επανυπολογιστεί η οφειλή με Euribor τριμήνου και περιθώριο 3,5%. Κατά την απόφαση, η οφειλή υπολογίζεται νόμιμα με το επιτόκιο της σύμβασης, προσαυξημένο κατά 2,5 μονάδες ως τόκο υπερημερίας, και όχι με το χαμηλότερο επιτόκιο που πρότειναν οι ενάγοντες, το οποίο μάλιστα δεν περιελάμβανε καθόλου υπερημερία. Το δικαστήριο υπενθύμισε ότι η σύμβαση έχει καταγγελθεί από το 2016 και ότι οι ενάγοντες έχουν καταστεί εδώ και πολλά χρόνια υπερήμεροι οφειλέτες.
































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.