ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Απορρίφθηκε η αγωγή εταιρείας για οφειλή που εκτοξεύθηκε στα 921.397 ευρώ

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
πλειστηριασμοί
✦ Σύ­νο­ψη ⌄
  • Η εται­ρεία και οι δύο εταί­ροι της αμ­φι­σβή­τη­σαν δι­κα­στι­κά το ύψος οφει­λής που αυ­ξή­θη­κε ση­μα­ντι­κά μέσα σε πε­ρί­που 5 χρό­νια, ζη­τώ­ντας μεί­ω­ση του ποσού.
  • Το Πο­λυ­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου απέρ­ρι­ψε την αγωγή τους, κρί­νο­ντας νό­μι­μο τον τρόπο υπο­λο­γι­σμού της τρά­πε­ζας και επι­βάλ­λο­ντας δι­κα­στι­κά έξοδα 900 ευρώ στους ενά­γο­ντες.
  • Η πί­στω­ση των 280.000 ευρώ δό­θη­κε με συ­γκε­κρι­μέ­νους όρους επι­το­κί­ων, που πε­ρι­λάμ­βα­ναν στα­θε­ρό και κυ­μαι­νό­με­νο επι­τό­κιο, καθώς και τόκο υπε­ρη­με­ρί­ας σε πε­ρί­πτω­ση κα­θυ­στέ­ρη­σης.
  • Η δια­φο­ρά στο ύψος των τόκων που χρε­ώ­θη­καν οφεί­λε­ται σε δια­φο­ρε­τι­κούς υπο­λο­γι­σμούς, με την έκ­θε­ση οι­κο­νο­μο­λό­γου να υπο­στη­ρί­ζει ότι οι τόκοι θα έπρε­πε να είναι ση­μα­ντι­κά χα­μη­λό­τε­ροι από αυ­τούς που τε­λι­κά επι­βλή­θη­καν.

• Οι ενά­γο­ντες υπο­στή­ρι­ζαν ότι το χρέος από πί­στω­ση 280.000 ευρώ διο­γκώ­θη­κε με πα­ρά­νο­μους τό­κους και επι­βα­ρύν­σεις και ότι το πραγ­μα­τι­κό υπό­λοι­πο δεν ξε­περ­νού­σε τα 518.585 ευρώ • Το Πο­λυ­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου έκρι­νε νό­μι­μο τον τρόπο υπο­λο­γι­σμού της τρά­πε­ζας και απα­ρά­δε­κτο το αί­τη­μα απο­ζη­μί­ω­σης, ενώ τους επέ­βα­λε και δι­κα­στι­κά έξοδα 900 ευρώ

Χωρίς δι­καί­ω­ση ολο­κλη­ρώ­θη­κε σε πρώτο βαθμό η προ­σπά­θεια εται­ρεί­ας και δύο εταί­ρων της να αμ­φι­σβη­τή­σουν δι­κα­στι­κά το ύψος μιας οφει­λής που, κατά τους ίδιους, υπερ­δι­πλα­σιά­στη­κε μέσα σε 5 πε­ρί­που χρό­νια. Το Πο­λυ­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου, με την υπ’ αριθμ. 148/2026 από­φα­σή του, απέρ­ρι­ψε στο σύ­νο­λό της την αγωγή που είχαν στρέ­ψει κατά της «Αγρο­τι­κής Τρά­πε­ζας της Ελ­λά­δος Α.Ε.». Η τρά­πε­ζα βρί­σκε­ται υπό ει­δι­κή εκ­κα­θά­ρι­ση από το 2012 και εκ­προ­σω­πεί­ται από τον ει­δι­κό εκ­κα­θα­ρι­στή «ΡΟΗ Ενιαία Ει­δι­κή Εκ­κα­θά­ρι­ση Α.Ε.».

Η πί­στω­ση του 2009 και οι όροι της

Σύμ­φω­να με όσα εξέ­θε­ταν οι ενά­γο­ντες, η υπό­θε­ση ξε­κι­νά από τη σύμ­βα­ση πί­στω­σης με ανοι­κτό αλ­λη­λό­χρεο λο­γα­ρια­σμό με αριθ­μό και την πρό­σθε­τη πράξη της, που υπέ­γρα­ψε η εται­ρεία με την Αγρο­τι­κή Τρά­πε­ζα. Εγ­γυ­η­τές ήταν οι δύο εταί­ροι της. Η τρά­πε­ζα χο­ρή­γη­σε πί­στω­ση 280.000 ευρώ ως κε­φά­λαιο κί­νη­σης.

Οι όροι δεν ήταν ενιαί­οι για όλο το ποσό. Για τις 25.000 ευρώ ίσχυε στα­θε­ρό επι­τό­κιο 7% τον πρώτο χρόνο, συν την ει­σφο­ρά του ν. 128/1975, και στη συ­νέ­χεια κυ­μαι­νό­με­νο, που τότε ανερ­χό­ταν στο 8% συν την ίδια ει­σφο­ρά. Για τις υπό­λοι­πες 255.000 ευρώ συμ­φω­νή­θη­κε κυ­μαι­νό­με­νο επι­τό­κιο Euribor με πε­ρι­θώ­ριο 5% και την ει­σφο­ρά, με εξά­μη­νο εκτο­κι­σμό σε έτος 360 ημε­ρών. Η σύμ­βα­ση προ­έ­βλε­πε ακόμη ότι, σε πε­ρί­πτω­ση κα­θυ­στέ­ρη­σης, η τρά­πε­ζα μπο­ρού­σε να χρε­ώ­νει τόκο υπε­ρη­με­ρί­ας 2,5% με εξά­μη­νο ανα­το­κι­σμό.

Από τα 450.974 στα 921.397 ευρώ

Για την πα­ρα­κο­λού­θη­ση της πί­στω­σης τη­ρή­θη­καν 2 λο­γα­ρια­σμοί. Ο πρώ­τος εμ­φά­νι­ζε στο κλεί­σι­μό του χρε­ω­στι­κό υπό­λοι­πο της τάξης των 411.210 ευρώ, ενώ ο δεύ­τε­ρος έκλει­σε στις 2 Αυ­γού­στου 2016 με υπό­λοι­πο της τάξης των 39.764 ευρώ. Η τρά­πε­ζα κα­τήγ­γει­λε τη σύμ­βα­ση και το συ­νο­λι­κό υπό­λοι­πο κατά το κλεί­σι­μο των λο­γα­ρια­σμών δια­μορ­φώ­θη­κε σε 450.974,55 ευρώ.

Ακο­λού­θη­σε δια­τα­γή πλη­ρω­μής του Μο­νο­με­λούς Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου, με την οποία οι ενά­γο­ντες κλή­θη­καν να κα­τα­βά­λουν το ποσό αυτό, εντό­κως από το κλεί­σι­μο του λο­γα­ρια­σμού, μαζί με τα δι­κα­στι­κά έξοδα. Το επό­με­νο ορό­ση­μο ήρθε την 1η Αυ­γού­στου 2024, όταν τους χο­ρη­γή­θη­κε βε­βαί­ω­ση οφει­λών. Όπως ισχυ­ρί­στη­καν, το ποσό που είχε επι­δι­κα­στεί τον Ιού­λιο του 2019 είχε πλέον φτά­σει στα 921.397,39 ευρώ, εξαι­τί­ας τόκων που χα­ρα­κτή­ρι­ζαν υπέ­ρο­γκους.

Η έκ­θε­ση του οι­κο­νο­μο­λό­γου

Οι ενά­γο­ντες ανέ­θε­σαν σε οι­κο­νο­μο­λό­γο να υπο­λο­γί­σει το ύψος της οφει­λής με δια­φο­ρε­τι­κή βάση, δη­λα­δή με κυ­μαι­νό­με­νο επι­τό­κιο Euribor τρι­μή­νου, πε­ρι­θώ­ριο 3,5%, την ει­σφο­ρά του ν. 128/1975 και εξα­μη­νιαίο ανα­το­κι­σμό. Σύμ­φω­να με την έκ­θε­σή του, που φέρει ημε­ρο­μη­νία 4 Φε­βρουα­ρί­ου 2025, οι τόκοι που θα έπρε­πε να είχαν χρε­ω­θεί, χωρίς επι­βά­ρυν­ση με τό­κους υπε­ρη­με­ρί­ας, ανέρ­χο­νταν σε 261.594,78 ευρώ και όχι στα 664.407,17 ευρώ που τε­λι­κά χρε­ώ­θη­καν. Με τον ίδιο υπο­λο­γι­σμό, το υπό­λοι­πο της οφει­λής την 1 Αυ­γού­στου 2024 δια­μορ­φω­νό­ταν σε 518.585 ευρώ αντί για 921.397,39 ευρώ. Η από­κλι­ση, κατά την ίδια ανά­λυ­ση, οφει­λό­ταν στη δια­φο­ρά του επι­το­κί­ου και στο επι­τό­κιο υπε­ρη­με­ρί­ας, που προ­σθέ­τει 2,5 μο­νά­δες στο εκά­στο­τε επι­τό­κιο.

Πάνω σε αυτή τη βάση στη­ρί­χθη­καν οι αι­τιά­σεις κατά της τρά­πε­ζας. Οι ενά­γο­ντες υπο­στή­ρι­ζαν ότι πα­ρα­βί­α­σε τις αρχές της καλής πί­στης, ότι εφάρ­μο­σε μη νό­μι­μα επι­τό­κια σε σχέση με τα επι­τρε­πτά εξω­τρα­πε­ζι­κά, ότι με­τα­κύ­λι­σε και ανα­τό­κι­σε πα­ρά­νο­μα την ει­σφο­ρά, ότι τους επι­βά­ρυ­νε με έξοδα και προ­μή­θειες που επί­σης ανα­τό­κι­ζε και ότι υπο­λό­γι­ζε τους τό­κους σε έτος 360 και όχι 365 ημε­ρών.

Δια­τεί­νο­νταν επι­πλέ­ον ότι πα­ρα­βιά­στη­κε το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, καθώς η οφει­λή ξε­περ­νού­σε το τρι­πλά­σιο του κε­φα­λαί­ου που έλα­βαν. Με κε­φά­λαιο 279.900 ευρώ, το ανώ­τα­το όριο κατά τους υπο­λο­γι­σμούς τους ήταν 839.700 ευρώ. Η τρά­πε­ζα, όπως ισχυ­ρί­ζο­νταν, αξί­ω­νε πα­ρά­νο­μα 81.697,39 ευρώ πα­ρα­πά­νω, ποσό που αντι­στοι­χού­σε σε ισό­πο­ση ζημία τους.

Τα αι­τή­μα­τα της αγω­γής

Με την αγωγή, οι ενά­γο­ντες ζη­τού­σαν να ανα­γνω­ρι­στεί ότι το πραγ­μα­τι­κό υπό­λοι­πο της οφει­λής ήταν 518.585 ευρώ. Ζη­τού­σαν επί­σης να ανα­γνω­ρι­στεί ότι από τη συ­μπε­ρι­φο­ρά της τρά­πε­ζας, την οποία χα­ρα­κτή­ρι­ζαν πα­ρά­νο­μη, υπέ­στη­σαν ζημία 402.812,39 ευρώ ή, επι­κου­ρι­κά, του­λά­χι­στον 81.697,39 ευρώ.

Πα­ράλ­λη­λα, επι­δί­ω­καν να δια­τα­χθεί λο­γι­στι­κή πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νη, να υπο­χρε­ω­θεί η τρά­πε­ζα να επι­δεί­ξει τα λο­γι­στι­κά της βι­βλία και τα έγ­γρα­φα με τις κι­νή­σεις των λο­γα­ρια­σμών και να επα­νυ­πο­λο­γι­στεί η οφει­λή με το χα­μη­λό­τε­ρο επι­τό­κιο. Ζη­τού­σαν ακόμη η από­φα­ση να κη­ρυ­χθεί προ­σω­ρι­νά εκτε­λε­στή, ώστε η τρά­πε­ζα να διορ­θώ­σει λο­γι­στι­κά την απει­κό­νι­ση της οφει­λής.

Το σκε­πτι­κό της απόρ­ρι­ψης

Το δι­κα­στή­ριο έκρι­νε την αγωγή ορι­σμέ­νη, με εξαί­ρε­ση το σκέ­λος που αφο­ρού­σε στη με­τα­κύ­λι­ση και τον ανα­το­κι­σμό της ει­σφο­ράς, τον υπο­λο­γι­σμό σε έτος 360 ημε­ρών και τα έξοδα και τις προ­μή­θειες. Εκεί, σύμ­φω­να με την από­φα­ση, οι ενά­γο­ντες πε­ριο­ρί­στη­καν σε γε­νι­κές ανα­φο­ρές για πα­ρά­νο­μες χρε­ώ­σεις, χωρίς να προσ­διο­ρί­σουν τα συ­γκε­κρι­μέ­να ποσά με τα οποία επι­βα­ρύν­θη­καν.

Το δι­κα­στή­ριο ση­μεί­ω­σε επι­πλέ­ον ότι η με­τα­κύ­λι­ση και ο ανα­το­κι­σμός της ει­σφο­ράς είναι νό­μι­μοι και ότι οι τρά­πε­ζες μπο­ρούν να συμ­φω­νούν επι­τό­κιο με­γα­λύ­τε­ρο από το εξω­τρα­πε­ζι­κό. Στο νο­μι­κό του σκε­πτι­κό ανέ­τρε­ξε στην απε­λευ­θέ­ρω­ση των τρα­πε­ζι­κών επι­το­κί­ων, που ξε­κί­νη­σε με την πράξη 1087/1987 του διοι­κη­τή της Τρά­πε­ζας της Ελ­λά­δος, για να κα­τα­λή­ξει ότι τρα­πε­ζι­κά και εξω­τρα­πε­ζι­κά επι­τό­κια απο­τε­λούν δια­κρι­τά και μη συ­γκρί­σι­μα με­γέ­θη.

Μια συμ­φω­νία που ξε­περ­νά το ανώ­τα­το εξω­τρα­πε­ζι­κό όριο δεν είναι, μόνο γι’ αυτόν τον λόγο, αθέ­μι­τη.

Ούτε για το τρι­πλά­σιο της οφει­λής δι­καιώ­θη­καν οι ενά­γο­ντες. Το δι­κα­στή­ριο έκρι­νε ότι το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 εφαρ­μό­ζε­ται μόνο σε συμ­βά­σεις που συ­νή­φθη­σαν πριν από την έναρ­ξη ισχύ­ος του, ενώ η επί­μα­χη σύμ­βα­ση υπο­γρά­φη­κε το 2009. Πρό­σθε­σε ότι στις συμ­βά­σεις αλ­λη­λό­χρε­ου λο­γα­ρια­σμού το όριο υπο­λο­γί­ζε­ται επί του χρε­ω­στι­κού υπο­λοί­που κατά την τε­λευ­ταία εκτα­μί­ευ­ση και όχι επί του κε­φα­λαί­ου που ελή­φθη, όπως υπο­στή­ρι­ζαν οι ενά­γο­ντες.

Μη νό­μι­μο κρί­θη­κε και το αί­τη­μα να επα­νυ­πο­λο­γι­στεί η οφει­λή με Euribor τρι­μή­νου και πε­ρι­θώ­ριο 3,5%. Κατά την από­φα­ση, η οφει­λή υπο­λο­γί­ζε­ται νό­μι­μα με το επι­τό­κιο της σύμ­βα­σης, προ­σαυ­ξη­μέ­νο κατά 2,5 μο­νά­δες ως τόκο υπε­ρη­με­ρί­ας, και όχι με το χα­μη­λό­τε­ρο επι­τό­κιο που πρό­τει­ναν οι ενά­γο­ντες, το οποίο μά­λι­στα δεν πε­ριε­λάμ­βα­νε κα­θό­λου υπε­ρη­με­ρία. Το δι­κα­στή­ριο υπεν­θύ­μι­σε ότι η σύμ­βα­ση έχει κα­ταγ­γελ­θεί από το 2016 και ότι οι ενά­γο­ντες έχουν κα­τα­στεί εδώ και πολλά χρό­νια υπε­ρή­με­ροι οφει­λέ­τες.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.