Ρεπορτάζ

Δικαίωση Ροδίτη επιχειρηματία έπειτα από εννέα χρόνια δικαστικής διαμάχης με την ΑΑΔΕ για ποσό 26.326,74 ευρώ

• Το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη ερήμην απόφαση και απέρριψε στο σύνολό της την ανακοπή του Δημοσίου ως αόριστη, κρίνοντας ότι δεν περιγραφόταν με σαφήνεια η έννομη σχέση από την οποία απέρρεε η φερόμενη οφειλή του τρίτου προς την οφειλέτιδα του Δημοσίου

Τέλος σε μια δικαστική περιπέτεια που κρατούσε σχεδόν μία δεκαετία έβαλε το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, εκδίδοντας απόφαση η οποία ανατρέπει πλήρως την εικόνα που είχε διαμορφωθεί σε πρώτο βαθμό. Η υπόθεση αφορούσε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου που είχε επιβληθεί από τη Δ.Ο.Υ. Ρόδου σε βάρος ημεδαπού επιχειρηματία της Παστίδας, με σκοπό την είσπραξη φερόμενης οφειλής του προς γυναίκα που χρωστούσε στο Δημόσιο σημαντικά ποσά.

Η υπόθεση ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου 2017, όταν ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Ρόδου εξέδωσε έγγραφο αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, με το οποίο φέρεται να δεσμεύτηκαν όσα ο ημεδαπός όφειλε ή θα όφειλε στο μέλλον σε ημεδαπή, η οποία βαρυνόταν με ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 55.895,74 ευρώ. Το ποσό για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση στον επιχειρηματία ανερχόταν σε 26.326,74 ευρώ και θεμελιωνόταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της φορολογικής αρχής, σε διαταγή πληρωμής που είχε εκδοθεί το έτος 2009 από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Ο ημεδαπός, μόλις παρέλαβε το κατασχετήριο, προέβη στις 25 Αυγούστου 2017 σε αρνητική δήλωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ρόδου. Διατείνεται ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε επαγγελματική σχέση με την οφειλέτιδα του Δημοσίου και υποστηρίζει ότι το τιμολόγιο της 28ης Απριλίου 2009, βάσει του οποίου εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αναφερόταν σε συναλλαγή παροχής υπηρεσιών η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, ουδέποτε έλαβε χώρα. Επικουρικά, προέβαλε ότι η επικαλούμενη απαίτηση είχε ήδη παραγραφεί, καθώς είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας από την έκδοση και την πρώτη κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής, χωρίς να ακολουθήσει δεύτερη κοινοποίηση που θα προσέδιδε ισχύ δεδικασμένου στον τίτλο.
Η ΑΑΔΕ, ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, άσκησε ανακοπή κατά της δήλωσης του ημεδαπού στις 19 Σεπτεμβρίου 2017, ζητώντας να αναγνωριστεί η ανακρίβειά της και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει το ποσό των 26.326,74 ευρώ νομιμοτόκως από την 2α Ιουλίου 2009. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με την υπ’ αριθμόν 9/2020 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην του καθ’ ου, έκανε δεκτή την ανακοπή κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου ομολογίας που συνάγεται από την ερημοδικία. Η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στον ημεδαπό στις 19 Φεβρουαρίου 2020.
Ο εκκαλών άσκησε εμπρόθεσμα έφεση στις 8 Ιουλίου 2020, αξιοποιώντας τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 74 παράγραφος 1 του ν. 4690/2020, σύμφωνα με την οποία το χρονικό διάστημα της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων από τις 13 Μαρτίου έως τις 31 Μαΐου 2020 δεν υπολογιζόταν στις νόμιμες προθεσμίες άσκησης ένδικων μέσων. Η συζήτηση είχε αρχικά οριστεί για τις 5 Δεκεμβρίου 2025, ωστόσο αναβλήθηκε για τις 6 Μαρτίου 2026.
Με το εφετήριό του ο ημεδαπός ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης στο σύνολό της, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλά και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Ρόδου κ. Γεώργιο Κακακιό, ενώ την ΑΑΔΕ εκπροσώπησε η δικαστική πληρεξουσία του ΝΣΚ κ. Φραντζέσκα Κοντιζά.
Η ουσιαστική κρίση του Εφετείου εστιάζεται στο ζήτημα της επάρκειας του δικογράφου της ανακοπής. Σύμφωνα με την απόφαση, η ΑΑΔΕ, ως ανακόπτουσα, όφειλε να επικαλεστεί κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την κατασχεθείσα απαίτηση, δηλαδή τη δικαιογόνο αιτία της οφειλής του τρίτου προς την οφειλέτιδα του Δημοσίου, αλλά και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν. Ιδίως όταν η φερόμενη απαίτηση απορρέει από σύμβαση έργου, το βάρος επίκλησης περιλαμβάνει την καταρτισθείσα σύμβαση, το εκτελεστέο έργο και τη συμφωνηθείσα αμοιβή.
Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, η ανακοπή περιοριζόταν σε απλή επίκληση της διαταγής πληρωμής του 2009, χωρίς να προσδιορίζει με σαφήνεια το περιεχόμενο και τους όρους της έννομης σχέσης μεταξύ του ημεδαπού και της οφειλέτιδας του Δημοσίου. Δεν αναφέρονταν συγκεκριμένες επιμέρους συμβάσεις, ούτε η διάρκειά τους, ούτε ο τρόπος εκπλήρωσης των παροχών.
Επιπλέον, λόγω της κατηγορηματικής άρνησης του τρίτου ως προς την ίδια την ύπαρξη οποιασδήποτε επαγγελματικής συνεργασίας, δεν συνέτρεχε η περίπτωση κατά την οποία αρκεί η αμφισβήτηση από την ανακόπτουσα μιας επιμέρους ένστασης. Η ΑΑΔΕ, επέχοντας θέση ενάγουσας, έπρεπε να αναπτύξει πλήρως τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησης, κάτι που, κατά την κρίση του Εφετείου, δεν έπραξε.
Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο εξαφάνισε την υπ’ αριθμόν 9/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε στην ουσία και απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη και απαράδεκτη.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου