Νέο κεφάλαιο γράφτηκε στη γνωστή δικαστική περιπέτεια που ξεκίνησε από καταγγελίες κατοίκου του Παραδεισίου σχετικά με φερόμενη απάτη μέσω εικονικών αμοιβαίων κεφαλαίων, με τον Άρειο Πάγο να απορρίπτει την αναίρεση που είχε ασκήσει εμπλεκόμενη τράπεζα κατά της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Η εξέλιξη αυτή σφραγίζει τελεσίδικα την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης προς τον ενάγοντα, ολοκληρώνοντας μια δικαστική διαδρομή που εκτυλίχθηκε σε πολλαπλά επίπεδα, ποινικό και αστικό.
Η πορεία της υπόθεσης από το πρωτοδικείο έως το ανώτατο δικαστήριο
Η δικαστική διαμάχη είχε ξεκινήσει με την αγωγή που άσκησε ημεδαπός, κάτοικος Παραδεισίου, διεκδικώντας συνολικά το ποσό των 418.884 ευρώ από έναν ασφαλιστικό σύμβουλο, μια ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, μια ανώνυμη εταιρεία ασφαλίσεων ζωής, έναν τραπεζικό υπάλληλο και δύο τράπεζες. Με την υπ’ αριθμ. 11/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, ενώ ακολούθησε η υπ’ αριθμ. 115/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία διαμόρφωσε το τελικό πλαίσιο των ευθυνών.
Σύμφωνα με την εφετειακή κρίση, ο πρώην ασφαλιστικός σύμβουλος υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 79.783,07 ευρώ. Από αυτό, τα 56.848,15 ευρώ επιδικάστηκαν εις ολόκληρον με την «Thetis ΑΕΔΑΚ», ενώ τα 49.100 ευρώ επιδικάστηκαν εις ολόκληρον με τραπεζικό υπάλληλο και την Εθνική Τράπεζα, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση. Το δικαστήριο απήγγειλε επιπλέον προσωπική κράτηση επτά μηνών σε βάρος του πρώην ασφαλιστικού συμβούλου και του τραπεζικού υπαλλήλου, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης.
Η απόρριψη της αναίρεσης από τον Άρειο Πάγο
Η εμπλεκόμενη τράπεζα, επιχειρώντας να ανατρέψει την εφετειακή κρίση, άσκησε αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το ανώτατο δικαστήριο, ωστόσο, απέρριψε την αναίρεση, κρίνοντας ότι δεν υφίστανται οι λόγοι που θα δικαιολογούσαν την εξαφάνιση της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με την κρίση αυτή, η υποχρέωση καταβολής του επιδικασθέντος ποσού καθίσταται οριστική και αμετάκλητη, χωρίς δυνατότητα περαιτέρω αμφισβήτησης μέσω τακτικών ή εκτάκτων ένδικων μέσων.
Πρόκειται για εξέλιξη που, σύμφωνα με νομικούς κύκλους, θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αναγνωρίζει τελεσίδικα τη συνευθύνη του τραπεζικού ιδρύματος για τη ζημία που υπέστη ο ενάγων, σε συνδυασμό με τις ενέργειες του τραπεζικού υπαλλήλου που κρίθηκε συνυπεύθυνος.
Το ιστορικό των φερόμενων παράνομων ενεργειών
Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη των δικαστηρίων, ο ενάγων υποστήριξε ότι γνώριζε από το έτος 1984 τον πρώτο εναγόμενο, με τον οποίο είχε αναπτύξει στενές φιλικές σχέσεις. Όπως διατείνεται, ο πρώην ασφαλιστικός σύμβουλος εμφανιζόταν ως ικανός και έμπειρος επαγγελματίας του χώρου, διευθυντής και προϊστάμενος υποκαταστήματος ομίλου ασφαλιστικών εταιρειών στη Ρόδο, και τον είχε ενημερώσει μαζί με τη σύζυγό του για επενδυτικά προϊόντα τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, θα πολλαπλασίαζαν τα κεφάλαιά τους.
Τα προϊόντα αυτά παρουσιάζονταν ως συνδεδεμένα με μεγάλα αλλοδαπά επενδυτικά σχήματα και επιχειρήσεις διεθνούς αναγνώρισης, με σταθερές και εγγυημένες υψηλές αποδόσεις, χωρίς τους κινδύνους που ενείχαν οι επενδύσεις στο Χρηματιστήριο Αξιών. Ο ενάγων και η σύζυγός του ξεκίνησαν να επενδύουν από το έτος 1996, ενώ από το 1998 πείστηκαν να τοποθετήσουν κεφάλαια σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων. Κατά το χρονικό διάστημα από τις 26 Νοεμβρίου 1998 έως τις 10 Μαρτίου 2010, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατέβαλε για τον σκοπό αυτό συνολικά το ποσό των 197.277,98 ευρώ.
Η αποκάλυψη και η διαπίστωση των πραγματικών
συναλλαγών
Στις αρχές του έτους 2009, ο ενάγων ζήτησε να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες προκειμένου να εξαγοράσει μέρος των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, πιστεύοντας ότι θα του αποδίδονταν περίπου 369.000 ευρώ. Τότε διαπίστωσε, όπως υποστηρίζει, ότι αντί των επενδύσεων είχαν καταρτιστεί ασφαλίσεις ζωής, ότι τα σχετικά ασφαλιστήρια συμβόλαια είχαν ακυρωθεί ή εξαγοραστεί και ότι τα ποσά είχαν αποδοθεί χωρίς τη γνώση ή τη συναίνεσή του.
Ο ενάγων διατείνεται ότι ουδέποτε έδωσε εντολή ή πληρεξουσιότητα για την κατάρτιση συμβάσεων ασφάλισης ζωής, ούτε για την εξαγορά των σχετικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ενώ δεν είχαν υπογραφεί από εκείνον οι αιτήσεις που απαιτούνταν για τις ως άνω συναλλαγές.
Η ποινική διάσταση και η αστική κρίση
Σε ποινικό επίπεδο, ο πρώην ασφαλιστικός σύμβουλος είχε κριθεί ένοχος από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου για τις πράξεις της πλαστογραφίας και της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, ενώ ο τραπεζικός υπάλληλος είχε καταδικαστεί για άμεση συνέργεια σε υπεξαίρεση. Το Πενταμελές Εφετείο, ωστόσο, με απόφασή του το έτος 2019 έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη και των δύο για όλα τα αδικήματα, λόγω παραγραφής.
Σε ό,τι αφορά την αστική διάσταση, το Εφετείο Δωδεκανήσου έκρινε ότι ο ασφαλιστικός σύμβουλος ζημίωσε την περιουσία του ενάγοντος κατά το συνολικό ποσό των 69.783,07 ευρώ, χωρίς να αποδειχθεί ότι κάποιο χρηματικό ποσό αποδόθηκε στον ενάγοντα έναντι της ζημίας. Παράλληλα, απορρίφθηκε ως μη βάσιμος ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου περί ύπαρξης δανείων, και μάλιστα τοκογλυφικών, μεταξύ του ιδίου και του ενάγοντος. Επιπλέον, το δικαστήριο έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε θεωρήσει αόριστη την αγωγή ως προς την «Alpha Bank Α.Ε.».
Την υπόθεση χειρίστηκαν για τον ενάγοντα ο κ. Κώστας Κυπραίος και για τους εναγόμενους οι κ.κ. Φώτης Κωστόπουλος, Άκης Δημητριάδης, Θεόδωρος Μπακρατσάς και η κ. Αικατερίνη Κυπριώτη.


















