ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πέθανε ο Λάκης Ραπτάκης, ο άνθρωπος που έχτισε αυτοκρατορία 48 μαγαζιών και σφράγισε τη Ρόδο με το La Scala και το Bodroum

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
xrwma-raptakis
Μέγεθος γραμμάτων

• Ο πρω­το­πό­ρος επι­χει­ρη­μα­τί­ας της δια­σκέ­δα­σης έφυγε αιφ­νι­δια­στι­κά σε ηλι­κία 79 ετών το από­γευ­μα της Πέμ­πτης 05.02.2026, αφή­νο­ντας πίσω του ένα απο­τύ­πω­μα που ξε­κι­νά από τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, κο­ρυ­φώ­νε­ται στην Αθήνα και απο­κτά διε­θνές κα­λο­και­ρι­νό στίγ­μα στη Ρόδο

Το από­γευ­μα της Πέμ­πτης 05.02.2026, ο Λάκης Ρα­πτά­κης έφυγε ξαφ­νι­κά από τη ζωή σε ηλι­κία 79 ετών, προ­δο­μέ­νος από την καρ­διά του. Η εί­δη­ση του θα­νά­του του βύ­θι­σε στη θλίψη αν­θρώ­πους που τον έζη­σαν από κοντά, συ­νερ­γά­τες, φί­λους, πρό­σω­πα της δια­σκέ­δα­σης και της τέ­χνης, αλλά και όσους ταύ­τι­σαν την έξοδο, το στιλ και την έντα­ση μιας ολό­κλη­ρης πε­ριό­δου με την υπο­γρα­φή του. Για δε­κα­ε­τί­ες, το όνομά του στά­θη­κε σχε­δόν συ­νώ­νυ­μο της νυ­χτε­ρι­νής βιο­μη­χα­νί­ας, μιας βιο­μη­χα­νί­ας που εκεί­νος αντι­με­τώ­πι­σε ως δη­μιουρ­γία, ως σκη­νο­θε­σία, ως εμπει­ρία.

Ο Ρα­πτά­κης δεν ήταν απλώς ένας ιδιο­κτή­της μα­γα­ζιών. Ήταν ο άν­θρω­πος που διά­βα­ζε τις τά­σεις, τα­ξί­δευε, έφερ­νε ιδέες και τις προ­σαρ­μό­ζε στην ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, χτί­ζο­ντας χώ­ρους που έγι­ναν ση­μεία ανα­φο­ράς. Από τη δε­κα­ε­τία του 1970 μέχρι πρό­σφα­τα, δη­μιούρ­γη­σε 48 νυ­χτε­ρι­νά μα­γα­ζιά, από κλαμπ και μπαρ έως μπου­ζού­κια και εστια­τό­ρια, κα­τα­φέρ­νο­ντας να θε­ω­ρεί­ται ένας από τους πιο επι­τυ­χη­μέ­νους επι­χει­ρη­μα­τί­ες της γε­νιάς του. Κι αν η Θεσ­σα­λο­νί­κη υπήρ­ξε το πρώτο του ερ­γα­στή­ριο και η Αθήνα η με­γά­λη σκηνή της κα­θιέ­ρω­σης, η Ρόδος έμελ­λε να γίνει το κα­λο­και­ρι­νό του απο­τύ­πω­μα, το νησί όπου η νύχτα απέ­κτη­σε πιο διε­θνή γλώσ­σα, πιο του­ρι­στι­κή έντα­ση και μια λάμψη που στό­χευε πέρα από τα ελ­λη­νι­κά σύ­νο­ρα.

Από τη Θεσ­σα­λο­νί­κη της πρώ­της ντί­σκο στην Ελ­λά­δα μέχρι την αθη­ναϊ­κή κυ­ριαρ­χία

Η δια­δρο­μή ξε­κί­νη­σε από τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, τόπο κα­τα­γω­γής του. Όπως ο ίδιος είχε αφη­γη­θεί σε συ­νέ­ντευ­ξή του στην εκ­πο­μπή «Στού­ντιο 4» τον Μάρ­τιο του 2024, το πρώτο του μα­γα­ζί άνοι­ξε στα τέλη του 1971 με αρχές του 1972 και ήταν η ντί­σκο «Tiffany’s». Πε­ριέ­γρα­φε τα πρώτα βή­μα­τα με ει­κό­νες σχε­δόν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές, με την οι­κο­δο­μή ακόμη ανοι­χτή, χωρίς εξώ­πορ­τα, και τον ίδιο να κοι­μά­ται μέσα για να φυ­λά­ει το μα­γα­ζί. Εκεί­νη η εκ­κί­νη­ση δεν ήταν απλώς μια επι­χει­ρη­μα­τι­κή από­πει­ρα, αλλά η πρώτη δή­λω­ση ενός τρό­που σκέ­ψης, ότι η νύχτα θέλει ρίσκο, έν­στι­κτο και συ­νε­χή πα­ρου­σία.

Το επό­με­νο βήμα ήταν το «Studio 51», με το όνομα να κου­βα­λά την έμπνευ­ση της διεύ­θυν­σης, Προ­ξέ­νου Κο­ρο­μη­λά 51, αλλά και την τότε πα­γκό­σμια κουλ­τού­ρα του κλα­μπινγκ, με τον ίδιο να ανα­φέ­ρε­ται στην εποχή που «γι­νό­ταν πά­τα­γος» με το Studio 54 στη Νέα Υόρκη. Η έμπνευ­ση δεν ήταν τυ­χαία. Ο Ρα­πτά­κης είχε τα­ξι­δέ­ψει στο Λον­δί­νο και εκεί είδε τις πρώ­τες ντί­σκο, όπως έλεγε, και κου­βά­λη­σε την ιδέα πίσω, για να τη με­τα­τρέ­ψει σε ελ­λη­νι­κό προ­ϊ­όν με δι­κούς του όρους.

Η κά­θο­δος στην Αθήνα ήρθε αρ­γό­τε­ρα, με τον ίδιο να το­πο­θε­τεί κομ­βι­κά την αλ­λα­γή γύρω στο 1988. Εκεί, όπως έχει ει­πω­θεί, «έφερε επα­νά­στα­ση», όχι μόνο με την ίδρυ­ση ή τη δια­χεί­ρι­ση χώρων που έγι­ναν θρύ­λοι, αλλά με τη φι­λο­σο­φία που επέ­βα­λε. Στην αθη­ναϊ­κή του λίστα κα­τα­γρά­φο­νται μα­γα­ζιά που έμει­ναν ως ανα­φο­ρές για την εποχή τους, όπως «Prive», «Loft», «Αίγλη», «Χά­ντρες», «Amazon», «Lobby», «4711», «Ακρω­τή­ρι» και «Φιξ». Ο ίδιος μι­λού­σε για την «Αίγλη» στο Ζάπ­πειο με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή έντα­ση, πε­ρι­γρά­φο­ντας την κα­τά­στα­ση που πα­ρέ­λα­βε και τη με­τα­μόρ­φω­ση που επι­δί­ω­ξε, θέ­λο­ντας να απο­δεί­ξει ότι ακόμη και ένας χώρος που έμοια­ζε ξε­χα­σμέ­νος μπο­ρού­σε να γίνει ξανά πόλος.

Πα­ράλ­λη­λα, ο Ρα­πτά­κης πε­ριέ­γρα­φε και τη δική του συμ­βο­λή στην αλ­λα­γή των μπου­ζου­κιών, μι­λώ­ντας για κλαμπ μπου­ζού­κι, για δια­φο­ρε­τι­κή αι­σθη­τι­κή, για άλλες συ­νή­θειες, για ρυθ­μούς που σή­με­ρα μοιά­ζουν σχε­δόν αδια­νό­η­τοι, όπως ότι τότε έπαι­ζαν 7 μέρες την εβδο­μά­δα. Σε εκεί­νη την αφή­γη­ση, το επι­χει­ρη­μα­τι­κό του έν­στι­κτο συν­δέ­ε­ται με κάτι βα­θύ­τε­ρο, με τη δη­μιουρ­γία ενός μο­ντέ­λου δια­σκέ­δα­σης που δεν έβλε­πε απλώς τον πε­λά­τη ως πε­λά­τη, αλλά ως μέρος ενός σκη­νι­κού.

Η Ρόδος ως κα­λο­και­ρι­νή βι­τρί­να και διε­θνές στοί­χη­μα

Μέσα σε αυτή την ευ­ρεία αυ­το­κρα­το­ρία, η Ρόδος κα­τα­λαμ­βά­νει ξε­χω­ρι­στή θέση, όχι ως μια απλή γε­ω­γρα­φι­κή επέ­κτα­ση, αλλά ως το πεδίο όπου το ελ­λη­νι­κό nightlife συ­να­ντού­σε πιο άμεσα τον του­ρι­σμό υψη­λών απαι­τή­σε­ων.

Ο ίδιος έχει ανα­φερ­θεί χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στη Ρόδο και στο «La Scala», εξη­γώ­ντας ακόμη και την επι­λο­γή του ονό­μα­τος με μια ει­κό­να απλή και απο­κα­λυ­πτι­κή για τη νο­ο­τρο­πία του, ότι το είπαν έτσι επει­δή «εί­χα­με ανέ­βει πολ­λές σκά­λες». Πίσω από τη φράση, κρύ­βε­ται η πρα­κτι­κή του ματιά, το πώς έδινε ταυ­τό­τη­τα σε έναν χώρο, όχι με θε­ω­ρία, αλλά με εμπει­ρία.

Στη Ρόδο, το «La Scala» και το «Bodroum» ανα­φέ­ρο­νται ως κομ­βι­κοί σταθ­μοί. Σε μια πε­ρί­ο­δο που το νησί λει­τουρ­γού­σε ως διε­θνής προ­ο­ρι­σμός, η επι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα του Ρα­πτά­κη εκεί απο­κτά άλλο βάρος. Η Ρόδος δεν είναι Αθήνα, δεν είναι Θεσ­σα­λο­νί­κη. Είναι ένα κα­λο­και­ρι­νό οι­κο­σύ­στη­μα που αλ­λά­ζει ρυθμό, που βα­σί­ζε­ται σε επι­σκέ­πτες, σε επο­χι­κό­τη­τα, σε υψη­λές προσ­δο­κί­ες για εμπει­ρία. Και ακρι­βώς εκεί ο Ρα­πτά­κης φά­νη­κε να βρί­σκει ένα πεδίο όπου μπο­ρού­σε να που­λή­σει όχι μόνο ποτό και μου­σι­κή, αλλά μια ει­κό­να δια­σκέ­δα­σης που ται­ριά­ζει στον του­ρι­στι­κό μύθο του νη­σιού.

Τα μα­γα­ζιά στη Ρόδο λει­τούρ­γη­σαν ως βι­τρί­να, ως στίγ­μα, ως δή­λω­ση ότι το ελ­λη­νι­κό κα­λο­καί­ρι μπο­ρεί να έχει τη δική του σκηνή με όρους κο­σμο­πο­λί­τι­κους. Η πα­ρου­σία ενός ονό­μα­τος που είχε ήδη συν­δε­θεί με ιστο­ρι­κά στέ­κια της Αθή­νας και της Θεσ­σα­λο­νί­κης, έδινε στη Ρόδο μια επι­πλέ­ον δυ­να­μι­κή. Για πολ­λούς, η ρο­δια­κή του δρα­στη­ριό­τη­τα δεν ήταν απλώς ακόμη ένα κε­φά­λαιο, αλλά το ση­μείο όπου η ελ­λη­νι­κή νύχτα, μέσα από την επι­χει­ρη­μα­τι­κή του ματιά, συ­νο­μι­λού­σε πιο άμεσα με το διε­θνές κοινό του νη­σιού.

Η λο­γι­κή των 48 μα­γα­ζιών και το μο­ντέ­λο της επιρ­ρο­ής

Ο ίδιος είχε ανα­φερ­θεί στο μέ­γε­θος της αυ­το­κρα­το­ρί­ας του με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή αυ­το­πε­ποί­θη­ση, λέ­γο­ντας ότι είχαν φτά­σει πε­ρί­που στα 47 με 48 μα­γα­ζιά στην Ελ­λά­δα και ότι είναι «για ρεκόρ Guinness».

Πέρα όμως από τον αριθ­μό, η ουσία βρί­σκε­ται στο πώς αυτά τα μα­γα­ζιά λει­τουρ­γού­σαν ως δί­κτυο επιρ­ρο­ής. Κάθε νέο άνοιγ­μα δεν ήταν ένα τυ­χαίο εγ­χεί­ρη­μα. Ήταν μια κί­νη­ση σε έναν χάρτη όπου η δια­σκέ­δα­ση, η μόδα, η τη­λε­ό­ρα­ση, η μου­σι­κή και οι κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις ενώ­νο­νταν.

Ο Ρα­πτά­κης καλ­λιέρ­γη­σε την ει­κό­να του αν­θρώ­που που δεν έφτια­χνε απλώς χώ­ρους, αλλά προ­ο­ρι­σμούς. Έτσι εξη­γεί­ται και το γιατί σε αφη­γή­σεις γύρω από τα μα­γα­ζιά του εμ­φα­νί­ζο­νται με­γά­λα ονό­μα­τα. Ο ίδιος είχε πει ότι στα μα­γα­ζιά του σύ­χνα­ζαν σταρ όπως η Αλίκη Βου­γιου­κλά­κη και η Ει­ρή­νη Παππά, ενώ είχε ανα­φέ­ρει και την πα­ρου­σία της Sharon Stone. Επί­σης ως θα­μώ­νες έχουν ανα­φερ­θεί η Άννα Βίσση και η Καίτη Γαρ­μπή, μαζί με άλλα γνω­στά πρό­σω­πα της μου­σι­κής, της τη­λε­ό­ρα­σης και της υπο­κρι­τι­κής. Σε μια χώρα όπου η δια­σκέ­δα­ση συχνά λει­τουρ­γεί ως δη­μό­σια σκηνή, αυτή η προ­σέλ­κυ­ση προ­σώ­πων δεν ήταν μόνο θέμα δη­μο­σιό­τη­τας, αλλά και από­δει­ξη ότι ο χώρος είχε χτί­σει κύρος.

Η προ­σω­πι­κή ζωή στη δη­μο­σιό­τη­τα και η ιστο­ρία με τη Βάνα Μπάρ­μπα

Η ζωή του Ρα­πτά­κη δεν έμει­νε μόνο στα επι­χει­ρη­μα­τι­κά. Μέρος της δη­μό­σιας ει­κό­νας του πέ­ρα­σε και μέσα από την προ­σω­πι­κή του ιστο­ρία, ει­δι­κά από τη σχέση του με τη Βάνα Μπάρ­μπα. Η σχέση τους ξε­κί­νη­σε το 1998 και κρά­τη­σε πε­ρί­που 2 χρό­νια, με τον χω­ρι­σμό το 2000 να συ­νο­δεύ­ε­ται από έντο­νη δη­μό­σια αντι­πα­ρά­θε­ση.

Από τη μία πλευ­ρά υπήρ­ξε μή­νυ­ση από τη Βάνα Μπάρ­μπα με κα­ταγ­γε­λία για επί­θε­ση έξω από το σπίτι της, την οποία συ­νέ­δε­σε με ζήλια. Από την άλλη πλευ­ρά, ο Λάκης Ρα­πτά­κης προ­χώ­ρη­σε σε αγωγή υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι της είχε δα­νεί­σει χρή­μα­τα που δεν του επέ­στρε­ψε.

Με τα χρό­νια, η ει­κό­να αυτή με­τα­κι­νή­θη­κε. Οι δυο τους κα­τά­φε­ραν να γε­φυ­ρώ­σουν τις δια­φο­ρές τους και να χτί­σουν ξανά μια σχέση, αυτή τη φορά φι­λι­κή. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη δια­δρο­μή, από τον θυ­ελ­λώ­δη έρωτα στην έντα­ση και έπει­τα στη συμ­φι­λί­ω­ση, ενί­σχυ­σε ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο το δη­μό­σιο εν­δια­φέ­ρον για το πρό­σω­πό του, σε μια εποχή που ο επι­χει­ρη­μα­τί­ας της νύ­χτας λει­τουρ­γού­σε συχνά και ως πρό­σω­πο της επι­και­ρό­τη­τας.

Το τέλος μιας γε­νιάς που όρισε τη δια­σκέ­δα­ση

Ο θά­να­τος του Λάκη Ρα­πτά­κη δεν αφορά μόνο ένα πρό­σω­πο. Αφορά στο κλεί­σι­μο ενός κύ­κλου, μιας γε­νιάς επι­χει­ρη­μα­τιών που δια­μόρ­φω­σαν τη νύχτα ως πο­λι­τι­σμι­κό και κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο. Από τα πρώτα του βή­μα­τα στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, με το «Tiffany’s» και το «Studio 51», μέχρι τις με­γά­λες του στιγ­μές στην Αθήνα με χώ­ρους όπως η «Αίγλη», το «Prive» και το «Loft», και μέχρι το κα­λο­και­ρι­νό, του­ρι­στι­κό, πιο διε­θνές στίγ­μα της Ρόδου με το «La Scala» και το «Bodroum», το απο­τύ­πω­μά του δεν με­τριέ­ται μόνο σε τα­μεία και αφί­σες.

Με­τριέ­ται στις μνή­μες μιας επο­χής όπου η νύχτα είχε άλ­λους κώ­δι­κες, άλ­λους ρυθ­μούς, άλλη διάρ­κεια. Με­τριέ­ται στο πώς ένας επι­χει­ρη­μα­τί­ας κα­τά­φε­ρε να συν­δέ­σει τη δια­σκέ­δα­ση με το αφή­γη­μα της πόλης και, στη Ρόδο, με το αφή­γη­μα του ελ­λη­νι­κού κα­λο­και­ριού. Και τώρα, με την απου­σία του, αυτό που μένει είναι η αί­σθη­ση ότι ένα κομ­μά­τι της ιστο­ρί­ας της νυ­χτε­ρι­νής Ελ­λά­δας γρά­φτη­κε με την υπο­γρα­φή του και δύ­σκο­λα θα επα­να­λη­φθεί με τον ίδιο τρόπο.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.