Ρεπορτάζ

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου απέρριψε αιτήσεις συμβασιούχων στον Δήμο Ρόδου και ξεκαθαρίζει μέχρι πού φτάνει η προσωρινή προστασία τους

Τρία διαδοχικά κείμενα δικαστικής κρίσης, με αριθμούς 40/2026, 41/2026 και 42/2026, έρχονται από το ίδιο δικαστήριο, στο ίδιο αντικείμενο, την ίδια χρονική περίοδο. Πρόκειται για αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, σε υποθέσεις που συνδέονται με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και με το αίτημα προσωρινής ρύθμισης μιας κατάστασης που οι εργαζόμενοι θεωρούν ότι έχει στοιχεία κατάχρησης.
Στην καρδιά τους βρίσκεται το γνώριμο, επίμονο ερώτημα που επανέρχεται τα τελευταία χρόνια στους ΟΤΑ: πότε η διαδοχική ανανέωση συμβάσεων παύει να είναι «νόμιμη ευελιξία» και αρχίζει να μοιάζει με υποκατάσταση πάγιων και διαρκών αναγκών.
Οι 3 αποφάσεις δεν κινούνται στο επίπεδο των συνθημάτων. Χτίζουν αναλυτικό σκεπτικό, παραπέμπουν σε εθνικές διατάξεις και στην ευρωπαϊκή κατεύθυνση για την αποτροπή καταχρηστικών πρακτικών, αλλά ταυτόχρονα επιμένουν στα όρια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, δηλαδή στο τι μπορεί να «κρατήσει» προσωρινά ένα δικαστήριο χωρίς να λύσει οριστικά την κύρια διαφορά.
Και στις 3 περιπτώσεις το δικαστήριο κινείται στη λογική της προσωρινής δικαστικής προστασίας, δηλαδή της πιθανολόγησης και του επείγοντος, όχι της τελικής κρίσης όπως σε μια κύρια αγωγή.
Το σκεπτικό αναπτύσσεται πάνω σε μια σταθερή βάση: οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα και στους ΟΤΑ έχουν αυστηρό πλαίσιο, τόσο σε επίπεδο ελληνικού δικαίου όσο και σε επίπεδο ευρωπαϊκής έννομης τάξης, όμως η προσωρινή διαδικασία δεν μπορεί να καταλήγει σε αποτέλεσμα που ισοδυναμεί με οριστική μεταβολή του εργασιακού καθεστώτος.
Στο κείμενο των αποφάσεων παρατίθενται αναφορές σε βασικές διατάξεις που επανέρχονται στην ελληνική νομολογία για τέτοιες υποθέσεις, όπως κανόνες που αφορούν στην καταγγελία και τα αποτελέσματά της, αλλά και στο ειδικό καθεστώς για τον δημόσιο τομέα, με έμφαση στο ΠΔ 164/2004, το οποίο περιγράφεται ως κομβικό φίλτρο για τη μετατροπή σχέσεων ή για τη θεμελίωση αξιώσεων που «μοιάζουν» με μετατροπή. Παράλληλα, υπάρχει εκτενής αναφορά στον τρόπο που η οδηγία 1999/70/ΕΚ και το πλαίσιο για την αποτροπή κατάχρησης από διαδοχικές συμβάσεις λειτουργεί ως κατεύθυνση, όχι ως αυτόματο εργαλείο μετατροπής στο ελληνικό δίκαιο.
Στην απόφαση 40/2026 αναφέρονται 3 αιτούντες.
Στην απόφαση 41/2026 αναφέρονται 3 αιτούντες.
Στην απόφαση 42/2026 αναφέρεται 1 αιτών.
Το κεντρικό νήμα που ενώνει το σκεπτικό είναι ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με λογική «έμμεσης μετατροπής» μέσα από προσωρινά μέτρα. Το δικαστήριο περιγράφει πως η χρήση ασφαλιστικών μέτρων έχει συγκεκριμένο σκοπό: να αποτρέψει άμεσο κίνδυνο ή να διατηρήσει μια κατάσταση μέχρι να κριθεί η κύρια διαφορά, όχι να δημιουργήσει νέα πραγματικότητα που θα δεσμεύει ουσιαστικά τη διοίκηση και θα προκαταλαμβάνει την τελική κρίση.
Στις σελίδες του σκεπτικού αναδεικνύεται και η διάκριση ανάμεσα σε αυτό που οι αιτούντες επικαλούνται ως πραγματικές ανάγκες της υπηρεσίας και σε αυτό που ο νόμος επιτρέπει ως μέτρο αντιμετώπισης. Γίνεται εκτενής αναφορά στο ό,τι οι κανόνες για την πρόσληψη, την υπηρεσιακή κάλυψη και τον έλεγχο νομιμότητας στον δημόσιο τομέα δεν αφήνουν περιθώριο στο δικαστήριο των ασφαλιστικών να λειτουργήσει σαν μηχανισμός παράκαμψης των θεσμικών φίλτρων. Το βάρος πέφτει στην προϋπόθεση της πιθανολόγησης, στη σύνδεση με συγκεκριμένο κίνδυνο και στην αναλογικότητα του μέτρου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το δικαστήριο ενσωματώνει την ευρωπαϊκή διάσταση, χωρίς να τη μετατρέπει σε αυτοματισμό. Η οδηγία που αναφέρεται στο σκεπτικό εμφανίζεται ως εργαλείο ερμηνείας και ως θεμέλιο της ανάγκης αποτροπής της κατάχρησης, όμως παράλληλα καταγράφεται πως η εσωτερική έννομη τάξη έχει συγκεκριμένες προβλέψεις, περιορισμούς και διαδικαστικά όρια. Το μήνυμα που προκύπτει είναι ότι ακόμα και όταν τίθενται ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της κατάχρησης, η προσωρινή διαδικασία δεν είναι ο δρόμος για να παραχθεί αποτέλεσμα αντίστοιχο με οριστική δικαστική αναγνώριση σχέσης αορίστου χρόνου.
Το σκεπτικό αναπτύσσεται με αναφορές σε νομολογία και σε εθνικές διατάξεις που χρησιμοποιούνται συστηματικά σε τέτοιες υποθέσεις, με στόχο να εξηγηθεί γιατί η έννοια της «πάγιας και διαρκούς ανάγκης» δεν αρκεί από μόνη της για να ξεκλειδώσει προσωρινό δικαστικό αποτέλεσμα που θα δεσμεύσει τον δημόσιο εργοδότη.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου