ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Αφιέρωμα στα πολιτιστικά δρώμενα της Αστυπάλαιας και λογοτεχνική γωνιά- της Ευσταθιάδου Ιωάννας Μαρίας

news room 19 λεπτά ανάγνωση
Αστυπάλαια

Με πολλή αγάπη, στην μνήμη του αγα­πη­μέ­νου αδερ­φι­κού μου φίλου, στο ξενάκι της καρδιάς μας, Μανώλη Κοντό.

Η Αστυ­πά­λαια είναι νησί με πλούσια λαϊκή παρά­δοση, που οι κάτοι­κοι δια­τη­ρούν ζωντανή μέχρι τις ημέρες μας. Τα πανη­γύ­ρια του νησιού είναι από τα ζωη­ρό­τερα του νοτίου Αιγαίου, ενώ ξεχω­ρι­στά έθιμα συνο­δεύ­ουν όλες τις μεγάλες θρη­σκευ­τι­κές εορτές. Άνθρω­ποι γνήσιοι και εγκάρ­διοι, οι Αστρο­πα­λί­τες προ­σφέ­ρουν εξαι­ρε­τική φιλο­ξε­νία και χαί­ρο­νται να σας μιλούν για τον τόπο τους. Το νησί είναι αναμ­φί­βολα ιδα­νι­κός καλο­και­ρι­νός προ­ο­ρι­σμός, καθώς συν­δυά­ζει φυσικές ομορ­φιές, εναλ­λα­κτική φυσιο­γνω­μία και αρκετή ζωντά­νια.

ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

Η Χώρα: Χτι­σμένη στα κυκλα­δί­τικα πρότυπα και απλω­μένη πάνω σε ένα λόφο που εισχω­ρεί στη θάλασσα, η Χώρα της Αστυ­πά­λαιας δεσπό­ζει στον ορί­ζο­ντα του νησιού και είναι θεατή από τα περισ­σό­τερα σημεία του. Περ­πα­τή­στε στα πολυά­ριθμα λιθό­στρωτα σοκάκια και απο­λαύ­στε βόλτες-εξερεύνησης που απο­κα­λύ­πτουν τις όμορφες γωνιές του οικι­σμού. Στον αυχένα του λόφου της Χώρας στέκουν αγέ­ρω­χοι οι οχτώ χαρα­κτη­ρι­στι­κοί πέτρι­νοι ανε­μό­μυ­λοι, πέντε εκ των οποίων είναι ανα­πα­λαιω­μέ­νοι και λει­τουρ­γούν. Ο ένας από αυτούς στε­γά­ζει και το γραφείο πλη­ρο­φο­ριών του Δήμου του νησιού ενώ ένας άλλος χρη­σι­μο­ποιεί­ται για διά­φο­ρες εκδη­λώ­σεις κατά την διάρ­κεια του φεστι­βάλ της Αστυ­πά­λαιας.

Το Κάστρο: Πάνω από τη Χώρα κυριαρ­χεί το Κάστρο των Quirini με τα οικό­σημα και τους θυρεούς της βενε­τσιά­νι­κης οικο­γέ­νειας που κυριάρ­χησε στο νησί –με ένα διάλ­λειμα βυζα­ντι­νο­κρα­τίας από το 1269 μέχρι το 1310- για πάνω από 300 χρόνια, αρχής γενο­μέ­νης το 1207. Τότε ο Μάρκος Σανού­δος, κυβερ­νή­της του δου­κά­του της Νάξου, παρα­χώ­ρησε την Αστυ­πά­λαια στον φίλο του Ιωάννη Κουι­ρίνι, ο οποίος έχτισε το κάστρο από σκούρα ντόπια πέτρα. Ανα­μνη­στι­κές πλάκες με τους δια­δό­χους Κουι­ρίνι υπάρ­χουν σε διάφορα μέρη του κάστρου, μαρ­τυ­ρώ­ντας το μεγα­λείο και τη μακροη­μέ­ρευση εκείνων των ηγε­μό­νων. Στο κάστρο απ’ όπου θα θαυ­μά­σετε την υπέροχη θέα του Αιγαίου και της Χώρας, θα συνα­ντή­σετε δύο κατά­λευ­κες εκκλη­σίες με περί­τε­χνα καμπα­να­ριά, την Παναγιά του Κάστρου (Ευαγ­γε­λί­στρια) και τον Άγιο Γεώργιο.

Η Παναγιά η Πορ­τα­ΐ­τισσα: Η εκκλη­σία που βρί­σκε­ται στη Χώρα ακριβώς δίπλα στην πόρτα του Κάστρου, είναι μία από τις πλέον γρα­φι­κές στα Δωδε­κά­νησα. Χτί­στηκε στα μέσα του 18ου αιώνα και έχει ξυλό­γλυ­πτο τέμπλο, ντυμένο με λεπτό φύλλο χρυσού, μονα­δικό στο είδος του. Η παρά­δοση ανα­φέ­ρει ότι η εικόνα της Πανα­γιάς, είναι αντί­γραφο της εικόνας της μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους Η εκκλη­σία γιορ­τά­ζει με μεγάλο πανη­γύρι στις 15 Αυγού­στου.

Αρχαιο­λο­γικό Μουσείο: Μικρό αλλά ενδια­φέ­ρον μουσείο όπου φιλο­ξε­νού­νται ευρή­ματα από την προϊ­στο­ρική εποχή ως τα μεσαιω­νικά χρόνια, κατα­γρά­φο­ντας τη

μακραί­ωνη κατοί­κηση του νησιού. Εξαι­ρε­τικά πήλινα αγγεία, κοσμή­ματα, ανα­θη­μα­τι­κές επι­γρα­φές, εργα­λεία αλλά και τα περί­τε­χνα οικό­σημα των Κουί­ρινι, εντυ­πω­σιά­ζουν με την τέχνη και τη λεπτο­μέ­ρεια των απει­κο­νί­σεών τους. Το μουσείο λει­τουρ­γεί κατά τους καλο­και­ρι­νούς μήνες Ιούλιο και Αύγου­στο.

Ο Πέρα Γιαλός: Ακριβώς κάτω από τη Χώρα προς την ανα­το­λική μεριά, θα συνα­ντή­σετε το παλιό λιμάνι του νησιού. Χαρι­τω­μέ­νος οικι­σμός με ταβερ­νά­κια, καφέ και μαγαζιά με ωραία ανα­μνη­στικά, συνί­στα­ται για χαλα­ρω­τικό καφέ και ποτό το από­γευμα. Εδώ θα κανο­νί­σετε με τα καρα­βά­κια την εκδρομή σας στις κοντι­νές νησίδες με τα μονα­δικά νερά.

Οικι­σμοί & αρχαιο­λο­γι­κοί χώροι: Στην ανα­το­λική άκρη του νησιού, η γραφική Μαλ­τε­ζάνα που πήρε το όνομά της από τους Μαλ­τέ­ζους πει­ρα­τές, έχει τους δικούς της fan για την ήρεμη παραλία της και το ήπιο τοπίο. Μην παρα­λεί­ψετε μια επί­σκεψη στα Λουτρά του Ταλαρά στην Ανάληψη, για να θαυ­μά­σετε υπέροχα ψηφι­δωτά της ελλη­νι­στι­κής εποχής, μονα­δικά στον ελλα­δικό χώρο, που απει­κο­νί­ζουν τις εποχές του χρόνου και τα σύμβολα του ζωδια­κού κύκλου. Αξίζει να πάτε στο γραφικό και απάνεμο Βαθύ, χτι­σμένο σε έναν πολύ κλειστό όρμο που μοιάζει με λιμνο­θά­λασσα. Στην είσοδο του όρμου υπάρ­χουν απο­μει­νά­ρια μινω­ι­κού οικι­σμού.

Φεστι­βάλ Αστυ­πά­λαιας: Τα τελευ­ταία χρόνια έχει καθιε­ρω­θεί το φεστι­βάλ με τίτλο «Στην Αστυ­πά­λαια για τις Τέχνες και τον Πολι­τι­σμό», με σειρά από πολι­τι­στι­κές εκδη­λώ­σεις, εκθέ­σεις φωτο­γρα­φίας και βιβλίου, θεα­τρι­κές παρα­στά­σεις και συναυ­λίες με στόχο την προ­ώ­θηση και διάδοση του πολι­τι­σμού και την ανα­βί­ωση εθίμων όπως ο αστυ­πα­λί­τι­κος γάμος.

Πανη­γύ­ρια: Πιο σημα­ντικό είναι το τρι­ή­μερο του Δεκα­πε­νταύ­γου­στου στην Παναγιά την Πορ­τα­ΐ­τισσα, με καλε­σμέ­νους όλους τους ντό­πιους και επι­σκέ­πτες του νησιού, όπου προ­σφέ­ρε­ται άφθονο κρασί και «λαμπριανό» (παρα­δο­σιακό γεμιστό αρνί). Την επόμενη μέρα θα σας δοθεί η ευκαι­ρία να δείτε μια κεφάτη γιορτή που ανα­δει­κνύει το πει­ρα­κτικό πνεύμα των νησιω­τών, τα «Κου­κά­νια» με αγώνες κολύμ­βη­σης, «για­ουρ­το­τάι­σμα», όπου οι συμ­με­τέ­χο­ντες προ­σπα­θούν να ταΐσουν ο ένας τον άλλο για­ούρτι με δεμένα μάτια. Ακόμα θα δια­σκε­δά­σετε βλέ­πο­ντας ή συμ­με­τέ­χο­ντας στο έθιμο του «πετει­νού» κατά το οποίο ένας ξύλινος πετει­νός δένεται στην άκρη μιας κολώνας αλειμ­μέ­νης με γράσο. Νικητής είναι αυτός που θα φτάσει πρώτος στον κόκορα περ­πα­τώ­ντας πάνω στο γράσο. Στις 8 Σεπτεμ­βρίου γίνεται το πανη­γύρι της Πανα­γιάς του Θωμά στο Βαθύ, με νησιώ­τικο γλέντι. Στις 2 Φεβρουα­ρίου το πανη­γύρι της Πανα­γιάς της Φλε­βα­ριώ­τισ­σας απο­τε­λεί το χει­με­ρινό ραντε­βού των Αστυ­πα­λαιω­τών και ευκαι­ρία για γλέντι.

Λαογραφική-Λογοτεχνική Γωνιά

Λαϊκά Παρα­μύ­θια Αστυ­πά­λαιας

Απο­σπά­σματα

Ο πονηρός γέρος

Μια φορά ήταν ένας γέρος και μια γριά και δεν είχανε παι­δά­κια. Ήτανε όμως νοι­κο­κύ­ρη­δες. Είχανε τ’ αμπέλια τους, τα χωράφια τους, τα βόδια τους και δεν τους

έλειπε τίποτα. Σαν παρα­γέ­ρασε πια ο γέρος και δεν μπο­ρούσε να τα φέρει βόλτα, όλ’ αυτά που είχε, σκε­φτή­κανε να τα που­λή­σουνε, να πάρουνε παράδες και να καλο­πε­ρά­σουνε τα γηρα­τειά τους. Τα πού­λη­σαν λοιπόν όλα κι άφησαν μόνο ένα όμορφο δαμα­λάκι, που το ήθελε η γριά, για παρη­γο­ριά, αφού δεν είχε άλλη συντρο­φιά.

Είχε λοιπόν, η καλή σου η γριά, το δαμα­λάκι κάμποσο καιρό και το τάιζε και το πότιζε, σαν να ήτανε παιδί. Όταν όμως μεγά­λωσε, το βαρέ­θηκε και λέει του γέρου:

«Γέρο μου, να βρεις κανένα να που­λή­σουμε το δαμάλι, γιατί το βαρέ­θηκα».

«Και ποιόν να βρω;» της λέει ο γέρος. «Σαν θέλεις να το που­λή­σεις, να το πάρεις την Κυριακή το πρωί, να το πας στο χωριό, που θα ’ναι μαζε­μέ­νοι οι αθρώποι, να το μοσχο­που­λή­σεις».

Καλά της το ’πεν ο γέρος, καλά το κάνει. Την Κυριακή το πρωί παίρνει το δαμάλι και το πάει στο χωριό. Εκεί που το πήγαινε τη βλέ­πουνε τρεις δεκα­τι­στές*, που πηγαί­νανε στην εκκλη­σία, κι απο­φα­σί­ζουνε, μεταξύ τους, να γελά­σουνε τη γριά και να της πάρουνε το δαμάλι για τράγο.

Παίρνει κι η γριά το δαμάλι, πάει έξω από την εκκλη­σία και περί­μενε ν’ απο­λύ­σει, για να βγει ο κόσμος και να το που­λή­σει.

Αφού απόλυσε η εκκλη­σία, βγαίνει ο ένας δεκα­τι­στής, πάει κοντά στη γριά και τη ρωτάει: «Πόσο τον πουλάς, γριά, αυτόν τον τράγο;»

«Καλέ, τι λες; Δε βλέπεις πως είναι δαμάλι και τον λες τράγο; Μπας κι είναι τα μάτια σου ακόμα θαμπω­μένα και δεν καλο­βλέ­πεις;»

«Μωρή, γριά», της λέει πάλι αυτός, «έλα στο νου σου, μη λες τέτοια λόγια, να μη σε γελούν οι αθρώποι. Να σου δώσω τριάντα γρόσια* να μου δώσεις τον τράγο;»

«Άμε στο καλό σου, χρι­στιανέ μου, και μη με πει­ρά­ζεις!»

Δεν πρόλαβε αυτός να πάει παρακεί, βγαίνει ο άλλος και της λέει:

«Τι ’ναι γριά; Μου πουλάς αυτόν τον τράγο;»

Η γριά, που ’λαφροζύγιαζε* κομ­μα­τάκι, κοίταξε καλά καλά το δαμάλι, μπας κι ήτανε τράγος, κι ύστερα του λέει:

«Καλέ μου, άνθρωπε, αυτό είναι δαμάλι. Γιατί μου το λες τράγο;»

«Μπα, μπα!», της λέει ο δεκα­τι­στής, «ξέρεις και χωρατά;»

«Και πόσα μου δίνεις;» λέει η γριά.

«Πόσο να σου δώσω; Να σου δώσω εικο­σπέ­ντε γρόσια, γιατί πια είναι και γέρικος ο τράγος».

«Μπα, αυτό δε γίνεται. Θα με σκο­τώ­σει, την κακο­μοίρα, ο γέρος μου. Εκείνος, που κάθεται εκεί δα, μου ’δινε τριάντα και του λόγου σου μου δίνεις εικο­σπέ­ντε!»

«Άι, να χαί­ρε­σαι το πράμα σου, γριά μου», της λέει και πάει κι αυτός και κάθεται μαζί με τον άλλο.

Ο παπου­τσής και η βασι­λο­πούλα

Μια φορά ήταν ένας παπου­τσής και κατά­φερε με την τέχνη του να γίνει πολύ πλού­σιος. Έχτισε σπίτια, μαγαζιά, είχε δούλους, δούλες και ζούσε μια χαρά.

Μα ύστερα έκαμε τρεις κόρες, κι εκείνες το ρίξανε στο λούσο. Έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια, έφαγαν όλη την περιου­σία του πατέρα τους, που την από­χτησε με κόπο και με ιδρώτα και τον έκαναν να περ­πα­τεί με μισό παπού­τσι. Από πρω­το­μά­στο­ρας κατά­ντησε να γίνει μπα­λω­μα­τής και να βγάζει μια δεκάρα, ίσα για να ζει το σπίτι του.

Μια μέρα πήγε ένας Εβραίος και του ζήτησε να του μπα­λώ­σει το παπού­τσι του και, σαν του το μπάλωσε, βγάζει και του δίνει ένα φλουρί. Μόλις είδε ο κακό­μοι­ρος ο παπου­τσής το φλουρί, του λέει: «Αφέντη μου, με υπο­χρέ­ω­σες. Ο κόπος μου κάνει μια δεκάρα και συ μου δίνεις ένα φλουρί!»

«Βρε αδελφέ», του λέει ο Εβραίος, «εγώ ήθελα και στο ’δωσα. Τι σε μέλλει εσένα;»

«Ας σου το δώσει λοιπόν ο Θεός απ’ αλλού, να ζήσω κι εγώ τα παι­δά­κια μου», του λέει ο παπου­τσής.

«Έχεις παιδιά;»

«Αμέ! Έχω τρεις κόρες»

«Και, πώς ζείτε;»

«Ε, τι να κάνουμε; φτωχικά. Μερο­κά­ματο, μερο­φά­γωτο».

«Βρε, καημένε»,του λέει τότε ο Εβραίος, «δεν αφήνεις το σπίτι σου, νά ’ρθεις μαζί μου, να σου δώσω χίλια φλουριά; Όμως, θα κάνουμε μια συμ­φω­νία: Όταν με δεις ν’ ανοίξω ένα χαρτί και διαβάζω, ό,τι κι αν δεις, δε θα μιλή­σεις».

Μόλις άκουσε ο παπου­τσής χίλια φλουριά, του λέει: «Μπράβο, έρχομαι».

Του μετράει λοιπόν, ο καλός σου ο Εβραίος, τα φλουριά, τα παίρνει αυτός, τα πάει της γυναί­κας του, και της λέει πως βρέθηκε ένας άνθρω­πος και του έδωσε αυτά τα φλουριά, μα θα τον πάρει κάμπο­σες μέρες μαζί του, για συντρο­φιά, και κείνη να ’χει το νου της στο σπίτι, ώσπου να γυρίσει. Παίρνει από το σπίτι του ό,τι του χρεια­ζό­τανε, και πάει και βρίσκει τον Εβραίο κι αρχί­ζουνε τη στράτα τους. Πηγαί­νανε, πηγαί­νανε με κου­βέ­ντες, με γέλια, ώσπου φτάσανε σ’ ένα ψηλό βουνό. Εκεί, έβγαλε ο Εβραίος ένα χαρτί κι άρχισε να δια­βά­ζει. Σώπασε ο καλός σου ο παπου­τσής και, ξαφνικά, σκί­ζε­ται το βουνό και μπαί­νουν μέσα. Προ­χω­ρούν προς τα κάτω και βρί­σκουν έναν πύργο. Χτυπάει ο Εβραίος κι ανοίγει η πόρτα και βλέπουν μια κόρη μέσα, σαν το κρύο νερό, και λέει του Εβραίου, που ακόμα διάβαζε: «Βρε, αδερφέ, ακόμα δε βαρέ­θη­κες να με τυραν­νάς;» Μετά, βγάζει το μαντίλι της και του το δίνει και, όσο διάβαζε ο Εβραίος, έβγαζε ένα-ένα ρούχο και του το έδινε. Ο παπου­τσής έβλεπε, με δε μιλούσε. Περί­μενε να δει τι θ’

απο­γί­νει. Μα ύστερα πια, σαν είδε την κόρη κι έμεινε μόνο με το που­κά­μισο, στε­νο­χω­ρή­θηκε και λέει του Εβραίου: «Μα εσύ δεν υπο­φέ­ρε­σαι. Θα γδύσεις το κορίτσι!» Και μόλις είπε αυτά τα λόγια, χάθηκαν από μπροστά του κι ο Εβραίος κι η κόρη.

Το χρυσό κουτάκι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασι­λιάς και μια βασί­λισσα κι είχανε ένα μονα­χο­γιό.

Μια μέρα του λέει ο πατέρας του: «Βλέπεις, παιδάκι μου, πως άλλο παιδί δεν έχω κι έτσι όλη μου η περιου­σία είναι δικιά σου. Γι’ αυτό θέλω να σε παντρέψω, να κάμεις παι­δά­κια, να τα βλέπω κι εγώ, ο καη­μέ­νος, να χαί­ρο­μαι στα γηρα­τειά μου, γιατί εσύ είσαι η μόνη μου ελπίδα». Μα το βασι­λό­πουλο με κανένα τρόπο δε θέλει να παντρευ­τεί, κι όσα του λέει ο μπαμπάς του από το ένα αυτί τα βάζει κι από τ’ άλλο τα βγάζει.

Σε καμιά βδομάδα, του το λέει πάλι ο μπαμπάς του, μπας κι άλλαξε γνώμη.

«Παιδί μου, διά­λε­ξες καμιά; Όποια σ’ αρέσει, εκείνη θα σου δώσω».

Αν μιλεί η πέτρα, μιλεί και το βασι­λό­πουλο! Τα μυαλά του έτσι εύκολα δε γυρί­ζουν.

Τι να κάμει ο βασι­λιάς; Βάζει μεσί­τρες, του μιλούν, του ξανα­μι­λούν, μα τίποτα δεν κατα­φέρ­νουν.

Ακου­γό­τανε όμως πως σ’ έναν τόπο ήτανε μια πάρα πολύ όμορφη κι έβαλε ένα στοί­χημα: «Όποιος κατα­φέ­ρει να την κάνει να του μιλήσει, τρεις φορές, θα τον πάρει άντρα της, αλλιώς, όποιος κι ήταν, θα τον σκο­τώ­νανε». Του ήρθε λοιπόν κι αυτου­νού η όρεξη να πάει να στοι­χη­μα­τί­σει για κείνη την κόρη.

Μια μέρα λοιπόν, που του ξανά­λεγε ο μπαμπάς του να παντρευ­τεί, του λέει:

«Ε, σαν θες, πατέρα μου, να με παντρέ­ψεις, να μου δώσεις εκείνη την όμορφη».

«Έλα, παναγιά μου, έλα στο νου σου, παιδάκι μου, και μακάρι να μου περ­νούσε και με τις χαρές σου. Μα δεν ακούς πως εκείνη στοι­χη­μα­τί­ζει κι έχει τόσα παλι­κά­ρια σκο­τω­μένα; Θέλεις να σου φάει και το δικό σου κεφάλι; Έχει δα τόσες άλλες βασι­λο­πού­λες και βεζι­ρο­πού­λες, που είναι σαν τα κρύα νερά, και καμιά δε σ’ αρέσει;»

«Αυτά, που μου λες, είναι παρα­μύ­θια, και ζητάς να μου σβήσεις τη φωτιά. Εγώ, μπαμπά μου, δεν παντρεύ­ο­μαι άλλη. Θα φύγω και θα πάω για κείνη, κι ας χάσω και τη ζωή μου για το χατίρι της».

«Αχ, παιδάκι μου, πώς μου καις την καρδιά με τ’ άσχημά σου λόγια! Δε λυπάσαι εμένα, δε λυπάσαι τη μάνα σου, που υπέφερε, η καημένη, τόσα και τόσα ώσπου να σε κάμει κοτζάμ παλι­κάρι. Αυτά είναι τα καλά που περι­μέ­ναμε από σένα, να μας ποτί­σεις χολές και φαρ­μά­κια τώρα στα γερά­ματά μας; Αχ, και τι να σου πούμε, σαν δεν ακούς καθόλου τους μεγα­λύ­τε­ρούς σου, και θα πας κακήν κακώς! Όχι, όχι, να μη σε βρει κακό, παιδί μου! αστοχιά στα λόγια μου».

«Τίποτα, τίποτα μη μου λες, πατέρα. Τα μυαλά μου δε γυρί­ζουν».

Ε, τότε πια μαύρισε το μάτι του βασιλιά να κλαίει μπροστά του, σα μωρό παιδί, να πολεμά για το καλό του, κι εκείνος στο γινάτι του γινάτι.

Η τίμια γυναίκα

Μια φορά ήταν ένας πολύ πλού­σιος άνθρω­πος κι είχε μια γυναίκα που δεν έκανε παιδιά. Πήρε λοιπόν μια ψυχο­κόρη και την ανέ­θρεψε και της έγραψε όλη του την περιου­σία. Κι ήτανε, στ’ αλήθεια, μια πολύ όμορφη και καλή κόρη.

Κάποτε, ο άντρας κι η γυναίκα πέθαναν κι η κόρη κλη­ρο­νό­μησε όλα τους τα πλούτη.

Κάθε σκόλη μαζεύ­ο­νταν στο σπίτι της κι άλλα κορί­τσια και της κρα­τού­σανε συντρο­φιά.

Μια μέρα, που κάθο­νταν στο μπαλ­κόνι κι έπαιζαν χαρτιά, πέρασε από κάτω ένα παλι­κάρι και καθώς είδε την κόρη, τρι­γύ­ριζε από κάτω και δεν έλεγε να φύγει. Όταν έφυγαν τ’ άλλα κορί­τσια, να πάει το καθ’ ένα στο σπίτι του, κι έμεινε ολο­μό­ναχη η κόρη, σκύβει και ρωτάει το παλι­κάρι:

«Τι έχεις, παλι­κάρι μου, και δεν πας στη δουλειά σου;»

«Άχου, μάτια μου», της λέει, «και πώς μπορώ να φύγω από δω να και ν’ αφήσω εσένα;»

Την άλλη μέρα το παλι­κάρι πάλι από κάτω από το σπίτι της κόρης. Τότε κι αυτή, που της άρεσε το παλι­κάρι, γιατί ήτανε και λιγάκι λεβέ­ντης, του φωνάζει ν’ ανεβεί απάνω. Ανε­βαί­νει αυτός, με πολλή χαρά, και τον ρωτάει: «Τι σκοπό έχεις;».

«Αν δε σε παντρευτώ, ψυχή μου, θα πέσω να θανα­τωθώ!»

«Όχι», του λέει, «γιατί να σκο­τω­θείς, που είσαι νέος; Εγώ είμαι λεύτερη, έχω κάμποσα πρα­μα­τά­κια, που μ’ άφησαν οι γονείς μου, και θέλω κι εγώ να βρω ένα παλι­κάρι, που να μπορεί να με ζήσει. Ας είσαι λοιπόν, του λόγου σου».

Φωνά­ζουν τότε τους παπάδες και τους παντρεύ­ουν.

Σαν πέρασε κάμπο­σος καιρός, κι είδε η κόρη πως ο άντρας της δεν ήθελε να πιάσει καμιά δουλειά, κι ούτε να βγει έξω από το σπίτι και, κόντευαν κιόλας να φάνε κι όλη της την προίκα, του λέει μια μέρα:

«Για πες μου, άντρα μου, τι σκοπό έχεις; Μέχρι πότε θα κάθεσαι έτσι δα, χωρίς να κάνεις τίποτα; Βλέπεις πως σιγά-σιγά δε θα ’χουμε ούτε ψωμί να φάμε;»

Εκείνος, στο γουδί το γου­δο­χέρι! Τον έβλεπε η κόρη και πικραι­νό­τανε. Αφού πια είδε κι αποείδε, πως δεν έχει όρεξη για τίποτα, βγαίνει αυτή, ψάχνει από δω, ψάχνει από κει, του βρίσκει μια δουλειά, να μπαρ­κά­ρει μ’ ένα καράβι.

Γύρισε λοιπόν στο σπίτι και του είπε τα νέα.

Τότε εκείνος της λέει: «Ξέρεις, γυναίκα μου, γιατί δε θέλω να πάω σε καμιά δουλειά; Γιατί, θαρρώ, πως άμα φύγω από κοντά σου, θα σε πάρει κανένας άλλος και θα μείνω ’γω στα κρύα του λουτρού».

«Έννοια σου, άντρα μου, μην έχεις καμιά υποψία πως εγώ θα σου κάμω τέτοιο πράμα. Και για να ’σαι σίγου­ρος, πάρε μαζί σου αυτή τη φορεσιά τα ρούχα, που ’ναι άσπρα σαν το κρίνο, και σαν τα δεις να λερω­θούν, τότε να πεις πως σ’ απάτησα, αλλιώς θα μείνω πάντα πιστή σε σένα».

Το χρυσό άλογο

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασι­λέας κι ένας παπάς, κι είχανε τόσες αγάπες που θαρ­ρού­σες πως ήταν αδέλφια. Μαζί τρώγανε, μαζί πίνανε, μαζί ξεκα­κί­ζανε*, και μια στιγμή ν’ απο­χω­ρι­στούνε δεν μπο­ρού­σανε.

Όλα τα καλά είχανε μα τι τα θέλεις, που οι γυναί­κες τους ήτανε στείρες και, πάντα τους, ήτανε πικρα­μέ­νοι που δεν είχανε κλη­ρο­νό­μους.

Μια μέρα, εκεί δα που κου­βε­ντιά­ζανε οι δυο τους, λέει ο βασι­λιάς:

«Ε, ψυχή μου, παπά, τι καλό που θα ’τανε για μας να γκα­στρω­νό­τανε οι γυναί­κες μας,

και να κάμουνε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι να μην ξεχω­ρί­σουμε καθόλου…»

«Καλό θα ήτανε, βασιλιά μου», λέει ο παπάς, «μα δεν είναι στο χέρι μας κι εμείς δεν μπο­ρούμε να τα βάζουμε με το Θεό, δόξα στ’ όνομά Του!»

Μα έλα, που και οι δυο ήτανε καλοί άνθρω­ποι, γιατί κανένα δεν αδι­κή­σανε, ελε­η­μο­σύ­νες κάνανε, κι ο Θεός τους αγα­πούσε κι άκουσε το λόγο τους και γκα­στρω­θή­κανε οι γυναί­κες τους.

Μήνας έμπαινε, μήνας έβγαινε και τα κοι­λι­δά­κια της βασί­λισ­σας και της παπα­διάς φου­σκώ­νανε, κι ο βασι­λιάς κι ο παπάς ήτανε να τρε­λα­θούνε, όσο τα βλέπανε, πράμα που δεν το ελπί­ζανε.

«Τώρα στα γερά­ματα, να μάθ’ ο γέρος γράμ­ματα;» μα βλέπεις, πως κανένας δεν πρέπει ν’ απελ­πί­ζε­ται άμα πιστεύει στο Θεό!

Τι τα θέλεις; Ήρθε κι η ώρα τους να γεν­νή­σουν και γεννούν κι οι δυο αγόρια, κι όχι όπως τα περι­μέ­νανε. Μα και γι’ αυτό πάλι δεν πικρα­θή­κανε, για να μη τους βαρεθεί κι ο Θεός, μόνο κάμανε δοξο­λο­γιές μεγάλες και χαρές και ξεφά­ντω­σες. Και λέει κι ο βασι­λιάς του παπά, να μη στε­νο­χω­ριέ­ται καθόλου γιατί και τα δυο θα τα φρο­ντί­ζει αυτός το ίδιο, για μεγα­λώ­σουνε δηλαδή βασι­λικά.

Τα παιδιά μεγα­λώ­νανε σαν τα βλα­στα­ρά­κια, κι ο καθένας χαι­ρό­τανε να τα βλέπει. Και σαν μεγα­λώ­σανε κάμποσο, ο βασι­λιάς έχτισε, με δικά του έξοδα, ένα μεγάλο πύργο, πολύ όμορφο, κι εκεί έβαλε και τα δυο παιδιά, να ανα­θρέ­φο­νται μαζί και ν’ αγα­πιού­νται από μικρά.

Κάθε πρωί λοιπόν ήθελαν να σηκω­θούνε, να νιφτούνε, να πάρουνε τα καφε­δά­κια τους και ν’ αγκα­λια­στούνε να πηγαί­νουνε στο σχολειό τους, σα δυο αγγε­λό­πουλα μ’ όλες τις χάρες και τις ομορ­φιές. Κι ο κόσμος χαι­ρό­τανε να τα βλέπει.

Μόνο που, πότε πότε, τα μάλωνε ο δάσκα­λος, γιατί αργού­σανε να πηγαί­νουν στο σχολειό. Γιατί, σαν παιδιά που ήτανε, σαν τελειώ­νανε το διά­βα­σμά τους απο­βρα­δίς, αρχί­ζανε το παι­χνίδι κι έτσι, περ­νούσε πολλή νύχτα ώσπου να κοι­μη­θούνε, και το πρωί δε νιώθανε να σηκω­θούνε.

Αφού λοιπόν τα μάλωσε και μια και δυο ο δάσκα­λος, λέει το παπα­δό­πουλο, που ήτανε πιο έξυπνο και πιο δυνα­τό­καρδο, να κανο­νί­σουνε να μην κοι­μού­νται κι οι δυο μαζί αλλά, τη μισή νύχτα να κοι­μά­ται ο ένας και την άλλη μισή ο άλλος.

Η παπα­δο­πούλα

Μια φορά κι έναν καιρόν ήταν ένας βασι­λιάς και είχε μια μονα­χο­κόρη, που της είχε χτι­σμένο ένα πύργο ψηλό και θεόρατο, στην εξοχή, δίχως πόρτα κι αλτάνα, δίχως σκάλα, μόνο μ’ ένα παρά­θυρο, πολύ ψηλά. Εκεί μέσα είχε την κόρη του με τη δασκάλα της, που της μάθαινε γράμ­ματα και κεντή­ματα, μαζί με μια φιλε­νάδα της, παπα­δο­πούλα.

Η παπα­δο­πούλα αυτή, ήταν πάρα πολύ έμπιστη κι αγα­πη­μένη της βασι­λο­πού­λας, από μικρή, και γι’ αυτό την είχε πάντα κοντά της. Ήταν μια κοπε­λούδα, πάρα πολύ όμορφη, έξυπνη και με πολλές χάρες κι ο βασι­λιάς δεν την ξεχώ­ριζε από την κόρη του.

Κάθε μέρα, έβλεπε η παπα­δο­πούλα, απέ­να­ντι από τον πύργο τους μια φωτιά, που φαι­νό­τανε πολύ μακριά, σ’ έναν έρημο τόπο, και σκε­φτό­ταν να πάει να δει τι ήταν εκεί.

Ύστερα από κάμπο­σες μέρες λοιπόν, λέει της βασι­λο­πού­λας:

«Αντί­περα, εκεί μακριά στα γυμνά βουνά, τα άγρια, φαί­νε­ται κάθε μέρα μια μεγάλη φωτιά, και θέλω να πάω να δω τι είναι».

«Α, κακό που έπαθα!» λέει η βασι­λο­πούλα, «κάτσε εδώ που κάθεσαι και μη σε τρώει η μύτη σου».

«Με τρώει η δεξιά μου φούχτα και θά βρω εκεί βιος να πάρω», λέει η παπα­δο­πούλα.

«Μα τι λες; Κι αν είναι κακοί άνθρω­ποι;»

«Πει­ρα­τές να είναι ή δρά­κο­ντες είμαι άξια να πάρω το βιος τους και νά’ρθω».

«Δεν είναι σωστό να κάνεις τέτοια κακή πράξη», της λέει πάλι η βασι­λο­πούλα, που δεν ήθελε, με κανένα τρόπο, να την αφήσει να πάει.

Αλλά η παπα­δο­πούλα βρίσκει ένα χοντρό σκοινί, δένει κόμπους, κι ένα πρωί έγινε άφαντη από τον πύργο.

Με το κομπάτο σκοινί εκείνο κατε­βαί­νει από το παρα­θύρι, το κρύβει, παίρνει δρόμο και κάποτε φτάνει στον τόπο εκείνο, που ήταν η φωτιά. Κοι­τά­ζει καλά καλά και βλέπει μια σπηλιά κι ένα δρά­κο­ντα στην πόρτα της. Ο δρά­κο­ντας μυρί­ζε­ται την ανθρω­πινή

μυρωδιά και τουρ­λώ­νει τ’ αυτιά του. Η παπα­δο­πούλα, τον κατά­λαβε και προ­λα­βαί­νει και τον γλυ­κο­κα­λη­με­ρί­ζει με τσα­κί­σματα μαγευ­τικά κι ο δρά­κο­ντας απο­χά­ζεψε να κοι­τά­ζει την ομορφιά της. Τότε εκείνη, σα μάγισσα καμω­μα­τού, του γλυ­κο­φω­νά­ζει:

«Καλέ μου Κου­δού­με­ντα*, εγώ για σένα και την αγάπη σου, κατά­σπασα τα ποδάρια μου κι ήρθα, κι η αγάπη σου δε μ’ άφησε ούτε να σκεφτώ, αν έκαμα καλά που ήρθα».

Ο αγα­θού­λης πίστεψε στα λόγια της και την κάλεσε να πάει πιο κοντά. Και τότε του λέει πάλι εκείνη:

«Άχου, καλέ μου, Κου­δού­με­ντα, δεν ξέρω αν έχεις και συντρό­φους άλλους εδώ αλλά εγώ, μάτια μου, μόνο εσένα θέλω και μόνο για σένα ήρθα».

Ο κου­τα­γα­θού­λης μαγεύ­τηκε από τα λόγια της και της απά­ντησε χαρού­με­νος:

«Όχι, πουλί μου, έχω κι άλλους μα είναι στο κυνήγι».

Διάσημη Τοπική Συνταγή

Λαμπρό­πιτα

Υλικά:

Για τη ζύμη:

» 1 κιλό αλεύρι σκληρό

» 1 φακελ­λάκι μαγιά

» 1 φακελ­λάκι μπέϊκιν πάου­ντερ

» 1 κου­τα­λάκι αλάτι

» 250 gr. βούτυρο (ΒΙΤΑΜ)

» 2 κούπες γάλα χλιαρό (ή όσο πάρει)

» 1 κου­τα­λιά γλυ­κά­νισο

» μισό κου­τα­λάκι μαστίχα κοπα­νι­σμένη

» 1 κου­τα­λιά κοφτή ζάχαρη

Για τη γέμιση τυριού:

» 1/2 – 3/4 χλωρή (περίπου μισό κιλό και κάτι παρα­πάνω)

» 1 κοφτό κου­τα­λάκι μοσχο­κά­ρυδο

» 1 κοφτό κου­τα­λάκι μπαχάρι

» αλάτι (αν είναι πολύ ανάλατη η χλωρή, πρώτα τη δοκι­μά­ζουμε)

» 1/2 κου­τα­λάκι πιπέρι

» μισό δράμι ζαφορά

» 2 αυγά χτυ­πη­μένα

» 3 κου­τα­λιές γάλα

» 1 αυγό χτυ­πη­μένο με λίγο γάλα για το άλειμμα

» άσπρο-μαύρο σουσάμι για το πασπά­λι­σμα

Εκτέ­λεση

Ζυμώ­νουμε όλα τα υλικά μαζί έως ότου γίνει μία ζύμη μαλακή αλλά να μην κολλάει στα χέρια.

Την αφή­νουμε να φου­σκώ­σει (περίπου 1/2 ώρα).Στη συνέ­χεια λιώ­νουμε το τυρί με ένα πιρούνι μαζί με τις 3 κου­τα­λιές γάλα, προ­σθέ­τουμε τα χτυ­πη­μένα αυγά, τα μπα­χα­ρικά, αλάτι, πιπέρι και τη ζαφορά (αφού την έχουμε βάλει σε ένα τηγα­νάκι στη φωτιά για να μαραθεί και την έχουμε τρίψει με το χέρι μας να γίνει σκόνη).

Κάνουμε μια ομοιο­γενή μάζα και την αφή­νουμε στο ψυγείο για 1/2 ώρα.

Όταν φου­σκώ­σει η ζύμη ανοί­γουμε μικρά μπα­λά­κια σε στρογ­γυ­λούς δίσκους, απλώ­νουμε το τυρί και κλεί­νουμε στα τέσσερα,

γίνεται, δηλαδή, τετρά­γωνη η λαμπρό­πιτα.

Αφή­νουμε τις λαμπρό­πι­τες να φου­σκώ­σουν στη λαμα­ρίνα και στο τέλος τις αλεί­φουμε με το αυγό και το γάλα και πασπα­λί­ζουμε

με το λευκό-μαύρο σουσάμι.

Ψήνουμε στους 180 βαθμούς μέχρι να ροδί­σουν (ανάλογα με το μέγεθός και το πάχος τους από 20-35 λεπτά).

Οι άνθρω­ποι και οι χαλαροί ρυθμοί δημιουρ­γούν μια ξεχω­ρι­στή ατμό­σφαιρα που σε κερ­δί­ζει από την πρώτη κιόλας επί­σκεψη. Ο καθένας θα βρει και κάτι ξεχω­ρι­στό να αγα­πή­σει και να επι­στρέ­φει διαρκώς σε αυτό το νησί.

Αξίζει να το ζήσεις!

Ευστα­θιά­δου Ιωάννα Μαρία

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.