ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

72η Επέτειος Ενσωμάτωσης της Δωδεκανήσου: Μία Αναδρομή στο παρελθόν – Μία Δέσμευση για το μέλλον

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ

Γρά­φει η Φλώρα Ρεΐση,

Φι­λό­λο­γος

Έχουν πε­ρά­σει 72 χρό­νια από την Ένωση της Δω­δε­κα­νή­σου με την Ελ­λά­δα. Τα Δω­δε­κά­νη­σα ήταν από αρ­χαιο­τά­των χρό­νων δε­μέ­να με τις τύχες του Ελ­λη­νι­σμού. Εν τού­τοις, είναι τα τε­λευ­ταία, μόλις το 1947, που εν­σω­μα­τώ­θη­καν στο ελ­λη­νι­κό κρά­τος.

Η γε­ω­γρα­φι­κή τους θέση υπήρ­ξε γι’ αυτά, όπως και για ολό­κλη­ρη την Ελ­λά­δα, ευχή και κα­τά­ρα μαζί: ευχή γιατί τους επέ­τρε­ψε να συ­να­ντη­θούν με όλους τους με­γά­λους πο­λι­τι­σμούς της Ανα­το­λής και της Δύσης, κα­τά­ρα γιατί όλοι οι με­γά­λοι κα­τα­κτη­τές από τα γει­το­νι­κά μας και μη έθνη επέ­δρα­μαν στα Δω­δε­κά­νη­σα: Πέρ­σες, Σα­ρα­κη­νοί, Βε­νε­τοί, Γε­νουά­τες, Σταυ­ρο­φό­ροι, Τούρ­κοι, Ιτα­λοί, Γερ­μα­νοί.

Το 1309 το Τάγμα των Ιπ­πο­τών του Αγ. Ιω­άν­νη της Ιε­ρου­σα­λήμ κα­τέ­κτη­σε τη Ρόδο και εν συ­νε­χεία τα υπό­λοι­πα Δω­δε­κά­νη­σα. Η Με­σαιω­νι­κή πόλη της Ρόδου με το γνω­στό μας δρόμο των Ιπ­πο­τών, το Πα­λά­τι του Με­γά­λου Μα­γί­στρου, το Μου­σείο, κι άλλα ση­μα­ντι­κά κτή­ρια απο­τε­λούν αναλ­λοί­ω­τες μαρ­τυ­ρί­ες εκεί­νης της επο­χής, τόσο ζω­ντα­νές που, όπως μας λέει ο Ρο­δί­της σκι­τσο­γρά­φος Βαγ­γέ­λης Παυ­λί­δης, αν φέρ­να­με έναν άν­θρω­πο από το 1500 (από μα­κριά με το κα­ρά­βι) και τα αντί­κρι­ζε, θα έλεγε “α να η Ρόδος!”. Κατά τη διάρ­κεια της Ιπ­πο­κρα­τί­ας οι οχυ­ρώ­σεις της πόλης επε­κτά­θη­καν, εκ­συγ­χρο­νί­στη­καν και συ­νε­χώς ενι­σχύ­ο­νταν. Γιατί ενι­σχύ­ο­νταν; γιατί ήδη από το 14ο αιώνα άρ­χι­σε να φαί­νε­ται η έκτα­ση του τουρ­κι­κού κιν­δύ­νου, αφού τότε ξε­κί­νη­σαν να δη­μιουρ­γού­νται τα πρώτα τουρ­κι­κά κρα­τί­δια στα απέ­να­ντι πα­ρά­λια της Μ. Ασίας.

Έτσι, τα εκ­πλη­κτι­κά αυτά τείχη της Πα­λιάς Πόλης , που μέχρι σή­με­ρα θε­ω­ρού­νται από τα κα­λύ­τε­ρα του κό­σμου, δεν κα­τά­φε­ραν τε­λι­κά να απω­θή­σουν τον στρα­τό των Οθω­μα­νών. Το 1522, παρά τη λυσ­σα­λέα αντί­στα­ση των Ιπ­πο­τών και των πο­λι­τών της Ρόδου και της Κω, ο Σου­λεϊ­μάν ο Με­γα­λο­πρε­πής κα­τα­κτά τη Ρόδο και τα Δω­δε­κά­νη­σα εν­σω­μα­τώ­νο­νται στην Οθω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία. 400 χρό­νια μεί­να­με κι εμείς σκλα­βω­μέ­νοι στους Τούρ­κους, όσα και οι υπό­λοι­ποι Έλ­λη­νες. 400 χρό­νια δια­τη­ρή­σα­με την πίστη μας στην ορ­θο­δο­ξία, την εθνι­κή μας συ­νεί­δη­ση και προ­πά­ντων την ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα.

Το 1821 ξε­κι­νά η Ελ­λη­νι­κή Επα­νά­στα­ση. Στη διάρ­κειά της, τα Δω­δε­κά­νη­σα, μα­κριά, απο­κομ­μέ­να από το θέ­α­τρο του πο­λέ­μου, απέ­να­ντι από τη Μ. Ασία και με πολλά τουρ­κι­κά στρα­τεύ­μα­τα, αν και το επε­δί­ω­ξαν, δεν μπό­ρε­σαν να πά­ρουν μέρος συ­ντε­ταγ­μέ­να στον Αγώνα. Όταν το 1830, μετά τη λήξη της Επα­νά­στα­σης, στο Συ­νέ­δριο του Λον­δί­νου υπο­γρά­φο­νταν τα Πρω­τό­κολ­λα της Ανε­ξαρ­τη­σί­ας του πρώ­του πια ελεύ­θε­ρου ελ­λη­νι­κού κρά­τους, οι Δω­δε­κα­νή­σιοι, πα­ρό­τι είχαν κι­νη­θεί δυ­να­μι­κά σε δι­πλω­μα­τι­κό επί­πε­δο, δεν κα­τόρ­θω­σαν να εντά­ξουν και την ιδιαί­τε­ρη πα­τρί­δα τους στον εθνι­κό κορμό. (Τα Δω­δε­κά­νη­σα μαζί με τη Σάμο θα επι­στρα­φούν στην Οθω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία ως αντάλ­λαγ­μα για την εν­σω­μά­τω­ση της Εύ­βοιας). Οι πόθοι των Δω­δε­κα­νη­σί­ων για ανε­ξαρ­τη­σία για άλλη μια φορά μα­ταιώ­νο­νται.

Οι Δω­δε­κα­νή­σιοι θα χρεια­στεί να πε­ρι­μέ­νου­με ακόμη πολ­λές δε­κα­ε­τί­ες, μέχρι τη λύση στο πρό­βλη­μα της τουρ­κι­κής κα­το­χής των νη­σιών να τη δώσει τε­λι­κά ο Ιτα­λο­τουρ­κι­κός πό­λε­μος (1911-1912). Η Ιτα­λία, εκ­με­ταλ­λευό­με­νη τη φθί­νου­σα τότε Οθω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία, της κη­ρύσ­σει τον πό­λε­μο, για να προ­ω­θή­σει την επε­κτα­τι­κή της πο­λι­τι­κή στο Αι­γαίο. Ένα χρόνο μετά, το 1912, η νι­κή­τρια πλέον Ιτα­λία κα­τα­λαμ­βά­νει την Τρι­πο­λί­τι­δα, ση­με­ρι­νή Λιβύη και τα Δω­δε­κά­νη­σα.

Ήταν 5 Μαΐου του 1912, όταν οι Ιτα­λοί κά­νουν από­βα­ση και κα­τα­λαμ­βά­νουν τη Ρόδο σχε­δόν αμα­χη­τί. «Τους την πα­ρα­δώ­σα­με την τούρ­κι­κη φρου­ρά» θα γρά­ψει λίγο μετά στην Εφη­με­ρί­δα Εστία ο τότε Δή­μαρ­χος της Ρόδου Σάβ­βας Παυ­λί­δης. Πράγ­μα­τι, οι Ιτα­λοί εμ­φα­νί­στη­καν σαν απε­λευ­θε­ρω­τές και ο κό­σμος τους δέ­χτη­κε σαν τέ­τοιους. Γρή­γο­ρα όμως οι μά­σκες θα πέ­σουν και οι Ιτα­λοί θα δεί­ξουν τις πραγ­μα­τι­κές τους προ­θέ­σεις. Είναι η εποχή που οι συ­σχε­τι­σμοί και τα συμ­φέ­ρο­ντα αλ­λά­ζουν στην Ευ­ρώ­πη με τη στα­δια­κή υπο­χώ­ρη­ση της δύ­να­μης της Οθω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Η Ιτα­λία, από­γο­νος κι αυτή μιας με­γά­λης Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, της Ρω­μαϊ­κής, ορα­μα­τί­ζε­ται την ανα­βί­ω­ση της πα­λιάς της δόξας και, όπως και οι άλλες Δυ­νά­μεις, προ­σπα­θεί κι αυτή να δει τι μπο­ρεί να απο­κο­μί­σει από αυτή τη φθορά της Οθω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας.

Ακο­λού­θη­σαν τα ιστο­ρι­κά γε­γο­νό­τα των Βαλ­κα­νι­κών Πο­λέ­μων (1912-1913) και του Α’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου (1914-1918). Ούτε όμως η Συν­θή­κη του Βου­κου­ρε­στί­ου το 1913 ούτε η Συν­διά­σκε­ψη Ει­ρή­νης στο Πα­ρί­σι το 1919 οδή­γη­σαν στη λύση του Δω­δε­κα­νη­σια­κού Ζη­τή­μα­τος. Κρί­σι­μη καμπή στη δι­πλω­μα­τι­κή Ιστο­ρία της Ελ­λά­δας απο­τε­λεί η υπο­γρα­φή της Συν­θή­κης των Σε­βρών, τον Αύ­γου­στο του 1920, με την οποία, με­τα­ξύ άλλων, η Ιτα­λία «πα­ραι­τεί­ται υπέρ της Ελ­λά­δος από κάθε δι­καί­ω­μα επί των παρ’ αυτής κα­τε­χο­μέ­νων νήσων του Αι­γαί­ου». Τι έγινε όμως και ναυά­γη­σε πάλι η Ένωση των Δω­δε­κα­νη­σί­ων με την Ελ­λά­δα; Ακο­λού­θη­σε η εθνι­κή τρα­γω­δία της Μι­κρα­σια­τι­κής Κα­τα­στρο­φής το 1922, που μα­ταί­ω­σε την εφαρ­μο­γή της πα­ρα­πά­νω Συν­θή­κης.

Την ίδια πε­ρί­ο­δο, το 1922, στην Ιτα­λία, την εξου­σία κα­τα­λαμ­βά­νει ο δι­κτά­το­ρας Μου­σο­λί­νι, ο οποί­ος, εκ­με­ταλ­λευό­με­νος τη δεινή θέση της ητ­τη­μέ­νης Ελ­λά­δας, απαι­τεί τα Δω­δε­κά­νη­σα να πα­ρα­μεί­νουν υπό την ιτα­λι­κή κα­το­χή. Έτσι, στην πε­ρι­βό­η­τη Συν­θή­κη της Λο­ζά­νης, το 1923, η Τουρ­κία και επι­σή­μως πα­ραι­τεί­ται ορι­στι­κά «υπέρ της Ιτα­λί­ας από κάθε δι­καί­ω­μα πάνω στα κα­τε­χό­με­να από την Ιτα­λία νησιά και πάνω στις από αυτά τα νησιά εξαρ­τη­μέ­νες νη­σί­δες». [Ας το κρα­τή­σου­με αυτό το «από αυτά τα νησιά εξαρ­τη­μέ­νες νη­σί­δες», γιατί δύο από αυτές τις νη­σί­δες, εξαρ­τη­μέ­νες από την Κά­λυ­μνο, είναι και τα Ίμια, τα οποία η Τουρ­κία και με τη Συν­θή­κη της Λο­ζά­νης και λίγο αρ­γό­τε­ρα, το 1932, με τη Σύμ­βα­ση της Άγκυ­ρας, ανά­με­σα στην ίδια την Τουρ­κία και την Ιτα­λία, τα πα­ρα­χω­ρεί ορι­στι­κά –με το όνομά τους, Κορ­ντάκ στα τουρ­κι­κά = Ίμια (Λι­μνιά) στα ελ­λη­νι­κά – στην Ιτα­λία, η οποία, με τη σειρά της, το 1947, με τη Συν­θή­κη Ει­ρή­νης στο Πα­ρί­σι, θα τα πα­ρα­χω­ρή­σει στην Ελ­λά­δα. Όταν λοι­πόν η Τουρ­κία αμ­φι­σβη­τεί την ελ­λη­νι­κή κυ­ριαρ­χία στα Ίμια (από το την κρίση του 1996 μέχρι και σή­με­ρα), πα­ρα­βιά­ζει κατά συρ­ροή 3 διε­θνείς Συν­θή­κες (δύο από τις οποί­ες τις συ­νυ­πέ­γρα­ψε) της Λο­ζά­νης, της Άγκυ­ρας και του Πα­ρι­σιού].

Έτσι, ξε­κι­νά η πε­ρί­ο­δος του ιτα­λι­κού φα­σι­σμού στα Δω­δε­κά­νη­σα. Μόλις οι Ιτα­λοί βε­βαιώ­θη­καν ότι ήρθαν για να μεί­νουν, άρ­χι­σαν τη λε­γό­με­νη “πο­λι­τι­κή της πέ­τρας”.

Όλα τα κτή­ρια του Μαν­δρα­κιού, η Νέα αγορά, η Τρά­πε­ζα Ελ­λά­δος, το Δι­κα­στή­ριο, η Αστυ­νο­μία, το Δη­μαρ­χείο, η Νο­μαρ­χεία κ.λπ. οι­κο­δο­μή­θη­καν εκεί­νη την εποχή. Αλλά και πρό­τυ­ποι οι­κι­σμοί χτί­στη­καν για να στε­γά­σουν στρα­τιω­τι­κούς εποί­κους που κα­τέ­φθα­ναν από την Ιτα­λία, όπως είναι οι οι­κι­σμοί στον Προ­φή­τη Ηλία και στην Ελε­ού­σα της Ρόδου, αντί­στοι­χοι στην Κω και στη Λέρο. Ιδιαί­τε­ρα το Λακκί της Λέρου είναι μια πόλη που έχτι­σαν εκ θε­με­λί­ων τον 20ο αιώνα οι Ιτα­λοί ως διοι­κη­τι­κό κέ­ντρο των εγκα­τα­στά­σε­ών τους στο νησί, το οποίο είχαν με­τα­τρέ­ψει σε με­γά­λη αε­ρο­ναυ­τι­κή βάση.

Πα­ράλ­λη­λα όμως με την αρ­χι­τε­κτο­νι­κή αυτή συμ­βο­λή τους στα νησιά μας άρ­χι­σε και η από­πει­ρα εθνι­κής αλ­λοί­ω­σης και εξι­τα­λι­σμού των νη­σιών: 1925, με βα­σι­λι­κό διά­ταγ­μα οι κά­τοι­κοι θε­ω­ρού­νταν πια Ιτα­λοί πο­λί­τες ‘ 1926, η δι­δα­σκα­λία της ιτα­λι­κής γλώσ­σας στα σχο­λεία γί­νε­ται υπο­χρε­ω­τι­κή ‘ 1928, ιδρύ­θη­κε η Αρ­χιε­πι­σκο­πή της Κα­θο­λι­κής Εκ­κλη­σί­ας με έδρα τη Ρόδο, απο­δυ­να­μώ­νο­ντας το ρόλο της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας. Η κα­τά­στα­ση επι­δει­νώ­θη­κε την πε­ρί­ο­δο της διοί­κη­σης του Τσε­ζά­ρε Μαρία Ντε Βέκκι (1936-1940). Ο Ντε Βέκκι έκλει­σε όλα τα ελ­λη­νι­κά σχο­λεία, με­τέ­τρε­ψε τα ελ­λη­νι­κά σε προ­αι­ρε­τι­κό μά­θη­μα και μόνο στις πρώ­τες τά­ξεις του δη­μο­τι­κού, απα­γό­ρευ­σε τη χρήση της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας τόσο στο δη­μό­σιο χώρο όσο και στις ιδιω­τι­κές συ­ζη­τή­σεις, ει­σή­γα­γε μα­ζι­κά εκ­παι­δευ­τι­κούς από την Ιτα­λία και εκ­δί­ω­ξε όσους Έλ­λη­νες δα­σκά­λους θε­ω­ρή­θη­καν ανε­πι­θύ­μη­τοι. Ο Ντε Βέκκι ήξερε καλά, όπως και όλοι οι κα­τα­κτη­τές άλ­λω­στε, ότι, άμα θες να αφο­μοιώ­σεις ένα έθνος, πρέ­πει πρώτα να του αφαι­ρέ­σεις τη γλώσ­σα του.

Οι Δω­δε­κα­νή­σιοι βέ­βαια και στη διάρ­κεια της Ιτα­λο­κρα­τί­ας δεν έκα­τσαν με σταυ­ρω­μέ­να χέρια: ίδρυ­σαν Συλ­λό­γους και Επι­τρο­πές μέσα και έξω από την Ελ­λά­δα με σκοπό την προ­ώ­θη­ση του αγώνα τους για απε­λευ­θέ­ρω­ση και συμ­με­τεί­χαν ενερ­γά σε αυτό τον αγώνα. Ανά­με­σα στις πολ­λές προ­σω­πι­κό­τη­τες που δια­κρί­θη­καν είναι και ο Κα­λύ­μνιος Σκεύ­ος Ζερ­βός, ιδρυ­τής του Αι­γαιο­πε­λα­γί­τι­κου Συλ­λό­γου με στόχο την Ένωση των νήσων του Αι­γαί­ου με την Ελ­λά­δα και ο Στέ­φα­νος Κα­ζού­λης, αν­θυ­πο­λο­χα­γός του Ιερού Λόχου, που επι­χει­ρού­σε στα Δω­δε­κά­νη­σα.

Ακο­λού­θη­σε ο Β’ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος (1939-1945). Μετά τη συν­θη­κο­λό­γη­ση των Ιτα­λών, το 1943, κύ­ριοι των Δω­δε­κα­νή­σων έγι­ναν οι Γερ­μα­νοί και μετά την ήττα και την πα­ρά­δο­ση της Χι­τλε­ρι­κής Γερ­μα­νί­ας, το 1945, η Με­γά­λη Βρε­τα­νία, για δύο χρό­νια.

Το θέμα θα λυθεί ορι­στι­κά στη Διά­σκε­ψη Ει­ρή­νης των νι­κη­τριών δυ­νά­με­ων του Β’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, που έγινε στο Πα­ρί­σι, το 1946. Εκεί τέ­θη­καν από ελ­λη­νι­κής πλευ­ράς δια το Πρω­θυ­πουρ­γού, Κων­στα­ντί­νου Τσαλ­δά­ρη, οι διεκ­δι­κή­σεις της Ελ­λά­δας: Β. Ήπει­ρος, βελ­τί­ω­ση των ελ­λη­νο­βουλ­γα­ρι­κών συ­νό­ρων, Κύ­προς και Δω­δε­κά­νη­σα. Από τα 4 μόνο το τε­λευ­ταίο ευο­δώ­θη­κε.

Έτσι, άρ­χι­σε η αντί­στρο­φη μέ­τρη­ση για την Εν­σω­μά­τω­ση. 10 Φε­βρουα­ρί­ου του 1947 υπο­γρά­φη­κε στο Πα­ρί­σι η Συν­θή­κη Ει­ρή­νης με­τα­ξύ Ιτα­λί­ας και των νι­κη­τριών δυ­νά­με­ων του Β’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου. Στο άρθρο 14 της Συν­θή­κης ανα­φέ­ρε­ται ότι η Ιτα­λία πα­ρα­χω­ρεί στην Ελ­λά­δα σε πλήρη κυ­ριό­τη­τα τα Δω­δε­κά­νη­σα – ονο­μα­στι­κά τα 14- καθώς και “τας πα­ρα­κει­μέ­νας νη­σί­δας”.

Τον ίδιο χρόνο, στις 31 Μαρ­τί­ου 1947, πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στη Ρόδο η τε­λε­τή πα­ρά­δο­σης των Δω­δε­κα­νή­σων στην Ελ­λά­δα από τις βρε­τα­νι­κές αρχές, σε μια πραγ­μα­τι­κά συ­γκι­νη­τι­κή ατμό­σφαι­ρα. (Μια το­πι­κή εφη­με­ρί­δα της επο­χής θα γρά­ψει για εκεί­νη την ημέρα: «Ο λαός της Δω­δε­κα­νή­σου με επι­κε­φα­λής το Δή­μαρ­χο Ρόδου γο­νυ­κλι­νής και με δά­κρυα στα μάτια πα­ρα­κο­λου­θεί την έπαρ­ση της Κυα­νό­λευ­κης εις το βωμό της πα­τρί­δος μετά από 630 χρό­νια σκλα­βιάς»). Ενώ η επί­ση­μη τε­λε­τή της Εν­σω­μά­τω­σης έγινε στις 7 Μαρ­τί­ου 1948 και το 1955 τα Δω­δε­κά­νη­σα έγι­ναν Νομός με πρω­τεύ­ου­σα τη Ρόδο.

Ο Μι­χα­ήλ Στα­σι­νό­που­λος, πρώην Πρό­ε­δρος της Δη­μο­κρα­τί­ας, ήταν παρών στην τε­λε­τή πα­ρά­δο­σης των Δω­δε­κα­νή­σων στην Ελ­λά­δα, στις 31 Μαρ­τί­ου 1947, στη Ρόδο, έξω από τη Νο­μαρ­χία. Ανα­πο­λώ­ντας τα γε­γο­νό­τα εκεί­νης της ημέ­ρας, ανα­φέ­ρει πως, όταν τε­λεί­ω­σε η τε­λε­τή κι έγινε η υπο­στο­λή της αγ­γλι­κής ση­μαί­ας και η έπαρ­ση της ελ­λη­νι­κής, το πλή­θος του κό­σμου, των Δω­δε­κα­νη­σί­ων, που πα­ρευ­ρι­σκό­ταν εκεί δε δια­λυό­ταν να πάει στις δου­λειές του. Αλλά όλος αυτός ο κό­σμος, σύσ­σω­μος, σαν ένας άν­θρω­πος, βά­δι­ζε, γραμ­μή, προς μία ορι­σμέ­νη κα­τεύ­θυν­ση και ρωτά ο Στα­σι­νό­που­λος: «πού πάνε όλοι αυτοί;» «Αυτοί», του λένε, «πάνε στο νε­κρο­τα­φείο, πάνε να πούνε στους νε­κρούς ότι ελευ­θε­ρώ­θη­κε η Δω­δε­κά­νη­σος».

Αυ­τούς τους νε­κρούς δεν πρέ­πει να τους ξε­χνά­με ούτε εμείς. Δεν πρέ­πει να ξε­χνά­με ποτέ ότι η ελευ­θε­ρία δεν είναι δε­δο­μέ­νη και ότι ο λαός μας με αίμα κάθε φορά την επα­να­κτού­σε, όταν του τη στε­ρού­σαν. Και δεν υπάρ­χει φαί­νε­ται με­γα­λύ­τε­ρο αγαθό από την ελευ­θε­ρία, αφού αυτή εγ­γυά­ται όχι μόνο το ζην αλλά και το ευ ζην των λαών. «Εύ­δαι­μον το ελεύ­θε­ρον και ελεύ­θε­ρον το εύ­ψυ­χον» λέει ο Θου­κυ­δί­δης, που ση­μαί­νει «η ευ­τυ­χία βα­σί­ζε­ται στην ελευ­θε­ρία και η ελευ­θε­ρία στην γεν­ναιό­τη­τα».

Η ελ­λη­νι­κή ιστο­ρία είναι γε­μά­τη από πα­ρα­δείγ­μα­τα απα­ρά­μιλ­λης γεν­ναιό­τη­τας και αυ­το­θυ­σί­ας στο βωμό της ελευ­θε­ρί­ας. Αυτό όμως που φαί­νε­ται ότι χρειά­ζε­ται να φρο­ντί­σου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο οι σύγ­χρο­νες γε­νιές είναι η γνώση της Ιστο­ρί­ας. Ιστο­ρία δεν είναι το ανια­ρό μά­θη­μα στο σχο­λείο, είναι να ξέ­ρεις όχι ως άτομο αλλά ως σύ­νο­λο με κοινά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, αυτό που λέμε έθνος, από πού έρ­χε­σαι, ποιος είσαι και πού θέ­λεις να φτά­σεις, να έχεις δη­λα­δή εθνι­κή αυ­το­γνω­σία και όραμα για το μέλ­λον.

Κι όταν σή­με­ρα ερ­χό­μα­στε αντι­μέ­τω­ποι με προ­κλή­σεις, όπως αυτές που εγεί­ρει ο Ερ­ντο­γάν στο Αι­γαίο, η Ιστο­ρία είναι αυτή που θα μας πα­ρά­σχει τα επι­χει­ρή­μα­τα – τις πλη­ρο­φο­ρί­ες, δη­λα­δή, σχε­τι­κά με τις Διε­θνείς Συν­θή­κες- ώστε να απα­ντή­σου­με με σι­γου­ριά σε αυτές τις προ­κλή­σεις. Γι’ αυτό είναι ανά­γκη να προ­στα­τεύ­ου­με την Ιστο­ρία.

Την ιστο­ρία δεν την αλ­λοιώ­νου­με, ούτε την εξω­ρα­ΐ­ζου­με αλλά ούτε και τη συρ­ρι­κνώ­νου­με ούτε τη δια­πραγ­μα­τευό­μα­στε (δεν την ανταλ­λάσ­σου­με στα πλαί­σια αμοι­βαί­ων συμ­φε­ρό­ντων), δεν είναι δια­πραγ­μα­τευ­τι­κό χαρτί η Ιστο­ρία. Είναι η Μνήμη η συλ­λο­γι­κή κάθε λαού, από την οποία πα­ρα­δειγ­μα­τί­ζε­ται για να απο­φεύ­γει τα λάθη του αλλά και από την οποία αντλεί την υπε­ρη­φά­νεια και την αυ­το­πε­ποί­θη­σή του, για να πο­ρευ­τεί ισό­τι­μα με τους άλ­λους λαούς στο μέλ­λον.

Είναι ανά­γκη, λοι­πόν, να δια­τη­ρή­σου­με την ιστο­ρι­κή μας ΜΝΗΜΗ, όχι από εθνι­κι­στι­κό φα­να­τι­σμό, όχι, αλλά για να δια­τη­ρή­σου­με την πο­λι­τι­σμι­κή μας συ­νέ­χεια μέσα στο χρόνο, γιατί η δια­τή­ρη­ση κάθε λαού συ­νει­σφέ­ρει στον πα­γκό­σμιο πο­λι­τι­σμι­κό πλού­το και είναι, όπως μας λέει ο Αλέ­ξαν­δρος Δελ­μού­ζος, «στους εθνι­κούς πο­λι­τι­σμούς που έχει απο­θέ­σει η αν­θρω­πό­τη­τα τους θη­σαυ­ρούς της, και σ’ αυ­τούς βρί­σκο­με ζω­ντα­νές τις αν­θρω­πι­στι­κές αξίες».

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.