ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Εμείς τους καύσωνες δεν τους λογαριάζαμε

news room 1 λεπτό ανάγνωση
89

Εμείς τους καύ­σω­νες, τους περ­νού­σα­με τρι­γυρ­νώ­ντας μ’ ένα βρακί κι ένα λά­στι­χο. Ένα λά­στι­χο που στην αρχή έβγα­ζε καυτό νερό, λες κι ήταν συν­δε­δε­μέ­νο με τα κα­ζά­νια της κό­λα­σης. Κι ύστε­ρα, στα­γό­να στα­γό­να, έρ­χο­νταν η πο­λυ­πό­θη­τη δρο­σιά  στο ανα­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νο πρό­σω­πο και στο κα­ταϊ­δρω­μέ­νο σώμα, που ανα­ζη­τού­σε να ρου­φή­ξει αχόρ­τα­γα  τη ζω­ο­δό­τρα υγρα­σία. Το με­ση­μέ­ρι,  στην πυκνή σκιά της κλη­μα­τα­ριάς, δυο ντι­βά­νια σου­μιε­δέ­νια που έτρι­ζαν με χάρη, μας πε­ρί­με­ναν να απλώ­σου­με την αρίδα μας. Μέχρι να μας πάρει ο ύπνος, χα­ζεύ­α­με τα κόκ­κι­να τσα­μπιά που ήταν έτοι­μα για μά­ζε­μα και βά­ζα­με τρι­κλο­πο­διές σε κάτι μύγες, που όλο και κά­ποιο λόγο έβρι­σκαν για να κολ­λή­σουν πάνω μας.

Ο παπ­πούς όριζε πότε θα ξα­πλώ­σου­με και για πόσο. Όταν θα φώ­να­ζε: «Μα­ρί­κα καφέ», το με­ση­με­ρια­νό ρα­χά­τι τέ­λειω­νε. Τότε, ήταν η στιγ­μή που δυο δρο­σε­ρές «καρ­διές» καρ­που­ζιού έρ­χο­νταν να μας γλυ­κά­νουν, πάνω στα πλα­στι­κά πιάτα που κά­πο­τε είχε αγο­ρά­σει η για­γιά απ’ το πα­νη­γύ­ρι του προ­φή­τη Ηλία, και πάντα σ’ αυτά αρέ­σκο­νταν να μας τρα­τά­ρει.

Εμείς τους καύ­σω­νες δεν τους λο­γα­ριά­ζα­με. Εί­χα­με σύμ­μα­χο τον ασβέ­στη στα πε­ζού­λια και στους πέ­τρι­νους τοί­χους, π’ αντα­να­κλού­σε τις αχτί­νες του επι­πό­λαιου Φα­έ­θω­να, κρα­τώ­ντας το εσω­τε­ρι­κό της εστί­ας μας δρο­σά­το. Εί­χα­με και μια θε­ό­ρα­τη κα­ρυ­διά, φύ­λα­κα άγ­γε­λο στα παι­δι­κά παι­χνί­δια μας. Κά­στρο θε­ό­ρα­το γί­νο­νταν, με ιπ­πό­τες και πρι­γκί­πισ­σες. Κι άλλες φορές που η ζέστη δεν μας άφηνε ούτε δυο βή­μα­τα να κά­νου­με, απι­θώ­να­με στη σκιά της και χα­ρά­ζα­με λογιώ- λογιώ σχέ­δια στο αφυ­δα­τω­μέ­νο κοκ­κι­νό­χω­μα της αυλής, ώσπου να πε­ρά­σει η με­γά­λη κάψα.

Σαν βα­σί­λευε η χάρη Του, η για­γιά άρ­πα­ζε τη σω­λή­να και κα­τά­βρε­χε απ’ άκρη άκρη το τσι­μέ­ντο που κό­χλα­ζε αλλά και τις γλά­στρες με τα ξε­λι­γω­μέ­να για νερό λου­λού­δια. Με απί­στευ­τη χαρά πα­ρα­τη­ρού­σα­με τα φύλλα των βα­σι­λι­κών να θε­ριεύ­ουν από τις πρώ­τες στά­λες, τ’  άνθη απ’ τα ροζ γε­ρά­νια να χα­ριε­ντί­ζο­νται με τις δρο­σο­στα­λιές και τα δυο άσπρα γατιά που αλή­τευαν από σπίτι σε σπίτι ,να πί­νουν αχόρ­τα­γα από τις αυ­το­σχέ­διες λι­μνού­λες.

Εμείς μά­θα­με να τους γλε­ντά­με τους καύ­σω­νες. Με πα­νη­γύ­ρια και με ρακές. Με ντο­μά­τα κομ­μέ­νη στα τέσ­σε­ρα. Με με­λι­τζά­να, πι­πε­ριά τη­γα­νι­τή και κο­λο­κύ­θι. Με ιστο­ρί­ες θεών και δαι­μό­νων που λέ­γο­νταν απ’ τα στό­μα­τα των με­γά­λων, αργά τη νύχτα έξω , παρέα με δυο τρία «φι­δά­κια» να κα­πνί­ζουν κάτω απ’ τα πόδια μας. Με τις κα­μπά­νες να χτυ­πούν για έκτα­κτες λι­τα­νεί­ες στο όνομα της βρο­χής και τα κου­κου­νά­ρια να επι­δί­δο­νται με ζήλο στο «κρακ κρακ φτου ξε­λευ­τε­ρία».

Εμάς κά­πο­τε δεν μας νι­κού­σαν οι καύ­σω­νες, γιατί ήμα­σταν οι ίδιοι η δρο­σιά της ζωής!

(νο­σταλ­γι­κή ανα­δρο­μή της της Μα­τί­νας Κ. Κα­ρε­λιώ­τη.)

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.