ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Θανατική ποινή;

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΜΑΡΙΑ ΚΑΝΕΛΛΑΚΗ

ΤΗΣ ΜΑ­ΡΙΑΣ Μ.

ΚΑ­ΝΕΛ­ΛΑ­ΚΗ

Condamné à mort !

«Voilà cinq semaines que j’habite avec cette pensée, toujours seul avec elle, toujours glacé de sa présence, toujours courbé sous son poids !»

«Le Dernier Jour d’un Condamné» Victor Hugo 1829

Κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σε θά­να­το!

«Πάνε πέντε εβδο­μά­δες που κα­τοι­κώ με αυτήν την σκέψη, πάντα μόνος μαζί της, πάντα πα­γω­μέ­νος στην πα­ρου­σία της, πάντα σκυμ­μέ­νος κάτω από τo βάρος της»

«Η τε­λευ­ταία μέρα ενός κα­τα­δι­κα­σμέ­νου» Victor Hugo 1829

Με αυτήν την πα­ρά­γρα­φο,  αρ­χί­ζει ο συγ­γρα­φέ­ας το ομώ­νυ­μο βι­βλίο του θέ­λο­ντας να συμ­βάλ­λει με αυτόν τον τρόπο και στο­χεύ­ο­ντας στον ψυ­χι­σμό των ανα­γνω­στών του , στην κα­τάρ­γη­ση της θα­να­τι­κής ποι­νής.

Με την δια­φαι­νό­με­νη πρό­θε­ση της κυ­βέρ­νη­σης της Τουρ­κί­ας, μετά το τε­λευ­ταίο πρα­ξι­κό­πη­μα, να επα­να­φέ­ρει την θα­να­τι­κή ποινή , το άρθρο αυτό  έρ­χε­ται να ανα­λύ­σει τα επι­χει­ρή­μα­τα αυτών που είναι υπέρ και κατά της θα­να­τι­κής ποι­νής ώστε να μπο­ρέ­σου­με να εξά­γου­με  συ­μπε­ρά­σμα­τα  για ένα θέμα που απα­σχο­λεί πολ­λές κοι­νω­νί­ες στην εποχή μας.

Η θα­να­τι­κή ποινή προ­ϋ­πήρ­χε της ιστο­ρί­ας και η πρώτη γρα­πτή ανα­φο­ρά γί­νε­ται στους κώ­δι­κες του Χα­μου­ρα­μπί , στην Βα­βυ­λω­νία , το 1750 Π.Χ.,  στους οποί­ους, ει­κο­σι­πέ­ντε εγκλή­μα­τα είχαν ως ποινή τον θά­να­το , πα­ρα­δό­ξως η δο­λο­φο­νία δεν ήταν μέσα σε αυτά. Η πράξη αυτή ως ποινή ακο­λού­θη­σε ένα με­γά­λο δρόμο, έχου­με ανα­φο­ρές για αυτήν στην αρ­χαία Ελ­λά­δα στις νο­μο­θε­σί­ες του Ζά­λευ­κου, του Δρά­κο­ντα και του Σό­λω­να. Η εκτέ­λε­ση αντί­θε­τα με την Ρώμη δεν γι­νό­ταν δη­μο­σί­ως αλλά μέσα στο δε­σμω­τή­ριο, με πιο γνω­στή την πε­ρί­πτω­ση του Σω­κρά­τη. Τα επό­με­να χρό­νια η ποινή του θα­νά­του ήταν πάρα πολύ δια­δε­δο­μέ­νη και μά­λι­στα συ­νο­δευό­ταν από φρι­κτά βα­σα­νι­στή­ρια που μαρ­τυ­ρού­σαν τον σα­δι­σμό της πο­λι­τεί­ας και της κοι­νω­νί­ας η οποία πα­ρα­κο­λου­θού­σε το θέαμα. Κάτω από τις αρχές του δια­φω­τι­σμού το ποι­νι­κό δί­καιο άρ­χι­σε να εξαν­θρω­πί­ζε­ται και συ­γκε­κρι­μέ­να η Γαλ­λι­κή επα­νά­στα­ση κα­θιέ­ρω­σε την θα­να­τι­κή κα­τα­δί­κη χωρίς προη­γού­με­να βα­σα­νι­στή­ρια.

Μόλις όμως 250 χρό­νια πριν άρ­χι­σαν να ακού­γο­νται οι πρώ­τες φωνές και επι­χει­ρή­μα­τα για την κα­τάρ­γη­σή της και ει­δι­κά ο πε­ρί­φη­μος ποι­νι­κο­λό­γος Cesare Beccaria το 1764 στην με­λέ­τη του  Dei Delitti e delle pene – Περί εγκλη­μά­των και ποι­νών ανα­φέρ­θη­κε ανα­λυ­τι­κά για την ανά­γκη της κα­τάρ­γη­σης της θα­να­τι­κής ποι­νής. Θα πα­ρα­θέ­σου­με πα­ρα­κά­τω κά­ποιες γε­νι­κές σκέ­ψεις πάνω σε αυτό το θέμα.

Ας αρ­χί­σου­με κα­ταρ­χάς από το τι είναι ο νόμος ; O νόμος είναι μια σύμ­βα­ση – δέ­σμευ­ση που έχουν συ­ντά­ξει λίγοι άν­θρω­ποι ώστε να λει­τουρ­γεί με­τα­ξύ ελεύ­θε­ρων αν­θρώ­πων και η οποία έχει ως σκοπό την με­γα­λύ­τε­ρη ευ­τυ­χία του με­γα­λύ­τε­ρου μέ­ρους του πλη­θυ­σμού.

Όλες οι τι­μω­ρί­ες οι οποί­ες υπερ­βαί­νουν την χρη­σι­μό­τη­τα αυτού του δε­σμού, δη­λα­δή την ευ­τυ­χία,  είναι από την φύση τους άδι­κες. Άρα ο σκο­πός της ποι­νής θα πρέ­πει να είναι η πρό­λη­ψη, δη­λα­δή να απο­τρέ­ψεις το άτομο από το να κάνει επι­πλέ­ον κακό στην κοι­νω­νία και να προ­λα­βαί­νει άλ­λους να μι­μη­θούν το ίδιο έγκλη­μα. Άρα θα πρέ­πει να δια­λέ­ξου­με μια ποινή η οποία θα έχει την δυ­να­τό­τε­ρη και πιο πα­ρα­τε­τα­μέ­νη εντύ­πω­ση στο μυαλό του ατό­μου που διέ­πρα­ξε το αδί­κη­μα αλλά και των υπο­λοί­πων που πι­θα­νόν σκέ­πτο­νται να δια­πρά­ξουν κά­ποιο αδί­κη­μα . Θα πρέ­πει όμως πάλι  η τι­μω­ρία να έχει  την μι­κρό­τε­ρη επί­δρα­ση στο σώμα του εγκλη­μα­τία διότι τότε θα έχει το στοι­χείο της εκ­δί­κη­σης και η τι­μω­ρία παύει να είναι ποινή. Ερ­μη­νεύ­ο­ντας το ρήμα τι­μω­ρώ και συ­γκε­κρι­μέ­να στα αρ­χαία Ελ­λη­νι­κά, ση­μαί­νει  βοηθώ, επι­κου­ρώ, συν­δρά­μω, ανα­κου­φί­ζω. Για την έν­νοια της γνή­σιας εκ­δί­κη­σης και αντα­πό­δο­σης οι αρ­χαί­οι Έλ­λη­νες χρη­σι­μο­ποιού­σαν το ρήμα κο­λά­ζω. Η δια­φο­ρά των δύο ρη­μά­των ορί­ζε­ται από τον Αρι­στο­τέ­λη στην Ρη­το­ρι­κή του ως εξής . Ο κο­λα­σμός απο­βλέ­πει στην τι­μω­ρία του αδι­κή­σα­ντος ενώ η τι­μω­ρία απο­βλέ­πει στην ικα­νο­ποί­η­ση του αδι­κη­θέ­ντος. Όσο οι τι­μω­ρί­ες γί­νο­νται πιο σκλη­ρές, τα μυαλά των αν­θρώ­πων όπως τα υγρά στα συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία , υψώ­νο­νται ταυ­τό­χρο­να και γί­νο­νται πιο σκλη­ρά και λι­γό­τε­ρα ευαί­σθη­τα, ώστε πάλι το πάθος που οδη­γεί στο έγκλη­μα να υψώ­νε­ται πάνω από αυτά, και ούτω κα­θε­ξής. Είναι κα­λύ­τε­ρα λοι­πόν να απο­τρέ­πεις παρά να τι­μω­ρείς και όπως είπε πάλι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ο Βι­κτώρ  Ουγκώ όταν ανοί­γεις ένα σχο­λείο κλεί­νεις μια φυ­λα­κή και σε άλλο ση­μείο πάλι είπε ότι μορ­φώ­νο­ντας το κε­φά­λι των αν­θρώ­πων, δεν θα χρεια­στεί ποτέ η πο­λι­τεία να το κόψει.

Αυτή είναι η αρχή της καλής νο­μο­θε­σί­ας η οποία είναι να κα­τευ­θύ­νεις τους αν­θρώ­πους στην μέ­γι­στη ευ­τυ­χία και στην λι­γό­τε­ρη δυ­στυ­χία . Εκεί που το άτομο δεν μπό­ρε­σε να έχει μια σωστή αγωγή από το οι­κο­γε­νεια­κό του πε­ρι­βάλ­λον , οφεί­λει η πο­λι­τεία χρη­σι­μο­ποιώ­ντας τον θεσμό της δι­καιο­σύ­νης να προ­σα­να­το­λί­σει το άτομο αυτό σε νέες αρχές και αντι­λή­ψεις ώστε να απο­φύ­γει στο μέλ­λον νέες πα­ρα­βα­τι­κό­τη­τες. Τα εγκλή­μα­τα πιο πολύ προ­λαμ­βά­νο­νται από την βε­βαιό­τη­τα της τι­μω­ρί­ας παρά από την σο­βα­ρό­τη­τα της τι­μω­ρί­ας.

Τι είναι όμως η ποινή ; σε μια δη­μο­κρα­τι­κή κοι­νω­νία που ανα­γνω­ρί­ζε­ται ότι είναι αν­θρώ­πι­νο ακόμα το δι­καί­ω­μα σε κά­ποιον να σφάλ­λει, τότε αυ­τό­μα­τα και η ποινή είναι ένα δι­καί­ω­μα που ανα­γνω­ρί­ζε­ται και από το ίδιο το άτομο που έχει υπο­πέ­σει σε πα­ρά­πτω­μα. Ο Ντο­στο­γιέφ­σκι ανα­φέ­ρει  ότι υπάρ­χει ελευ­θε­ρία στο πα­ρά­πτω­μα και συ­νι­στού­σε στους ενόρ­κους να τι­μω­ρούν τους εγκλη­μα­τί­ες απο­δί­δο­ντάς τους την αξιο­πρέ­πεια του ενό­χου. Ακόμη και ο ένο­χος έχει δι­καί­ω­μα στην αξιο­πρέ­πεια, η απο­ε­νο­χο­ποί­η­ση και η ατι­μω­ρη­σία την αφαι­ρεί. Όταν όμως ανα­φε­ρό­μα­στε στην θα­να­τι­κή ποινή το σω­στό­τε­ρο θα ήταν να μι­λά­με για θα­να­τι­κή κα­τα­δί­κη διότι παύει να είναι ποινή.

Θα ανα­φερ­θώ διε­ξο­δι­κά σε αυτά αρ­χί­ζο­ντας από τους λό­γους που επι­κα­λού­νται οι υπέρ­μα­χοι της θα­να­τι­κής ποι­νής  και αυτών που επι­κα­λού­νται την κα­τάρ­γη­σής της.

Η δια­μά­χη με­τα­ξύ αυτών που υπε­ρα­σπί­ζο­νται την θα­να­τι­κή ποινή και αυτών που υπο­στη­ρί­ζουν την κα­τάρ­γη­σή της κρα­τά­ει χρό­νια. Κα­τα­θέ­το­νται κατά και­ρούς θέ­μα­τα που έχουν να κά­νουν με την ηθική, την συ­νταγ­μα­τι­κό­τη­τα, την απο­τρο­πή, την ια­τρι­κή δε­ο­ντο­λο­γία, τα οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα που σχε­τί­ζο­νται με τους ίδιους τους υπό­δι­κους αλλά και με την υπε­ρά­σπι­σή των καθώς και το κό­στος φυ­λά­κι­σής τους.

Στο θέμα της ηθι­κής, οι υπο­στη­ρι­κτές της κα­τάρ­γη­σης της θα­να­τι­κής ποι­νής ισχυ­ρί­ζο­νται την ανη­θι­κό­τη­τα της πρά­ξης με το αι­τιο­λο­γι­κό ότι από την στιγ­μή που η κοι­νω­νία θε­ω­ρεί ως ύψι­στη υπο­χρέ­ω­ση την δια­τή­ρη­ση της ζωής από την άλλη προ­βαί­νει μέσω της τι­μω­ρί­ας στην κα­τάρ­γη­σή της. Αντι­θέ­τως οι υπέρ αυτής  ανα­φέ­ρουν ότι  είναι μια ηθική πράξη από την στιγ­μή που οι εγκλη­μα­τί­ες αντι­με­τω­πί­ζο­νται ως ελεύ­θε­ρα  άτομα, άτομα  ικανά να ελέγ­ξουν και να επι­λέ­ξουν  το πε­πρω­μέ­νο τους για να κά­νουν καλό ή κακό και δεν τους με­τα­χει­ρί­ζο­νται ως ζώα χωρίς ηθικά ερεί­σμα­τα. Επί­σης ότι, η υπο­στή­ρι­ξη της κα­τάρ­γη­σής της είναι υπο­κρι­τι­κή  διότι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι κα­τα­κρι­τές της δεν έχουν αντίρ­ρη­ση η ποινή αυτή να επι­βάλ­λε­ται εν καιρώ πο­λέ­μου , για κα­τα­σκο­πεία, λι­πο­τα­ξία , συμ­με­το­χή σε πρα­ξι­κό­πη­μα κλπ. , κα­θό­τι όπως λένε η φυ­λά­κι­ση θα απο­τε­λού­σε λύ­τρω­ση για αυ­τούς.

Στο θέμα της συ­νταγ­μα­τι­κό­τη­τας οι κατά της ποι­νής επι­ση­μαί­νουν ότι οι  εγκλη­μα­τί­ες κα­τέ­χουν την βα­σι­κή αν­θρώ­πι­νη αξιο­πρέ­πεια και δι­καιού­νται ανά­λο­γη αντι­με­τώ­πι­ση, δη­λα­δή σε­βα­σμό της αν­θρώ­πι­νης ύπαρ­ξής τους και του δι­καιώ­μα­τος στην ζωή και ότι η θα­να­τι­κή ποινή είναι αντι­συ­νταγ­μα­τι­κή διότι σύμ­φω­να με το (άρθρο 2 παρ 1 1975)  προ­σκρού­ει στην αρχή του απα­ρα­βί­α­στου της αν­θρώ­πι­νης προ­σω­πι­κό­τη­τας που κα­το­χυ­ρώ­νε­ται με συ­νταγ­μα­τι­κή διά­τα­ξη υπέρ­τε­ρης ισχύ­ος απέ­να­ντι στην επί­σης συ­νταγ­μα­τι­κή διά­τα­ξη που προ­βλέ­πει θα­να­τι­κή ποινή (7 παρ 3 Σ 1975).  Οι υπέρ ότι οι βα­σι­κές αρχές του συ­ντάγ­μα­τος προ­στα­τεύ­ουν την ζωή , την πε­ριου­σία και το δι­καί­ω­μα στην ζωή όλων των πο­λι­τών και ει­δι­κά αυτών που είναι εκτε­θει­μέ­νοι στην επι­θε­τι­κό­τη­τα κά­ποιων αν­θρώ­πων, άρα μόνο η με­γί­στη των ποι­νών μπο­ρεί να επι­φέ­ρει την ορι­στι­κή και από­λυ­τη προ­στα­σία. Από­λυ­τη προ­στα­σία είναι και  η απο­κο­πή (θ α ν ά τ ω σ η) ενός άρ­ρω­στου μέ­λους ενός αν­θρώ­που, όσο και αν το αγα­πά­με, για να προ­στα­τεύ­σου­με το υπό­λοι­πο σώμα. Σε αυτό ανα­φέ­ρε­ται και το δόγμα της απο­κο­πής και αφαί­ρε­σης δι­καιω­μά­των ( John Locke ) και όπως ανα­φέ­ρει ο Κα­θη­γη­τής Ι.Κα­ρε­κλάς στην φι­λο­σο­φία του δι­καί­ου σ. 183, η δί­καιη αντεκ­δί­κη­ση και κοι­νω­νι­κή άμυνα από κοι­νού απαι­τούν την επι­βο­λή της θα­να­τι­κής ποι­νής για εγκλη­μα­τί­ες που εκ­κρί­θη­καν ένο­χοι για ει­δε­χθή ποι­νι­κά αδι­κή­μα­τα..

Το πα­ρα­πά­νω μά­λι­στα έχει μία δόση αν­θρω­πι­σμού διότι ο νόμος, ο οποί­ος προ­ϋ­πάρ­χει της συ­γκε­κρι­μέ­νης πρά­ξης, απευ­θυ­νό­με­νος στον εγκλη­μα­τία του λέει ότι έχεις, κατά έναν τρόπο, την πλήρη ελευ­θε­ρία να απο­φα­σί­σεις αν θα εγκλι­μα­τί­σεις αλλά αν το έγκλη­μά σου είναι ει­δε­χθές και απο­τρό­παιο τότε θα σου επι­βάλ­λω την θα­να­τι­κή ποινή. (Οι πρα­ξι­κο­μα­τί­ες στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση της Τουρ­κί­ας μπο­ρούν να προ­βάλ­λουν ότι όταν έκα­ναν την πράξη τους δεν υπήρ­χε θα­να­τι­κή ποινή και ότι δεν μπο­ρεί να επι­βλη­θεί εκ των υστέ­ρων διότι αν το γνώ­ρι­ζαν ίσως να επη­ρέ­α­ζε απο­τρε­πτι­κά την από­φα­σή τους ). Αν δεν επι­βαλ­λό­ταν η μέ­γι­στη των ποι­νών σε εξαι­ρε­τι­κά βιαία και απο­τρό­παια εγκλή­μα­τα τότε θα υπήρ­χε πάντα ο κίν­δυ­νος το κοινό αί­σθη­μα των πο­λι­τών να αντι­δρού­σε με  τέ­τοιο τρόπο ώστε να υπήρ­χε αυ­το­δι­κία.Όσον αφορά αυ­τούς που πι­στεύ­ουν ότι η ποινή λει­τουρ­γεί απο­τρε­πτι­κά στο να γί­νουν πα­ρό­μοιες εγκλη­μα­τι­κές πρά­ξεις στο μέλ­λον , ισχυ­ρί­ζο­νται ότι η ποινή λόγω της απο­κρου­στι­κό­τη­τας της είναι ένα  μά­θη­μα που παίρ­νει ο ένο­χος αλλά και η υπό­λοι­πη κοι­νω­νία και δρα απο­τρε­πτι­κά.. Μά­λι­στα πολ­λοί πι­στεύ­ουν ότι οι εκτε­λέ­σεις θα πρέ­πει να γί­νο­νται δη­μο­σί­ως ώστε και η κοι­νω­νία να συμ­με­τέ­χει ηθικά μέσω της επι­βλη­θεί­σας ποι­νής στην από­δο­ση της δι­καιο­σύ­νης και συγ­χρό­νως να δρα απο­τρε­πτι­κά για ανά­λο­γες πρά­ξεις. Σε αυτό βέ­βαια θα δια­φω­νή­σω γιατί  πι­στεύω ότι όσο κά­ποιος πα­ρα­κο­λου­θεί σκη­νές βίας και ακού­ει για πα­ρα­βα­τι­κό­τη­τα σιγά σιγά απευαι­σθη­το­ποιεί­ται και ο ουδός της ανο­χής στο έγκλη­μα ανε­βαί­νει ση­μα­ντι­κά, όπως ανέ­φε­ρα πα­ρα­πά­νω για τα συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία.. Ίσως τα φαι­νό­με­να πα­ρακ­μής της κοι­νω­νί­ας μας να οφεί­λο­νται στο ότι συ­νη­θί­σα­με σε αυτά τα φαι­νό­με­να και τα βρί­σκου­με φυ­σιο­λο­γι­κά. Αντι­θέ­τως οι κατά της ποι­νής ανα­φέ­ρουν ότι πιο πολύ φαί­νε­ται ως πράξη εκ­δί­κη­σης παρά ως τι­μω­ρία και ότι ο δρά­στης δεν υπο­λο­γί­ζει το μέ­γε­θος της ποι­νής αλλά σταθ­μί­ζει κατά κύριο λόγο μόνο το μέ­γε­θος της πι­θα­νό­τη­τας να απο­κα­λυ­φθεί και να συλ­λη­φθεί και όχι τι θα γίνει αρ­γό­τε­ρα.  Αυτό απο­δει­κνύ­ε­ται επί­σης από το ότι τα μισά εγκλή­μα­τα οφεί­λο­νται σε μίσος και γί­νο­νται πα­ρορ­μη­τι­κά (μέσα σε ένα καυγά, από ζή­λεια κλπ ) στα οποία ο εγκλη­μα­τί­ας δεν σταθ­μί­ζει τί­πο­τα , σε σχέση αυτών που γί­νο­νται με δόλο. Επί­σης αν η θα­να­τι­κή κα­τα­δί­κη δρού­σε απο­τρε­πτι­κά γιατί ο εκ­φο­βι­σμός που ασκεί ο θά­να­τος από τα τρο­χαία ατυ­χή­μα­τα δεν τα έχει μειώ­σει κα­θό­λου.  Επι­μέ­νουν ότι μέσω της  θα­να­τι­κής ποι­νής χρη­σι­μο­ποιού­με τον άν­θρω­πο ως όρ­γα­νο για την επί­τευ­ξη του σκο­πού, δη­λα­δή του εκ­φο­βι­σμού, ενώ κατά την «κα­τη­γο­ρι­κή προ­στα­κτι­κή» του Kant το αν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως σκο­πός και ου­δέ­πο­τε ως μέσον. Ανα­φέ­ρουν επί­σης ότι από στα­τι­στι­κές που έχουν γίνει δεν φαί­νε­ται να υπάρ­χουν δια­φο­ρές στην βαριά εγκλη­μα­τι­κό­τη­τα με­τα­ξύ των χωρών στις οποί­ες υπάρ­χει η θα­να­τι­κή ποινή από τις άλλες στις οποί­ες έχει απα­γο­ρευ­θεί.

Πα­ρά­δειγ­μα, οι Ευ­ρω­παϊ­κές χώρες οι οποί­ες την έχουν κα­ταρ­γή­σει και οι οποί­ες  έχουν πολύ λι­γό­τε­ρα εγκλή­μα­τα από άλλες στις οποί­ες δια­τη­ρεί­ται η ποινή αυτή. Πολλά βαριά εγκλή­μα­τα στις Ευ­ρω­παϊ­κές χώρες γί­νο­νται πολ­λές φορές από άτομα που προ­έρ­χο­νται από άλλες χώρες με χα­μη­λό βιο­τι­κό επί­πε­δο πράγ­μα που ισχυ­ρο­ποιεί και τις θέ­σεις αυτών που μι­λούν ότι με  τις πα­ρεμ­βά­σεις στην κοι­νω­νία μπο­ρεί να επι­τευ­χθεί μεί­ω­ση της εγκλη­μα­τι­κό­τη­τας. Ένα άλλο ση­μείο που επι­κα­λού­νται όσοι επι­θυ­μούν την κα­τάρ­γη­ση της θα­να­τι­κής ποι­νής είναι ότι από τις στα­τι­στι­κές φά­νη­κε ότι ένας ση­μα­ντι­κός αριθ­μός πε­ρι­στα­τι­κών, πε­ρί­που ένας στους επτά, απε­δεί­χθη ότι κα­τα­δι­κά­στη­καν λα­θε­μέ­να για διά­φο­ρους λό­γους και ότι κα­λύ­τε­ρα δέκα ένο­χοι έξω παρά ένας αθώος μέσα. Αντι­θέ­τως οι υπε­ρα­σπι­στές της ανα­φέ­ρουν ότι δεν υπάρ­χει σε κα­νέ­να σύ­στη­μα στον κόσμο εκατό τα εκατό επι­τυ­χία και ότι αυτές οι αρ­νη­τι­κές στα­τι­στι­κές δεν είναι πάλι ικα­νές στο να κα­λύ­ψουν τα οφέλη από την ύπαρ­ξη της θα­να­τι­κής ποι­νής. Με το σκε­πτι­κό του ανε­πα­νόρ­θω­του δεν θα έπρε­πε να έχου­με συ­γκοι­νω­νί­ες για να μην έχου­με θύ­μα­τα, εγ­χει­ρή­σεις για να μην γί­νο­νται λάθη και ούτω κα­θε­ξής.

Το ση­μα­ντι­κό σε όλα τα ανω­τέ­ρω είναι να εφαρ­μό­ζε­ται η αρχή της ανα­λο­γι­κό­τη­τας ο οποί­ος είναι ένας τρό­πος προ­σμε­τρή­σε­ως των δύο συ­νι­στω­σών της σο­βα­ρό­τη­τας του ποι­νι­κού αδι­κή­μα­τος από την μία και του βαθ­μού τι­μω­ρί­ας από την άλλη ώστε η εσχά­τη των ποι­νών να μην επι­βάλ­λε­ται «ελα­φρά την καρ­δία ». Μι­λώ­ντας για πο­σο­στά ένα ισχυ­ρό επι­χεί­ρη­μα αυτών που πι­στεύ­ουν στην επι­βο­λή της ποι­νής είναι ότι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οι εγκλη­μα­τί­ες νο­μί­ζουν ότι έχουν δι­καιώ­μα­τα πάνω στην ζωή των άλλων και την αφαι­ρούν βιαία. Δη­λα­δή ένα πο­σο­στό πο­λι­τών ( των εγκλη­μα­τιών ) θε­ω­ρη­τι­κά κα­τέ­χει το δι­καί­ω­μα της ζωής και η δια­τή­ρη­ση του δι­καιώ­μα­τος αυτού εξαρ­τά­ται από την « καλή » τους θέ­λη­σή. Αυτοί απο­φα­σί­ζουν για το αν θα ζήσει ή θα πε­θά­νει κά­ποιος. Ανα­ρω­τιέ­ται κα­νείς ποιος τους πα­ρα­χώ­ρη­σε αυτό το δι­καί­ω­μα. Το εξορ­γι­στι­κό στην υπό­θε­ση αυτή είναι ότι ενώ το δι­καί­ω­μα στην ζωή των φι­λή­συ­χων πο­λι­τών δεν προ­στα­τεύ­ε­ται, πολ­λοί ζη­τούν σε­βα­σμό απέ­να­ντι στη ζωή του εγκλη­μα­τία.. Ενώ ζη­τά­με από τον πο­λί­τη να μην παίρ­νει τον νόμο στα χέρια του , ζη­τά­με να συγ­χω­ρέ­σου­με τον εγκλη­μα­τία όταν εκεί­νος παίρ­νει αυ­θαί­ρε­τα το δι­καί­ω­μα να κάνει μια απο­τρό­παια πράξη γνω­ρί­ζο­ντας εκ των προ­τέ­ρων τις συ­νέ­πειες του νόμου για το συ­γκε­κρι­μέ­νο αυτό έγκλη­μα.

Οι δο­λο­φό­νοι δεν μπο­ρούν να διεκ­δι­κούν υπέρ αυτών το δι­καί­ω­μα της ζωής, που οι ίδιοι στέ­ρη­σαν στους άλ­λους. Η αντι­πα­ρά­θε­ση συ­νε­χί­ζε­ται και για το κό­στος της όλης δια­δι­κα­σί­ας με τους υπο­στη­ρι­κτές να ισχυ­ρί­ζο­νται ότι μια ισό­βια κα­τα­δί­κη επι­βα­ρύ­νει την κοι­νω­νία με ένα πολύ με­γά­λο κό­στος, αντι­θέ­τως οι κα­τα­κρι­τές να ισχυ­ρί­ζο­νται ότι το κό­στος  αυ­ξά­νε­ται πιο πολύ όταν ο κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σε θά­να­το προ­σφεύ­γει  σε συ­νε­χείς εφέ­σεις και αι­τή­σεις χά­ρι­τος που ακο­λου­θούν πολ­λές φορές αυτές τις ποι­νές.

Άλλα θέ­μα­τα που προ­κύ­πτουν είναι ότι  συ­νή­θως και τε­λι­κά κα­τα­δι­κά­ζο­νται με πολύ με­γα­λύ­τε­ρη συ­χνό­τη­τα οι φτω­χοί, αυτοί που ανή­κουν σε μειο­νό­τη­τες και γε­νι­κά τα πε­ρι­θω­ρια­κά άτομα, σε αντί­θε­ση με τους πλού­σιους οι οποί­οι έχουν την δυ­να­τό­τη­τα να έχουν συ­νή­θως πολύ κα­λύ­τε­ρη νο­μι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση και αντι­με­τω­πί­ζο­νται από τους δι­κα­στές και τους ενόρ­κους με λι­γό­τε­ρη κα­χυ­πο­ψία.  Οι υπε­ρα­σπι­στές της ποι­νής αντι­τάσ­σουν ως επι­χεί­ρη­μα ότι η θα­να­τι­κή ποινή δεν επι­βάλ­λε­ται και δεν έχει να κάνει με έναν πι­θα­νό ρα­τσι­σμό αλλά επει­δή η εγκλη­μα­τι­κό­τη­τα είναι πε­ρισ­σό­τε­ρο αυ­ξη­μέ­νη σε ομά­δες με χα­μη­λό βιο­τι­κό επί­πε­δο. Αυτό το επι­χεί­ρη­μα όμως έρ­χε­ται πάλι να ενι­σχύ­σει τις θέ­σεις αυτών που πι­στεύ­ουν ότι με τις κα­τάλ­λη­λες πα­ρεμ­βά­σεις στην κοι­νω­νία, ώστε να ανα­βαθ­μι­στεί το βιο­τι­κό και μορ­φω­τι­κό επί­πε­δο των πο­λι­τών,  μπο­ρούν να απο­τρα­πούν πολ­λές εγκλη­μα­τι­κές πρά­ξεις. Το πα­ρα­πά­νω επι­χεί­ρη­μα και ο «μύθος» του Γιάν­νη Αγιάν­νη στους Άθλιους του Β. Ουγκώ είναι μάλ­λον μια σπά­νια εξαί­ρε­ση και ανα­φε­ρό­ταν στην κα­τα­δί­κη από την κλοπή ενός ψω­μιού και όχι για ει­δε­χθή και απο­τρό­παια εγκλή­μα­τα για τα οποία η με­τα­μέ­λεια είναι σπα­νιό­τα­τη. Τε­λευ­ταίο επι­χεί­ρη­μα ενά­ντια στην επι­βο­λή τέ­τοιων ποι­νών είναι και η αντί­θε­ση όλων των ια­τρι­κών συλ­λό­γων στο να πα­ρί­στα­νται μέλη των συλ­λό­γων, στην εκτέ­λε­ση ενός αν­θρώ­που με το σκε­πτι­κό ότι οι ια­τροί έχουν ορ­κι­στεί και έχουν ως μο­να­δι­κό μέ­λη­μα την δια­τή­ρη­ση της ζωής και όχι την συμ­βο­λή τους στην κα­τάρ­γη­σή της.

Συ­νο­ψί­ζο­ντας και μι­λώ­ντας για σω­φρο­νι­στι­κό σύ­στη­μα, κα­τα­λή­γου­με ότι η εκτέ­λε­ση του ενό­χου δεν σω­φρο­νί­ζει τον ίδιο διότι με την εκτέ­λε­ση της ποι­νής παύει ο ίδιος να υπάρ­χει. Η εκτέ­λε­ση πάλι απο­τε­λεί πράξη πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμού, πως όμως, λόγω του φόβου που δη­μιουρ­γεί­ται. Όμως όταν φο­βού­νται οι πο­λί­τες τότε δεν έχου­με δη­μο­κρα­τία αλλά τρο­μο­κρα­τία. Ο φόβος πάλι δεν εξα­λεί­φει το έγκλη­μα απλώς το ανα­βάλ­λει και μά­λι­στα κάτω από τον φόβο αυτό ο εγκλη­μα­τί­ας οδη­γεί­ται σε με­γα­λύ­τε­ρα εγκλή­μα­τα προ­σπα­θώ­ντας να τα συ­γκα­λύ­ψει. Η κα­λύ­τε­ρη λύση λοι­πόν θα ήταν η ανα­μόρ­φω­ση και ο εξαν­θρω­πι­σμός του εγκλη­μα­τία αλλά αυτό θα απαι­τού­σε και ανα­μόρ­φω­ση και εξαν­θρω­πι­σμό του σω­φρο­νι­στι­κού συ­στή­μα­τος των φυ­λα­κών. Μία ρι­ζι­κή ανα­μόρ­φω­ση του θε­σμού της δι­καιο­σύ­νης ώστε στην θέση αρ­κε­τών φυ­λα­κών, οι οποί­ες λει­τουρ­γούν σή­με­ρα ως «πα­νε­πι­στή­μια» εγκλη­μα­τι­κό­τη­τας, με­τα­πτυ­χια­κού μά­λι­στα επι­πέ­δου, να γί­νουν ει­δι­κά «σχο­λεία» στα οποία ο εγκλη­μα­τί­ας θα πει­σθεί για το λάθος του, όχι σε συ­νάρ­τη­ση με τις υπο­κει­με­νι­κές του αντι­λή­ψεις που τον οδή­γη­σαν να δρά­σει με αυτόν τον τρόπο αλλά με βάση τις γε­νι­κό­τε­ρες, πο­λύ­πλευ­ρες και σε σωστή βάση συν­θή­κες που επι­κρα­τούν . Τότε ίσως μόνο τότε γίνει δεκτή η συγ­γνώ­μη από την πλευ­ρά του θύ­μα­τος και υπάρ­ξει και ο πραγ­μα­τι­κός πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμός στην κοι­νω­νία.

Μέχρι τότε όμως η ωμή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα βρί­σκε­ται μπρο­στά μας και όσο και αν οι ηθι­κές και συ­ναι­σθη­μα­τι­κές μου κα­τα­βο­λές με οδη­γούν σαφώς υπέρ της κα­τάρ­γη­σης της θα­να­τι­κής ποι­νής, η μικρή μου εντρύ­φη­ση στους νό­μους ως φοι­τή­τρια της νο­μι­κής και σκε­πτό­με­νη από­λυ­τα λο­γι­κά με βάση τα ανω­τέ­ρω επι­χει­ρή­μα­τα , ελ­πί­ζο­ντας εν­δό­μυ­χα ότι θα είναι μόνο προ­σω­ρι­νά, θα τασ­σό­μου­να υπέρ της θα­να­τι­κής κα­τα­δί­κης ακο­λου­θώ­ντας τα λόγια του Πλά­τω­να στον Γορ­γία  ότι « η ποινή του θα­νά­του θα πρέ­πει να εφαρ­μό­ζε­ται στους ανί­α­τους εγκλη­μα­τί­ες» ώστε όπως πάλι λέει ο Πλά­των στον Πρω­τα­γό­ρα να μην την επα­να­λά­βει στο μέλ­λον και ίσως με βάση την Ορ­φι­κή με­τα­φυ­σι­κή της δι­καιο­σύ­νης η θα­να­τι­κή κα­τα­δί­κη να απο­τε­λεί  για τον εγκλη­μα­τία  την  λύ­τρω­ση, την απε­λευ­θέ­ρω­ση ή και την ανά­στα­ση, από την ετυ­μο­λο­γι­κή έν­νοια του σώ­μα­τός του,  δη­λα­δή , από τον τάφο του (Κρα­τύ­λος Πλά­των). Ολο­κλη­ρώ­νο­ντας θα ήθελα να  τε­λειώ­σω την ερ­γα­σία αυτή με τις τε­λευ­ταί­ες λέ­ξεις από το ίδιο βι­βλίο του Βί­κτω­ρος Ουγκό.

— Eh, par pitié ! une minute pour attendre ma grâce !

(Έλεος ! ένα λεπτό ακόμα για να πε­ρι­μέ­νω την χάρη μου !)

Μαρία Μαρ­τί­νου

Κα­νελ­λά­κη

Φοι­τή­τρια Νο­μι­κής

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.