ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Οδυνηρό ακόμα και το ελεγχόμενο Grexit

news room 1 λεπτό ανάγνωση
δημοσίευμα

Αμεση υπο­τί­μηση του νέου εθνικού νομί­σμα­τος του­λά­χι­στον κατά 50%, κατάρ­ρευση του ΑΕΠ έως και 20%, «βύθιση» της εγχώ­ριας ζήτησης κατά 25%, εκτί­ναξη του πλη­θω­ρι­σμού και της ανερ­γίας και μείωση των πραγ­μα­τι­κών μισθών, των δανειο­δο­τή­σεων και των επεν­δύ­σεων θα προ­κα­λούσε ένα «ιδεατό» ή αισιό­δοξο Grexit. Δηλαδή, μια συντε­ταγ­μένη έξοδος από το ευρώ σε συνερ­γα­σία με τους εταί­ρους, την οικο­νο­μική τους στήριξη και την παρα­μονή χώρας στην Ε.Ε. Αντί­θετα, σε περί­πτωση ρήξης και άτακτης εγκα­τά­λει­ψης του κοινού νομί­σμα­τος, οι επι­πτώ­σεις θα ήταν ανυ­πο­λό­γι­στες.

Σύμφωνα με έρευνα της EY, ακόμη και σε ένα συμ­φω­νη­μένο Grexit, το οποίο θα περι­λάμ­βανε και «κούρεμα» του δημό­σιου χρέους κατά 50% και δια­τή­ρηση των ευρω­παϊ­κών κον­δυ­λίων προς τη χώρα μας, η οικο­νο­μία και η κοι­νω­νία θα βίωναν ένα άνευ προη­γου­μέ­νου σοκ. Η μελέτη της EY, που πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε σε συνερ­γα­σία με την Oxford Economics, δεν αναλύει καθόλου το ακραίο σενάριο μιας άτακτης εγκα­τά­λει­ψης του κοινού νομί­σμα­τος, με παράλ­ληλη καταγ­γε­λία των δανεια­κών υπο­χρε­ώ­σεων της χώρας. «Οι συνέ­πειες του σενα­ρίου αυτού», τονίζει η EY, «είναι αδύ­να­τον να απο­τι­μη­θούν, καθώς ένα τέτοιο σενάριο θα οδη­γούσε σε δρα­μα­τική μείωση του ΑΕΠ, παρα­τε­τα­μένη αστά­θεια και αβε­βαιό­τητα και έξοδο από τη συνθήκη Σένγκεν και την ίδια την Ευρω­παϊκή Ενωση, ενώ η προ­ο­πτική επα­νό­δου σε συν­θή­κες ανά­πτυ­ξης και ευη­με­ρίας δεν θα μπο­ρούσε να οριο­θε­τη­θεί χρονικά».

Ανα­λυ­τι­κό­τερα, σύμφωνα με τη μελέτη, το νέο εθνικό νόμισμα, σε μια συντε­ταγ­μένη έξοδο από το ευρώ, θα υπο­τι­μη­θεί άμεσα κατά του­λά­χι­στον 50%, ενώ ανάλογα με τις οικο­νο­μι­κές πολι­τι­κές που θα ακο­λου­θη­θούν μπορεί να δια­μορ­φω­θεί σε ακόμα υψη­λό­τερο επίπεδο. Στην εκτι­μώ­μενη επίσημη υπο­τί­μηση, δεν έχουν συνυ­πο­λο­γι­στεί οι όποιες κερ­δο­σκο­πι­κές πιέσεις που μπορεί να εκδη­λω­θούν στο νέο νόμισμα ή και στις υπο­σχε­τι­κές πλη­ρω­μής (IOUs) που θα εκδο­θούν κατά τη μετα­βα­τική περίοδο από το ευρώ στο νέο εθνικό νόμισμα. Η «βύθιση» του νομί­σμα­τος θα οδη­γούσε σε άμεση μείωση της εγχώ­ριας ζήτησης κατά 25% και του πραγ­μα­τι­κού ΑΕΠ από 15% έως 20%, που θα σήμαινε ότι η χώρα σωρευ­τικά από το 2007 θα έχανε σχεδόν το ήμισυ του εγχώ­ριου πραγ­μα­τι­κού εισο­δή­μα­τος!

Σημα­ντική θα ήταν η συμπί­εση του πραγ­μα­τι­κού δια­θέ­σι­μου εισο­δή­μα­τος, που θα πλήξει πολύ περισ­σό­τερο τα νοι­κο­κυ­ριά χαμηλού εισο­δή­μα­τος, με επα­κό­λουθο αντί­κτυπο τη φτώχεια και τη μεγάλη αύξηση της ανι­σό­τη­τας.

Σύμφωνα με μια πρώτη προ­σέγ­γιση, κατά τον πρώτο χρόνο μετά την έξοδο, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, σε όρους ευρώ, λόγω της συν­δυα­στι­κής επί­δρα­σης της οικο­νο­μι­κής συρ­ρί­κνω­σης και της υπο­τί­μη­σης θα μπο­ρούσε να μειωθεί σε περίπου 11.000 ευρώ, σε σύγκριση με τα επίπεδα των 17.000 ευρώ το 2014. Στη μελέτη τονί­ζε­ται ότι ένα ιδεατό, οργα­νω­μένο Grexit δεν θα σημα­το­δο­τούσε το τέλος της λιτό­τη­τας – αντί­θετα, το υψηλό χρέος θα άφηνε ελά­χι­στα περι­θώ­ρια ελιγμών για την κυβέρ­νηση, απο­κλεί­ο­ντας κάθε πιθα­νό­τητα δημο­σιο­νο­μι­κής χαλά­ρω­σης. Σημειώ­νε­ται ότι η μελέτη υπο­θέ­τει ότι μετά την έξοδο από το ευρώ οι δανει­στές θα δεχθούν μια μείωση του δημο­σίου χρέους κατά 50%, ωστόσο λόγω της μετα­τρο­πής του σε δραχμές και της δρα­μα­τι­κής μείωσης του ΑΕΠ ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ θα παρέ­μενε σε επίπεδα άνω του 130%.

Για τις τρά­πε­ζες, των οποίων η βιω­σι­μό­τητα θα δοκι­μα­στεί σημα­ντικά, κύρια προ­τε­ραιό­τητα μετά την έξοδο θα απο­τε­λέ­σει η δια­τή­ρηση της κεφα­λαια­κής τους επάρ­κειας. Σε συν­δυα­σμό με την αβε­βαιό­τητα για το οικο­νο­μικό περι­βάλ­λον, αυτό θα οδη­γή­σει σε τερά­στια μείωση των χορη­γή­σεων δανείων προς τις επι­χει­ρή­σεις και τα νοι­κο­κυ­ριά.

Αβέβαιο όφελος ακόμη και για τις εξα­γω­γές

Σύμφωνα με τη μελέτη, η δρα­στική συρ­ρί­κνωση της οικο­νο­μίας θα επη­ρε­ά­σει τις επι­χει­ρή­σεις με πολλούς δια­φο­ρε­τι­κούς τρόπους. Μετά το Grexit, το τρα­πε­ζικό σύστημα θα αντι­με­τώ­πιζε μεγάλα προ­βλή­ματα κεφα­λαια­κής επάρ­κειας και ρευ­στό­τη­τας. Η μείωση στην παροχή νέων δανείων θα οδη­γούσε τις επεν­δύ­σεις σε μείωση άνω του 30% κατά τα δύο πρώτα έτη, και θα αρχί­σουν να ανα­κάμ­πτουν μόλις μετά το τρίτο έτος. Σύμφωνα με την EY, ακόμη και στην περί­πτωση ενός ουδέ­τε­ρου αντί­κτυ­που στον ισο­λο­γι­σμό των επι­χει­ρή­σεων από ένα Grexit, η αλλαγή στο νόμισμα στο οποίο θα συναλ­λάσ­σο­νται θα οδη­γή­σει σε μεγα­λύ­τε­ρες πιέσεις κόστους, ιδιαί­τερα μέσω της αύξησης του κόστους των εισα­γό­με­νων υλών, την πιθανή έκθεση σε συναλ­λαγ­μα­τικό κίνδυνο και το υψη­λό­τερο κόστος συναλ­λα­γών.

Οι τιμές των ακι­νή­των θα υπο­χω­ρή­σουν απότομα την περίοδο της εξόδου, καθώς η μείωση των εισο­δη­μά­των θα οδη­γή­σει σε συρ­ρί­κνωση της ζήτησης για τον τομέα. Από την άλλη πλευρά, μεσο­πρό­θε­σμα η ζήτηση για ελλη­νικά ακίνητα, κυρίως από ξένους επεν­δυ­τές, είναι πιθανό να αυξηθεί.

Σε ό,τι αφορά την ενί­σχυση της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας της χώρας, λόγω της υπο­τί­μη­σης του νέου νομί­σμα­τος, εκτι­μά­ται ότι βρα­χυ­πρό­θε­σμα οι εξα­γω­γές θα αυξη­θούν με ταχείς ρυθμούς. Ο του­ρι­σμός, μαζί με άλλες δρα­στη­ριό­τη­τες με εξα­γω­γικό προ­σα­να­το­λι­σμό, όπως η ναυ­τι­λία, τα επε­ξερ­γα­σμένα τρόφιμα και τα γεωρ­γικά προ­ϊ­ό­ντα, είναι, θεω­ρη­τικά, πιθανό να ενι­σχυ­θούν αρχικά από την υπο­τί­μηση, καθώς οι εξα­γω­γές τους θα αυξη­θούν. Ωστόσο είναι εξαι­ρε­τικά αβέβαιο αν η αύξηση αυτή θα μπο­ρούσε να δια­τη­ρη­θεί μεσο-μακροπρόθεσμα. Ο βασικός λόγος σχε­τί­ζε­ται με τις δομικές αδυ­να­μίες της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας και την περιο­ρι­σμένη εξα­γω­γική της βάση. Οι εξα­γω­γές αγαθών και υπη­ρε­σιών ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι εξαι­ρε­τικά χαμηλές στην Ελλάδα και αντι­προ­σω­πεύ­ουν το 30% σήμερα, έναντι περίπου 20% προ της κρίσης. Επι­πλέον, σχεδόν στο σύνολό τους οι εξα­γω­γι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες της Ελλάδας βασί­ζο­νται σε εισα­γό­μενα υλικά παρα­γω­γής, το κόστος των οποίων θα εκτο­ξευ­θεί λόγω της υπο­τί­μη­σης, μειώ­νο­ντας σημα­ντικά το όποιο όφελος ενί­σχυ­σης της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας.

Τέλος, αξίζει να υπο­γραμ­μι­στεί ότι για εξα­γω­γι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες όπως ο του­ρι­σμός η αύξηση της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας δεν προ­κύ­πτει μόνο από τη μείωση του κόστους, αλλά κυρίως από το προφίλ του του­ρι­στι­κού προ­ϊ­ό­ντος. Οι δρα­μα­τι­κές συν­θή­κες σε κοι­νω­νικό επίπεδο, όπως η πιθανή αύξηση της εγκλη­μα­τι­κό­τη­τας, είναι σίγουρο πως θα συμ­βάλ­λουν αρνη­τικά στην όποια ενί­σχυση του κλάδου.

Σχο­λιά­ζο­ντας τα ευρή­ματα της μελέτης, ο Πάνος Παπά­ζο­γλου, διευ­θύ­νων σύμ­βου­λος της EY Ελλάδας, σημειώ­νει: «H έξοδος της Ελλάδας από την Ευρω­ζώνη δεν απο­τε­λεί απλό ή γρήγορο τρόπο επί­λυ­σης των οικο­νο­μι­κών προ­βλη­μά­των της χώρας. Αν η Ελλάδα δεν κατορ­θώ­σει να δημιουρ­γή­σει έναν ισχυρό εξα­γω­γικό τομέα με δύσκο­λες και στο­χευ­μέ­νες διαρ­θρω­τι­κές μεταρ­ρυθ­μί­σεις, οποια­δή­ποτε προ­σπά­θεια βελ­τί­ω­σης της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας, μέσω της υιο­θέ­τη­σης ενός νέου νομί­σμα­τος, δεν θα έχει δια­τη­ρή­σιμα ή και δια­χει­ρί­σιμα απο­τε­λέ­σματα. Αντι­θέ­τως, ακόμη και στην περί­πτωση συντε­ταγ­μέ­νης εξόδου από το ευρώ, οι αρνη­τι­κές επι­πτώ­σεις για την ελλη­νική οικο­νο­μία και κοι­νω­νία θα είναι ιδιαί­τερα επώ­δυ­νες».

Μεγα­λύ­τερο κόστος για χαμηλά και μεσαία εισο­δή­ματα

Μείωση του κατά κεφαλήν εισο­δή­μα­τος, εκτί­ναξη της ανερ­γίας και του πλη­θω­ρι­σμού και πιθανές κοι­νω­νι­κές ανα­τα­ρά­ξεις θα έφερνε η έξοδος της χώρας από το ευρώ. Επί της ουσίας, η φτώχεια θα εντει­νό­ταν και ο κρα­τι­κός μηχα­νι­σμός θα αδυ­να­τούσε να αντι­με­τω­πί­σει τα προ­βλή­ματα.

Στις άμεσες συνέ­πειες από ένα Grexit θα ήταν η μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, από περίπου 17.000 ευρώ το 2014 στα επίπεδα των 11.000 ευρώ.

Επίσης, το κόστος της υπέρ­βα­σης στην υπο­τί­μηση μπορεί να είναι σημα­ντικό, κάτι που θα επη­ρέ­αζε αρνη­τικά την κατα­νά­λωση και την οικο­νο­μική ευη­με­ρία.

Ενδει­κτικά ανα­φέ­ρε­ται ότι για τα αγαθά και τις υπη­ρε­σίες που εξαρ­τώ­νται ιδιαί­τερα από τις εισα­γω­γές, όπως τα φαρ­μα­κευ­τικά προ­ϊ­ό­ντα, το αργό πετρέ­λαιο, το φυσικό αέριο και τα χημικά προ­ϊ­ό­ντα, καθώς και ορι­σμένα προ­ϊ­ό­ντα δια­τρο­φής, ο αντί­κτυ­πος στις τιμές θα μπο­ρούσε να είναι ιδιαί­τερα σημα­ντι­κός. Στο πλαίσιο αυτό, η ιδιω­τική δαπάνη θα μειω­νό­ταν, με επα­κό­λου­θες αρνη­τι­κές επι­πτώ­σεις στην οικο­νο­μική δρα­στη­ριό­τητα, και εκτι­μά­ται ότι, κατά τον πρώτο χρόνο, η εγχώρια ζήτηση θα μπο­ρούσε να συρ­ρι­κνω­θεί κατά του­λά­χι­στον 25%.

Η εισα­γωγή του νέου νομί­σμα­τος θα επη­ρέ­αζε τα νοι­κο­κυ­ριά μέσω της επί­δρα­σης στους πραγ­μα­τι­κούς μισθούς, τις τιμές κατα­να­λωτή, καθώς και τις προ­ο­πτι­κές απα­σχό­λη­σης. Η έξοδος και η υπο­τί­μηση θα οδη­γή­σουν ευθέως σε πλη­θω­ρι­σμό, ο οποίος θα αυξα­νό­ταν απότομα και άνω του 10%, πριν αρχίσει να απο­κλι­μα­κώ­νε­ται βαθ­μιαία.

Δεδο­μέ­νου ότι οι τιμές των αγαθών και των υπη­ρε­σιών θα αυξά­νο­νταν μετά την υπο­τί­μηση, η πραγ­μα­τική αξία των μισθών, που θα καθο­ρι­ζό­ταν στο νέο νόμισμα, θα μειω­νό­ταν. Η βασική συνέ­πεια αυτού θα ήταν η σημα­ντική συμπί­εση του πραγ­μα­τι­κού δια­θέ­σι­μου εισο­δή­μα­τος, ειδικά για τα νοι­κο­κυ­ριά στα­θε­ρού εισο­δή­μα­τος, και η αύξηση της αβε­βαιό­τη­τας στην αγορά εργα­σίας. Υπο­λο­γί­ζε­ται ότι το Grexit θα οδη­γούσε σε αύξηση της ανερ­γίας, η οποία βρα­χυ­πρό­θε­σμα θα ξεπερ­νούσε το 30%.

Οι επι­πτώ­σεις στην κοι­νω­νία μιας ενδε­χό­με­νης εξόδου από το ευρώ θα ήταν εξαι­ρε­τικά ασύμ­με­τρες. Τα μεσαία και χαμηλά εισο­δή­ματα θα ήταν τα πιο ευάλωτα, ενώ η εμπει­ρία άλλων χωρών δείχνει ότι όσο πιο βαθιά είναι η κρίση τόσο εντο­νό­τερη είναι και η αύξηση των εισο­δη­μα­τι­κών ανι­σο­τή­των.

Μεταξύ 2001-2002, η Αργε­ντινή βίωσε μια τερά­στια αύξηση της ανερ­γίας και της φτώ­χειας, αντα­να­κλώ­ντας τη δρα­μα­τική μείωση των πραγ­μα­τι­κών εισο­δη­μά­των και την επι­δεί­νωση των συν­θη­κών στην αγορά εργα­σίας. Σύμφωνα με την Παγκό­σμια Τράπεζα, το 2002, ένας στους δύο Αργε­ντι­νούς ζούσε κάτω από το επίσημο όριο της φτώ­χειας.

Ενδε­χό­μενο ταραχών

Πιθανή θα ήταν και η εκδή­λωση κοι­νω­νι­κών ανα­τα­ρα­χών και εξε­γέρ­σεων, των οποίων οι έμμεσες επι­πτώ­σεις στην οικο­νο­μία θα μπο­ρού­σαν να είναι σημα­ντι­κές.

Στην Ισλαν­δία, οι αντι­κυ­βερ­νη­τι­κές δια­δη­λώ­σεις του Ρέι­κια­βικ, κατά την περίοδο κορύ­φω­σης της κρίσης του 2008, κατέ­λη­ξαν σε ταραχές. Στην Αργε­ντινή, η συμ­με­τοχή σε κοι­νω­νι­κές δια­μαρ­τυ­ρίες αυξή­θηκε από 7,6% σε 16,2% στα τέλη του 2002. Εκδη­λώ­σεις βίας, όπως εκτε­τα­μέ­νες ταραχές και λεη­λα­σίες, ήταν καθη­με­ρινό φαι­νό­μενο στους δρόμους του Μπου­έ­νος Αϊρες.

Επίσης, πολύ πιθανή θα ήταν και η εξά­πλωση της ανταλ­λα­κτι­κής οικο­νο­μίας (barter trading). Η αδυ­να­μία της ρωσικής ομο­σπον­δια­κής κυβέρ­νη­σης να επι­βά­λει δημο­σιο­νο­μική πει­θαρ­χία και να πλη­ρώ­σει τους προ­μη­θευ­τές συνέ­βαλε στη μαζική ανά­πτυξη των ανταλ­λα­γών μετά το 1998. Το κράτος υπο­χρε­ώ­θηκε να δέχεται πλη­ρω­μές φόρων σε είδος, με απο­τέ­λε­σμα την περαι­τέρω απο­δυ­νά­μωση της δημο­σιο­νο­μι­κής αξιο­πι­στίας.

Λιτό­τητα διαρ­κείας και υπέ­ρο­γκο χρέος ακόμη και με κούρεμα

Η έξοδος από την Ευρω­ζώνη, η οποία θα συν­δυα­ζό­ταν ακόμα και με «κούρεμα» του χρέους, όχι μόνο δεν θα χαλά­ρωνε τη λιτό­τητα, αλλά θα οδη­γούσε στην ανάγκη για έως και αυστη­ρό­τερη δημο­σιο­νο­μική προ­σαρ­μογή.

Οπως ανα­φέ­ρει στην έκθεσή της η ΕΥ, ακόμη και στο υπο­θε­τικό σενάριο της μείωσης του δημο­σίου χρέους κατά 50%, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ θα παρέ­μενε σε πολύ υψηλά επίπεδα. Λόγω της υπο­τί­μη­σης του νέου νομί­σμα­τος κατά περίπου 50%, της αδυ­να­μίας μετα­τρο­πής του χρέους σε δραχμές και της μείωσης του ΑΕΠ, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ θα συνέ­χιζε να κυμαί­νε­ται στο 130%.

Κάτι τέτοιο θα έδινε ελά­χι­στα περι­θώ­ρια ελιγμών στην κυβέρ­νηση «απο­κλεί­ο­ντας κάθε πιθα­νό­τητα δημο­σιο­νο­μι­κής χαλά­ρω­σης», κατά την ΕΥ, με τα υψηλά επίπεδα χρέους να απο­τε­λούν τον εξω­τε­ρικό περιο­ρι­στικό παρά­γο­ντα για τη δημο­σιο­νο­μική πολι­τική.

Ετσι, καθώς τα φορο­λο­γικά έσοδα θα ήταν μειω­μένα εξαι­τίας της ύφεσης μετά την έξοδο, για να μπο­ρέ­σει η κυβέρ­νηση να ισο­σκε­λί­σει τον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό χωρίς εξω­τε­ρική χρη­μα­το­δό­τηση, θα έπρεπε είτε να αυξήσει τους φόρους είτε να μειώσει περαι­τέρω τις δαπάνες. Συνο­λικά, για κάθε 10% μείωση των δημο­σίων εσόδων σε ετήσια βάση, σε περί­πτωση εξόδου από την Ευρω­ζώνη, εκτι­μά­ται ότι θα απαι­τού­νταν δημο­σιο­νο­μικά μέτρα της τάξεως του 2% του ΑΕΠ (3,6 δισ. ευρώ με τα σημε­ρινά δεδο­μένα), ώστε να υπάρξει ένας ισο­σκε­λι­σμέ­νος πρω­το­γε­νής προ­ϋ­πο­λο­γι­σμός τα πρώτα έτη. Ακόμη, όμως, και αν υιο­θε­τείτο μια επε­κτα­τική δημο­σιο­νο­μική πολι­τική, οι επι­πτώ­σεις σε άλλα μέτωπα θα οδη­γού­σαν γρήγορα στην ανα­τροπή της. Αυτό οφεί­λε­ται στο γεγονός ότι, ανα­πό­φευ­κτα, θα έπρεπε να χρη­μα­το­δο­τη­θεί μέσω νομι­σμα­τι­κής χρη­μα­το­δό­τη­σης (εκτύ­πωση χρή­μα­τος) ή με τη χρήση οικο­νο­μι­κού κατα­να­γκα­σμού (π.χ. υπο­χρε­ώ­νο­ντας τις τρά­πε­ζες και τα ασφα­λι­στικά ταμεία να επεν­δύ­ουν ένα ορι­σμένο ποσοστό του ενερ­γη­τι­κού τους σε εγχώρια κρατικά ομόλογα). Κάτι τέτοιο θα οδη­γούσε σε ανε­ξέ­λεγ­κτη πλη­θω­ρι­στική δυνα­μική, με αυξη­μέ­νες πιέσεις για περαι­τέρω υπο­τί­μηση και πιστω­τική συρ­ρί­κνωση. Η ενδε­χό­μενη νομι­σμα­τική υπο­τί­μηση που θα απαι­τού­νταν για να απο­κα­τα­στα­θεί η αντα­γω­νι­στι­κό­τητα και να δια­τη­ρη­θεί μακρο­χρό­νια ισορ­ρο­πία στο ισο­ζύ­γιο εξω­τε­ρι­κών συναλ­λα­γών, δεν είναι εύκολο να υπο­λο­γι­σθεί. Από το 2010, λόγω της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης, η Ελλάδα ανέ­κτησε κάπως την αντα­γω­νι­στι­κό­τητά της. Παρ’ όλα αυτά, για την πλήρη ανά­κτησή της, η πραγ­μα­τική συναλ­λαγ­μα­τική ισο­τι­μία μπορεί να χρεια­ζό­ταν να μειωθεί κατά περίπου 20%.

Η ονο­μα­στική υπο­τί­μηση της συναλ­λαγ­μα­τι­κής ισο­τι­μίας θα έπρεπε να είναι πολύ μεγα­λύ­τερη από την πραγ­μα­τική μείωση, ούτως ώστε να απο­κα­τα­στα­θεί η αντα­γω­νι­στι­κό­τητα, δεδο­μέ­νου ότι η χαμη­λό­τερη συναλ­λαγ­μα­τική ισο­τι­μία θα οδη­γούσε σε εισα­γό­μενο πλη­θω­ρι­σμό.

Η αρχική ισο­τι­μία δεν έχει ουσια­στική σημασία και είναι πολύ πιθανό να ορι­ζό­ταν στη σχέση ένα προς ένα. Η ιστο­ρική εμπει­ρία δείχνει ότι η αρχική ισο­τι­μία θα δεχόταν σημα­ντική υπο­τί­μηση. Ακόμη και στην περί­πτωση μιας συντε­ταγ­μέ­νης εξόδου από το ευρώ, η αρχική υπο­τί­μηση θα ήταν σημα­ντική, υπερ­βαί­νο­ντας ενδε­χο­μέ­νως το 50%, εξαι­τίας του αρχικού πανικού και της αβε­βαιό­τη­τας ως προς την απο­κα­τά­σταση της ισορ­ρο­πίας του ισο­ζυ­γίου τρε­χου­σών συναλ­λα­γών.

Η έκταση και η διάρ­κεια της αρχικής σημα­ντι­κής υπο­τί­μη­σης θα καθο­ρί­ζο­νταν σε μεγάλο βαθμό από τις πολι­τι­κές που θα εφαρ­μό­ζο­νταν. Στο πιο αισιό­δοξο σενάριο, κατά το οποίο θα απο­φεύ­γο­νταν οι λαν­θα­σμέ­νες πολι­τι­κές και η πολι­τική, κοι­νω­νική και οικο­νο­μική αστά­θεια θα ήταν περιο­ρι­σμέ­νες, η υπο­τί­μηση τελικά θα αντι­στρε­φό­ταν, αλλά σε βάθος χρόνου.

Το πρό­βλημα της μετα­τρο­πής

Η ΕΥ υπο­γραμ­μί­ζει επίσης την πολυ­πλο­κό­τητα ενός Grexit ακόμα και αν αυτό είναι συντε­ταγ­μένο. Θα υπάρξει ανάγκη για εκτε­τα­μένη επα­να­δια­πραγ­μά­τευση συμ­βά­σεων. Ολες οι τιμές, οι συμ­βά­σεις, τα στοι­χεία ενερ­γη­τι­κού και παθη­τι­κού που διέ­πο­νται από το ελλη­νικό δίκαιο θα πρέπει να μετα­τρα­πούν στο νέο νόμισμα, ενώ οι τρά­πε­ζες θα μείνουν κλει­στές για μερικές εβδο­μά­δες. Το μεγα­λύ­τερο πρό­βλημα θα είναι η επιλογή των συμ­βά­σεων που θα πρέπει να μετα­τρα­πούν και αυτών που θα παρα­μέ­νουν στο ευρώ. Ο προσ­διο­ρι­σμός του δικαίου που διέπει την κάθε σύμβαση θα είναι δύσκο­λος, εφόσον εκδο­θούν έκτακτα δια­τάγ­ματα. Η κυβέρ­νηση θα μπο­ρούσε να επα­να­προσ­διο­ρί­σει όλα τα ποσά που καθο­ρί­ζο­νται στις συμ­βά­σεις που διέ­πο­νται από το ελλη­νικό δίκαιο από ευρώ σε δραχμές.

Ωστόσο, δεδο­μέ­νου ότι το ευρώ δεν είναι μόνο ελλη­νικό νόμισμα, αλλά το διεθνές νόμισμα της Ε.Ε., το θέμα της μετα­τρο­πής είναι εξαι­ρε­τικά σύνθετο. Αρχικά, η Ελλάδα δεν θα δια­θέ­τει χαρ­το­νο­μί­σματα και κέρματα του νέου νομί­σμα­τος. Αξίζει να σημειω­θεί ότι χρειά­στη­καν έξι μήνες για την De La Rue για να παρα­γά­γει το νόμισμα του Νοτίου Σουδάν, μετά τη δημιουρ­γία της νέας χώρας, και αυτό θεω­ρεί­ται μια ταχεία αντί­δραση. Η έκδοση υπο­σχε­τι­κών (IOUs) μέχρι την έκδοση του νέου νομί­σμα­τος θεω­ρεί­ται δεδο­μένη για να αντε­πε­ξέλ­θει το κράτος στις υπο­χρε­ώ­σεις του για μισθούς, συντά­ξεις και προ­μη­θευ­τές.

Καθη­με­ρινή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.