ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Σύμη: Με φιλόξενη διάθεση

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Σύμη

Μονα­δική αρχι­τε­κτο­νική, υπέ­ρο­χες ακτές, νησιω­τική παρά­δοση και φιλό­ξενη διάθεση. Η Σύμη σε κερ­δί­ζει με την πρώτη ματιά και σε κυριεύει για πάντα.

Πρω­το­τα­ξί­δεψα στη Σύμη μέσα από το βιβλίο της Ευγε­νίας Φακίνου «Ερως – Θέρος – Πόλεμος». Ακο­λού­θησα τη 12χρονη Μαρία, τη μητέρα της συγ­γρα­φέως, στην ανη­φο­ρική Καλή Στράτα, τον φαρδύ ασβε­στω­μένο δρόμο με τα περίπου 500 μεγάλα σκα­λο­πά­τια, που ξεκι­νούν μέσα από τον γραφικό Γιαλό και κατα­λή­γουν στην πλατεία του Χωριού. Μια Στράτα Καλή, επειδή κοσμεί­ται από νεο­κλα­σικά με ζωγρα­φι­σμένα ταβάνια – αρχο­ντό­σπιτα που πρω­το­κα­τοί­κη­σαν οικο­γέ­νειες καπε­τα­ναίων και σφουγ­γα­ρά­δων. Ακόμη και σήμερα, οι από­γο­νοί τους καλω­σο­ρί­ζουν τον διαβάτη προ­σφέ­ρο­ντάς του κέρασμα. Πολλοί κάτοι­κοι είναι ξένοι που ήρθαν στο νησί και έμειναν, ανα­στή­λω­νο­ντας με σεβασμό τα σπιτικά που αγό­ρα­σαν. Το Χωριό είναι ο μεγα­λύ­τε­ρος οικι­σμός. Κάποτε η Σύμη είχε πλη­θυ­σμό 25.000 – σήμερα μόλις που αγγίζει τις 3.000.

Αξίζει να σουρ­του­κέ­ψετε στα λιθό­στρωτα καλ­ντε­ρί­μια, περ­νώ­ντας από το παλιό δημο­τικό φαρ­μα­κείο Σπε­τσα­ρία, το Αρχαιο­λο­γικό και Λαο­γρα­φικό Μουσείο, να δια­σχί­σετε τις μικρές πλα­τείες και να περά­σετε κάτω από τα «διαβατά» (τις πετρό­χτι­στες καμάρες-δωμάτια που «αιω­ρού­νται» πάνω από τα σοκάκια). Ενα φιδίσιο σοκάκι ανε­βαί­νει στην κορυφή του Χωριού με το ερει­πω­μένο Κάστρο, την Παναγιά και το γεν­ναιό­δωρο πανό­ραμα.

Η μικρή ηρωίδα της Φακίνου ήταν η πρώτη στην ποι­με­νική οικο­γέ­νεια που θα πήγαινε σχολείο. Ετσι, κάθε μέρα, κατη­φό­ριζε το βουνό από μια άλλη, εξίσου πλα­νεύ­τρα Στράτα, τον Καταρ­ρά­κτη, που ξεκι­νάει από τη ρομα­ντική, μονα­χική γει­το­νιά του Χωριού Εκεί Πίσω -η οποία «ατε­νί­ζει» από ψηλά το λιμάνι- και δια­σχί­ζει το άγριο τοπίο της πλαγιάς, κατα­λή­γο­ντας στο Γιαλό. Στο λιμα­νάκι δένουν ημε­ρό­πλοια από Ρόδο και Τουρκία, ιστιο­φόρα, σκαριά παλιά και κότερα υπερ­σύγ­χρονα, με διά­φο­ρες σημαίες. Οι κατά­με­στες ψαρο­τα­βέρ­νες στέλ­νουν στο μελτέμι συντρο­φιά ελλη­νι­κές και τουρ­κι­κές μελω­δίες.

Κοντά στη βοτσα­λωτή αυλή της μητρό­πο­λης θα βρείτε το εργα­στήρι του νεαρού φαναρά Γιάννη Πατσάκη. Με πάθος συνε­χί­ζει την παλιά τέχνη του παππού του, σε πείσμα των καιρών της μαζικής παρα­γω­γής. Ανοίγει μόνο μεση­μέρι, αφού τις υπό­λοι­πες ώρες εργά­ζε­ται ως μάγει­ρας. Ο πασί­χα­ρος καρο­τσέ­ρης, με την κατά­λευκη άμαξα και τα πορφυρά, βελού­δινα καθί­σματα, περι­μέ­νει στο πέτρινο γεφυ­ράκι να σας πάει καρο­τσάδα πλάι στο κύμα. Θα περάσει κάτω από το ρολόι του λιμα­νιού και από το μονα­δικό αρχι­τε­κτο­νικό απο­μει­νάρι της Ιτα­λο­κρα­τίας (που στε­γά­ζει την αστυ­νο­μία). Θα χωθεί στη γει­το­νιά Χαράνι μες στον παλιό ταρσανά και θα τερ­μα­τί­σει στην παραλία Νος με τα ομπρε­λί­νια και τις ξαπλώ­στρες του καφέ-ταβερνείου Παρά­δει­σος με το ατμο­σφαι­ρικό μουσικό ρεπερ­τό­ριο, που συν­δυά­ζει Εντιθ Πιαφ και Τζου­γα­νάκη.

Ποδα­ράτη η επι­στροφή, με θέα την πολιτεία-κόσμημα του Γιαλού να αντι­κα­το­πτρί­ζε­ται στο νερό. Αετώ­ματα, κερα­μο­σκε­πές, δίπατες χρω­μα­τι­στές προ­σό­ψεις. Θαμώνες των ουζερί βουτούν στα λαχτα­ρι­στά νερά ανάμεσα στις ψαρό­βαρ­κες. Το παρδαλό τρενάκι του δήμου φτάνει ώς το γαλήνιο Νημπο­ριό. Εδώ ζει ο 85χρονος καμπα­νο­ποιός Τάσος Ανα­στα­σιά­δης. Στο χυτήριο του 1865, ο γιος του, Φιλήμων, συνε­χί­ζει την ίδια τέχνη. Ο κυρ Τάσος με χιούμορ μοι­ρά­ζε­ται τις ανα­μνή­σεις αλλά και τις ιστο­ρι­κές του γνώσεις. Μας έδειξε το πρω­τό­τυπο έγγραφο εράνου που τύπωσαν το 1914 οι Δωδε­κα­νή­σιοι, προ­κει­μέ­νου να αγο­ρα­στεί το θωρηκτό «Αβέρωφ», και άλλα ιστο­ρικά έγγραφα και αντι­κεί­μενα. Το χυτήριο μοιάζει με μουσείο. Η ατμο­μη­χανή του είναι από τις πρώτες στη χώρα μας.

Φεύ­γο­ντας από το Χωριό, ο δρόμος στη λοφο­γραμμή οδηγεί στον Πανορ­μίτη. Πάνω από την Αγία Τριάδα η θέα συγκλο­νί­ζει, αφού στην «ποδιά» της χωράει ολό­κληρο το Χωριό, που μοιάζει να κρέ­με­ται σε δύο πλαγιές. Η μια πλαγιά «ρέει» προς το λιμάνι του Γιαλού και η άλλη προς το γραφικό ησυ­χα­στή­ριο Πέδι, με τα περι­βό­λια, τα αμπέλια και το παλιό λιμάνι.

Η ματιά μας συνα­ντάει τα μικρα­σια­τικά παράλια, που απέχουν έξι ναυτικά μίλια. Συνε­χί­ζο­ντας προς Πανορ­μίτη, στην περιοχή Αγ. Κων­στα­ντί­νος στρί­βουμε αρι­στερά προς Χαμές και ανε­βαί­νουμε στο ύψωμα του μονα­στη­ριού του Κοκ­κι­μήδη, για να θαυ­μά­σουμε το μεγα­λείο του κυπα­ρισ­σό­δα­σους. Επι­στρέ­φουμε στο δρόμο για Πανορ­μίτη. Στο μονα­στήρι του Σωτήρος, το μονο­πάτι οδηγεί στα έντεκα αρχαία και ανα­στη­λω­μένα πέτρινα πατη­τή­ρια Κουρ­κου­νιώτη. Πριν κατα­λή­ξει στον Πανορ­μίτη, ο δρόμος έχει δια­κλά­δωση αρι­στερά για την παραλία της Μαρα­θού­ντας με αρμυ­ρί­κια, αγριο­κά­τσικα, βότσαλα και μια ψαρο­τα­βέρνα (Τ/22460-71.425), που προ­σφέ­ρει ομπρέ­λες και ξαπλώ­στρες.

Από ψηλά προ­βάλ­λει πρώτα ο σαλιγ­γα­ρω­τός δρόμος, που κατε­βαί­νει σε έναν κλειστό κόλπο, όπου δεσπό­ζει το μονα­στήρι του Ταξιάρχη Μιχαήλ (Πανορ­μίτη). Στο λιμάνι απο­βι­βά­ζο­νται πλήθη επι­σκε­πτών. Ενα περί­τε­χνο, ξυλό­γλυ­πτο τέμπλο, τάματα που σκε­πά­ζουν την εικόνα, βοτσα­λω­τές αυλές, λου­λου­δια­σμέ­νες μπροστά στη θάλασσα και η καμπάνα 750 κιλών κατα­σκευα­σμένη από τον κ. Ανα­στα­σιάδη.

Οι παρα­λίες της Σύμης, προ­σβά­σι­μες κυρίως από θαλάσ­σης, σου κόβουν την ανάσα. Το πρωί σαλ­πά­ρουμε με το καΐκι «Ποσει­δώ­νας» και τον γλυ­κύ­τατο καπετάν Γιάννη Γιαν­νίκο (Τ/6973-220.215) πρόθυμο να μας κάνει το γύρο του νησιού. Στο σκιερό κατά­στρωμα πηγα­δά­κια με τους ξένους… ντό­πιους. Από πανε­πι­στη­μια­κοί του Κέμπριτζ μέχρι καλ­λι­τέ­χνες της Φλω­ρε­ντίας απο­λαμ­βά­νουν το ουζάκι με τα τουρσιά που κερνάει ο καπε­τά­νιος. Ηλιο­θε­ρα­πεία και αγνάντι γύρω από τα ενερ­γειακά βράχια. Αγκυ­ρο­βόλι και βουτιές μπροστά στο πάλ­λευκο μονα­στη­ράκι του Αγίου Αιμι­λια­νού. Ενα από τα περίπου 350 μονα­στή­ρια του νησιού που ανήκουν σε οικο­γέ­νειες προ­κει­μέ­νου να συντη­ρού­νται. Αν ζητή­σετε τα κλειδιά, μπο­ρείτε να μείνετε. Μια λωρίδα γης ενώνει το ξωκλήσι της μονής με το νησί.

Εδώ λήγει η πεζο­πο­ρία μιας ομάδας περι­η­γη­τών, που με συνοδό τον κ. Γιαν­νίκο ήρθαν από το Γιαλό για να συνε­χί­σουν με το καΐκι. Στο ακα­τοί­κητο νησάκι Σεσκλί ανε­βείτε να δείτε τα αρχαία ευρή­ματα. Κάτω από τα αρμυ­ρί­κια, το πλήρωμα του Ποσει­δώνα μάς προ­σκα­λεί σε ένα τσι­μπούσι με όλα τα καλού­δια, θαλασ­σινά, σπα­γκέτι και κρε­α­τικά, όσπρια και σαλα­τικά. Βίρα τις άγκυρες για τον επι­βλη­τικό βράχο ύψους 300 μέτρων, του Αϊ-Γιώργη Δυσά­λωνα, που πέφτει κάθετα πάνω στην παραλία με τα εντυ­πω­σιακά νερά που δεν τα χορ­ταί­νεις. Λένε ότι ο Αντονι Κουίν γύρισε εδώ μερικές σκηνές από την επική ταινία «Τα κανόνια του Ναβα­ρόνε». Στη βοτσα­λωτή παραλία Νανού θα πάτε με πλωτό ταξί. Μέσα από τα σμα­ρα­γδέ­νια, βαθιά νερά, θα απο­λαύ­σετε τη λοφο­πλα­γιά, που «διχά­ζε­ται» η μισή στο πευ­κο­δά­σος και η άλλη μισή στη σταχτιά πέτρα.

Μάρω Κουρή Καθη­με­ρινή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.