ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πέθανε ο φιλέλληνας νομπελίστας συγγραφέας Γκίντερ Γκρας

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Γκίντερ Γκρας

Ο Γερ­μα­νός συγ­γρα­φέ­ας και ποι­η­τής Γκύ­ντερ Γκρας, βρα­βευ­μέ­νος με το Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνί­ας το 1999, πέ­θα­νε σή­με­ρα σε ηλι­κία 87 ετών, ανα­κοί­νω­σε το ίδρυ­μα που φέρει το όνομά του.

Ο συγ­γρα­φέ­ας της «τρι­λο­γί­ας του Ντάν­τσιχ» (Το τε­νε­κε­δέ­νιο τα­μπούρ­λο, Γάτα και πο­ντί­κι, Σκυ­λί­σια χρό­νια) γεν­νή­θη­κε στην Ελεύ­θε­ρη Πόλη του Ντάν­τσιχ (το ση­με­ρι­νό Γκ­ντασκ της Πο­λω­νί­ας) στις 16 Οκτω­βρί­ου του 1927. Άλλα σπου­δαία έργα του είναι η πρόβα της εξέ­γερ­σης των πλη­βεί­ων (1966), Ο Μπουτ το ψάρι (1977), Δυ­σοί­ω­να κο­ά­σμα­τα (1992), Γρά­φο­ντας μετά το Άου­σβιτς (1993), Ένα ευρύ πεδίο (1995), Ο αιώ­νας μου (1999) και Σαν τον κά­βου­ρα (2002).

Ο Γκύ­ντερ Γκρας, για πάνω από μισό αιώνα απο­τε­λεί ένα είδος «ηθι­κής συ­νεί­δη­σης» της Γερ­μα­νί­ας, καθώς με το σύ­νο­λο του λο­γο­τε­χνι­κού του έργου και τις δη­μό­σιες πα­ρεμ­βά­σεις του προ­σπά­θη­σε να εμπο­δί­σει τον εφη­συ­χα­σμό των συ­μπα­τριω­τών του που μετά τον Δεύ­τε­ρο Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο ήθε­λαν να κλεί­σουν τους λο­γα­ρια­σμούς τους με το πα­ρελ­θόν, ξε­χνώ­ντας τα να­ζι­στι­κά εγκλή­μα­τα.

Το ποί­η­μα για την Ελ­λά­δα: «Η ντρο­πή της Ευ­ρώ­πης»

Στο χάος κοντά, γιατί δεν συμ­μορ­φώ­θη­κε στις αγο­ρές· κι Εσύ μα­κριά από τη Χώρα, που Σου χά­ρι­σε το λίκνο.

Οσα Εσύ με την ψυχή ζή­τη­σες και νό­μι­σες πως βρή­κες, τώρα θα κα­τα­λυ­θούν, και θα εκτι­μη­θούν σαν σκου­ρια­σμέ­να πα­λιο­σί­δε­ρα.

Σαν οφει­λέ­της δια­πο­μπευ­μέ­νος και γυ­μνός, υπο­φέ­ρει μια Χώρα· κι Εσύ, αντί για το ευ­χα­ρι­στώ που της οφεί­λεις, προ­σφέ­ρεις λόγια κενά.

Κα­τα­δι­κα­σμέ­νη σε φτώ­χεια η Χώρα αυτή, που ο πλού­τος της κο­σμεί Μου­σεία: η λεία που Εσύ φυ­λάτ­τεις.

Αυτοί που με τη δύ­να­μη των όπλων είχαν επι­τε­θεί στη Χώρα την ευ­λο­γη­μέ­νη με νησιά, στον στρα­τιω­τι­κό τους σάκο κου­βα­λού­σαν τον Χέλ­ντερ­λιν.

Ελά­χι­στα απο­δε­κτή Χώρα, όμως οι πρα­ξι­κο­πη­μα­τί­ες της, κά­πο­τε, από Εσένα, ως σύμ­μα­χοι έγι­ναν απο­δε­κτοί.

Χώρα χωρίς δι­καιώ­μα­τα, που η ισχυ­ρο­γνώ­μο­νη εξου­σία ολο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο της σφίγ­γει το ζω­νά­ρι.

Σ’ Εσένα αντι­στέ­κε­ται φο­ρώ­ντας μαύρα η Αντι­γό­νη, και σ’ όλη τη Χώρα πέν­θος ντύ­νε­ται ο λαός, που Εσένα φι­λο­ξέ­νη­σε.

Ομως, έξω από τη Χώρα, του Κροί­σου οι ακό­λου­θοι και οι όμοιοί του όλα όσα έχουν τη λάμψη του χρυ­σού στοι­βά­ζουν στο δικό Σου θη­σαυ­ρο­φυ­λά­κιο.

Πιες επι­τέ­λους, πιες! κραυ­γά­ζουν οι εγκά­θε­τοι των Επι­τρό­πων· όμως ο Σω­κρά­της, με οργή Σου επι­στρέ­φει το κύ­πελ­λο γε­μά­το ώς επάνω.

Θα κα­τα­ρα­στούν εν χορώ, ό,τι είναι δικό Σου οι θεοί, που τον Ολυ­μπό τους η δική Σου θέ­λη­ση ζη­τά­ει ν’ απαλ­λο­τριώ­σει.

Στε­ρη­μέ­νη από πνεύ­μα, Εσύ θα φθα­ρείς χωρίς τη Χώρα, που το πνεύ­μα της, Εσένα, Ευ­ρώ­πη, εδη­μιούρ­γη­σε.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.