ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Μαρία Διακοπαναγιώτου: «Κάποτε έχασα τη φωνή μου για έναν μήνα επειδή κατάπινα αυτά που άκουγα»

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Μαρία Διακοπαναγιώτου
Μέγεθος γραμμάτων

Αθη­ναία δεν είμαι, αλλά αφού γί­νο­μαι Αθη­ναία εδώ, πο­λι­το­γρα­φού­μαι και επί­ση­μα. Γεν­νή­θη­κα στη Ρόδο, αλλά είμαι από την Κω, όπως είναι και ο πα­τέ­ρας μου και η μη­τέ­ρα μου, από δυο κο­ντι­νά χωριά. Πα­ντρεύ­τη­καν πολύ νέοι, η μάνα μου με έκανε όταν ήταν εί­κο­σι χρο­νών. Εγώ με­γά­λω­σα στην Κω, λοι­πόν, πήγα σχο­λείο εκεί μέχρι τη Γ’ Δη­μο­τι­κού και μετά ήρ­θα­με με τη μαμά μου στην Αθήνα. Ο πα­τέ­ρας μου είναι δά­σκα­λος και η μάνα μου τε­λω­νεια­κός, χώ­ρι­σαν όταν ήμουν τεσ­σά­ρων. Είναι πε­ρί­ερ­γο, αλλά τα θυ­μά­μαι όλα αυτά από τότε: η μαμά μου πήρε με­τά­θε­ση και ήρ­θα­με στην Αθήνα. Έχω δυο αδελ­φές ακόμα από τον δεύ­τε­ρο γάμο του πα­τέ­ρα μου. Δεν τις έχω δει πολ­λές φορές, ευ­τυ­χώς υπάρ­χει το Facebook. Η μαμά μου δεν ξα­να­πα­ντρεύ­τη­κε, έχει έναν πολύ καλό σύ­ντρο­φο, τον Διο­νύ­ση, που μου έχει στα­θεί σαν πα­τέ­ρας. Αυτή είναι η οι­κο­γέ­νεια.

• Στο νησί πάω όλο και λι­γό­τε­ρο, γιατί φεύ­γουν οι άν­θρω­ποι, η για­γιά μου, ο παπ­πούς μου ‒ όλο κάτι γί­νε­ται με τις δου­λειές και δεν πη­γαί­νεις. Πέρσι ήθελα να πάω και δεν μπό­ρε­σα λόγω παν­δη­μί­ας, φέτος πάλι, ευ­τυ­χώς, θα έχω δου­λειά το κα­λο­καί­ρι και δεν θα πάω. Οπότε πάει κάπως έτσι. Όταν πή­γαι­να μικρή τα κα­λο­καί­ρια, στην Κω, ήμουν, πώς να το κά­νου­με, το μαύρο πρό­βα­το. Ήταν κάτι ανό­η­τα πράγ­μα­τα, «γιατί κά­νεις το κο­τσι­δά­κι έτσι», «αυτό το κά­νουν οι που­τά­νες», «γιατί γύ­ρι­σες δύο η ώρα», «κοίτα την ξα­δέλ­φη σου». Δεν χρη­σι­μο­ποιού­σαν τη λέξη «που­τά­να», αλλά ήτανε ο τρό­πος τέ­τοιος. Τους αγα­πάω, είναι οι άν­θρω­ποί μου, αλλά ήταν δύ­σκο­λο όλο αυτό. Επει­δή είχαν χω­ρί­σει και οι γο­νείς μου, πράγ­μα που δεν γι­νό­ταν τότε στα μικρά μέρη, ήταν ο τρό­πος που αντι­λαμ­βά­νο­νταν τα πράγ­μα­τα, αυτό μπο­ρού­σαν να πουν.

• Όταν ήρ­θα­με στην Αθήνα, μεί­να­με πα­ντού, κυ­ριο­λε­κτι­κά. Μεί­να­με στη Γλυ­φά­δα, στην Ηλιού­πο­λη, στο Ελ­λη­νι­κό, στα Εξάρ­χεια, στου Γκύζη, εκεί όπου μένω και τώρα. Γε­νι­κά, αλ­λά­ζα­με πολλά σπί­τια και αν με ρω­τή­σεις, δεν έχω γει­το­νιά. Και σε κάθε γει­το­νιά πάντα κάτι δεν μου αρέ­σει. Οι άν­θρω­ποι, η πε­ριο­χή, δεν ξέρω. Δεν δέ­θη­κα ποτέ, δεν έχω ωραία συ­ναι­σθή­μα­τα για ένα μέρος. Από την Κω θυ­μά­μαι πιο ωραία πράγ­μα­τα, αλλά δεν το λες και γει­το­νιά. Στου Γκύζη είμαι εί­κο­σι χρό­νια, αλλά και αποδώ θέλω να φύγω σαν τρελή, να πάω κοντά σε θά­λασ­σα, στη Βούλα, στη Γλυ­φά­δα. Στη θά­λασ­σα δεν πάω συχνά, πα­ρό­λο που είμαι από νησί. Δεν μπορώ αυτήν τη δια­δι­κα­σία, να μπω στο αυ­το­κί­νη­το, να φτάσω, είναι μια κα­θί­ζη­ση, όχι, το κάνω μόνο για να πάει βόλτα και να τρέ­ξει η Νόμπα, το σκυλί μου.

• Όπως ήμα­σταν σαν νο­μά­δες με τα σπί­τια, έτσι ήμουν και στα σχο­λεία. Πήγα σε ένα σωρό σχο­λεία, κάθε με­τα­κό­μι­ση και και­νούρ­γιο σχο­λείο, δεν θυ­μά­μαι ούτε ποια ήταν. Η μάνα μου πέ­ρα­σε πολύ δύ­σκο­λα όσο ήμουν στο σχο­λείο, γιατί με με­γά­λω­νε μόνη της και ήμου­να πε­ρί­πτω­ση. Κακή πε­ρί­πτω­ση. Έφευ­γα από το σπίτι, ήμου­να μέσα σε όλες τις κα­τα­λή­ψεις, τα έσπα­γα όλα, με μά­ζευε αποδώ και από κει. Αν ήμουν στη θέση της, θα ήμου­να με χάπια. Με έναν μα­γι­κό τρόπο, σή­με­ρα είμαι «κυρία».

Πάντα πί­στευα ότι κάτι δεν κάνω σωστά κι αυτό έγρα­ψε μέσα μου. Τώρα το σκέ­φτο­μαι, μου έλει­πε η επι­βε­βαί­ω­ση από μικρή. Έσκα­γα, σκο­τεί­νια­ζα πολύ, ήταν και ένας φαύ­λος κύ­κλος. Οι άλλοι δεν σου τη δί­νουν την επι­βε­βαί­ω­ση όπως θέ­λεις να σου τη δώ­σουν και αρ­χί­ζει μια τε­ρά­στια πα­ρε­ξή­γη­ση. Εγώ δεν ήθελα να μου πούνε «είσαι η κα­λύ­τε­ρη, είσαι η ομορ­φό­τε­ρη» και τέ­τοια, ήθελα τα βα­σι­κά, να μου πούνε «σε θέλω» με ό,τι ση­μαί­νει αυτό.

• Είχα έναν μό­νι­μο θυμό, που για χρό­νια δεν ήξερα γιατί μου συ­νέ­βαι­νε. Δεν μπο­ρού­σα να εκ­φρα­στώ και πολ­λές φορές μου συμ­βαί­νει και τώρα να μην μπορώ να βάλω σε λέ­ξεις αυτό που αι­σθά­νο­μαι, να πρέ­πει να το σκε­φτώ πολύ. Όταν είσαι μι­κρός, δεν το ξέ­ρεις ότι έχεις τον χρόνο, ότι μπο­ρείς να έχεις τον χρόνο για να σκε­φτείς, και τρως μπού­λινγκ, σε ει­ρω­νεύ­ο­νται που δεν έχεις την ατάκα έτοι­μη και κλεί­νε­σαι και θυ­μώ­νεις και τα σπας όλα. Μί­λα­γα τρο­με­ρά άσχη­μα σε όλους, ήμουν σαν αγρί­μι στο κλου­βί. Θυ­μά­μαι, δά­γκω­να, ήμουν λυσ­σα­σμέ­νη, είχα σκου­λα­ρί­κια, πίρ­σινγκ, έπινα αλ­κο­όλ, δεν με έπια­νες που­θε­νά. Δεν έβλε­πα μπρο­στά μου τί­πο­τα και τί­πο­τα δεν με εν­διέ­φε­ρε. Μετά από χρό­νια κα­τά­λα­βα πόσο δύ­σκο­λα πέ­ρα­σε η μάνα μου, που δεν έχει καμία σχέση μ’ εμένα, που το δίνω, το φτύνω όλο αυτό. Η μάνα μου το κρα­τά­ει και δεν το ξε­στο­μί­ζει. Δεν είναι καλό αυτό. Ευ­τυ­χώς, της λένε «τι καλό παιδί έχεις κάνει», με βλέ­πει που έχω ηρε­μή­σει κι έχου­με φτιά­ξει και μια πολύ καλή σχέση. Της χρω­στάω της μάνας μου, τι να λέμε!

• Εγώ την ανάσα μου τη βρήκα στο θέ­α­τρο. Μέχρι τότε δεν ανέ­πνεα, στο θέ­α­τρο ήταν που μπο­ρού­σα να μι­λή­σω, αλλά κάπως δια­φο­ρε­τι­κά, και επι­κοι­νω­νού­σα μέσα από τα λόγια άλλων με τους αν­θρώ­πους γύρω μου κι έτσι μου έφυγε το μίσος και ο θυμός από μέσα μου. Είχα ένα-δυο χρό­νια για να τε­λειώ­σω το σχο­λείο και πήγα σε ένα ερ­γα­στή­ριο που είχε ο Νίκος Κα­ρα­γέ­ωρ­γος που μου το σύ­στη­σε ένας φίλος της μάνας μου και εκεί έγινε ένα κλικ, αυτό το μα­γι­κό που συμ­βαί­νει με την απο­δο­χή, σαν να μου είπε κά­ποιος «έλα, ηρέ­μη­σε κι εμείς έτσι εί­μα­στε» και κάπως βρήκα τον εαυτό μου εκεί μέσα. Την ίδια εποχή έκανα ραπ με κά­ποιες κο­πέ­λες και κά­να­με συ­ναυ­λί­ες στο «Αν» στα Εξάρ­χεια. Εί­χα­με και συ­γκρό­τη­μα, τις Δυσ­δαι­μό­νες, κι εμένα, τώρα που το θυ­μή­θη­κα, με έλε­γαν «λυσ­σά­ρα». Ο Κα­ρα­γέ­ωρ­γος, λοι­πόν, με έβαλε να κάνω την «Ισμή­νη» του Ρί­τσου σε χιπ-χοπ και ένιω­σα τόση ελευ­θε­ρία που έκανα αυτό που ήθελα και που αυτό που ήθελα άρεσε και ήταν κάτι, σή­μαι­νε κάτι, δεν ήταν μια σα­χλα­μά­ρα, μόνο για να σου πούμε ένα μπρά­βο.

• Εκεί, στο ερ­γα­στή­ριο, ήταν η πρώτη φορά που μπήκα σε πει­θαρ­χία, πα­ρό­λο που τσί­να­γα και ήθελα να φύγω. Αλλά δεν έφυγα γιατί μέσα μου, βαθιά, το κα­τα­λά­βαι­να ότι αυτό σή­μαι­νε κάτι σο­βα­ρό. Και το λέω εγώ, που έκανα δώ­δε­κα χρό­νια μπα­λέ­το πριν, την τέχνη της πει­θαρ­χί­ας, αλλά και απο­κεί έφευ­γα και έκανα διά­φο­ρα ροκ και με μα­ζεύ­α­νε. Με το θέ­α­τρο μπήκα σε ένα ορ­γα­νω­μέ­νο χάος που μου άρεσε. Μέσα σε όλη την τρέλα ήθελα να βρω τον δρόμο μου, ήμουν απο­φα­σι­σμέ­νη, αυτό είναι το θέμα. Έμει­να δέκα χρό­νια με τον Κα­ρα­γέ­ωρ­γο και έφτα­σε η ώρα να φύγω ήμου­να εί­κο­σι οκτώ χρο­νών. Δεν το σκέ­φτη­κα, δεν φο­βή­θη­κα, έγινε ‒και καλώς έγινε‒ και μετά βγήκα στη δου­λειά σε με­γά­λη πα­ρά­στα­ση. Εκεί δεν πέ­ρα­σα καλά.

• Κρατώ τα ωραία, αλλά ήταν πολύ δύ­σκο­λα εκεί. Με­γά­λη πα­ρά­στα­ση, εμπο­ρι­κή, με επι­τυ­χία. Εκεί κα­τά­λα­βα για πρώτη φορά ότι το ναρ­κω­τι­κό με­ρι­κών αν­θρώ­πων είναι η έντα­ση. Δεν έχει να κάνει με τη δου­λειά, το επάγ­γελ­μά μας έχει να κάνει με χα­ρα­κτή­ρες, δη­λα­δή αν πέ­σεις σε χα­ρα­κτή­ρες που λα­τρεύ­ουν την ίντρι­γκα την πά­τη­σες. Εκεί βίωσα αλη­θι­νό μπού­λινγκ ‒ τότε δεν υπήρ­χε και η λέξη, δη­λα­δή αυτό που μας συ­νέ­βαι­νε δεν ξέ­ρα­με να το βά­λου­με σε λέ­ξεις. Κι εκεί νό­μι­ζα ότι κάνω κάτι λάθος. Σή­με­ρα το λέω κα­θα­ρά ‒ αυτή είναι και η αρχή της κα­κο­ποί­η­σης, να νο­μί­ζεις ότι προ­κα­λείς κάτι.

Να το πω με ένα πα­ρά­δειγ­μα. Είχα τρεις-τέσ­σε­ρις ατά­κες όλες κι όλες και όταν τις έλεγα και γέ­λα­γε ο κό­σμος, η πρω­τα­γω­νί­στρια, επάνω στη σκηνή, την ώρα της πα­ρά­στα­σης, έλεγε καγ­χά­ζο­ντας: «Βλέ­πεις; Γε­λά­νε. Κοίτα εδώ, γε­λά­νε με αυτή. Αν είναι δυ­να­τόν». Μέσα στα μού­τρα μου το έλεγε, άντε να το πι­στέ­ψει άν­θρω­πος, είναι τρο­μα­κτι­κό. Κι εγώ τότε έλεγα «είναι ο τρό­πος τους να με προ­σεγ­γί­σουν, αστεία το λένε», σαν άμυνα, έβαζα τον εαυτό μου να πι­στέ­ψει ότι κά­νουν πλάκα. Πέ­ρα­σαν πολλά χρό­νια για να κα­τα­λά­βω ότι πρέ­πει να βά­λεις ένα στοπ και να πεις «μισό λεπτό, εμένα δεν μου αρέ­σει η πλάκα σου». Πες με πε­ρί­ερ­γη, τρελή, κο­μπλε­ξι­κή, μη μου ξα­να­μι­λή­σεις και δεν με νοιά­ζει αν θα με πά­ρεις στη δου­λειά σου, αν θα με πά­ρεις τη­λέ­φω­νο. Όταν είπα «τέρμα, δεν θα μου ξα­να­φερ­θεί κα­νέ­νας έτσι», άρ­χι­σα να έχω και αυ­το­πε­ποί­θη­ση και δύ­να­μη να λέω τι με ενο­χλεί. Μια φορά έχασα τη φωνή μου για έναν μήνα. Επει­δή μόνο κα­τά­πι­να αυτά που άκου­γα, δεν μι­λού­σα και μου είπε ο ψυ­χο­λό­γος «μίλα κι ας μην έχεις βρει τις σω­στές λέ­ξεις, φτιά­ξε δικές σου».

• Η Γκόλ­φω για μένα ήταν το με­γά­λο μπαμ, το θέ­α­τρο που είχα ονει­ρευ­τεί. Με είδε ο Νίκος Κα­ρα­θά­νος να τρα­γου­δάω σε μια μπά­ντα που εί­χα­με με τον Άγ­γε­λο Τρια­ντα­φύλ­λου ‒τώρα το σκέ­φτο­μαι και μου λεί­πει πολύ αυτή η μπά­ντα‒ και με πήρε για να παίξω τη Σταυ­ρού­λα. Τον ερω­τεύ­τη­κα τον Νίκο. Το όλον του Νίκου, όλο αυτό που φέρει και με τον τρόπο που το κάνει, έναν τρόπο που δεν είναι για όλους, αν σου κάνει όμως είναι μα­γι­κός. Είναι σαν μια οι­κο­γέ­νεια και είναι ωραία, αλλά πρέ­πει και να φεύ­γεις. Γιατί πα­θαί­νεις ιδρυ­μα­τι­σμό, δεν προ­χω­ράς. Όσο κι αν αγα­πάς τον άλλον, πρέ­πει να φεύ­γεις, να επι­κοι­νω­νείς και να δο­κι­μά­ζεις με άλ­λους. Εγώ θεωρώ πολύ τυ­χε­ρό τον εαυτό μου, έμαθα από τον Νίκο και τον Κα­κλέα και την Κο­νιόρ­δου και από τον Λα­ζό­που­λο, με τον οποίο δού­λε­ψα τα πρώτα χρό­νια και με βο­ή­θη­σε πολύ να βρω τη δύ­να­μή μου.

• Όταν έκανα την Τα­σού­λα στη δια­φή­μι­ση της Vodafone, κα­τα­στρά­φη­κα. Έπαθα τέ­τοιο σοκ, που είχα κλει­στεί στο σπίτι, έπαιρ­να φαΐ απέξω, χτυ­πού­σε το τη­λέ­φω­νο μέσα στη νύχτα από δη­μο­σιο­γρά­φους, δεν ήξερα τι να πω και τι να κάνω. Δεν μπο­ρού­σα να δια­χει­ρι­στώ το ότι με ανα­γνώ­ρι­ζαν όλοι, όταν με έπια­ναν στον δρόμο είχε και μια αγριά­δα όλο αυτό, δεν ήταν πάντα ευ­γε­νι­κό, εκεί λίγο κλεί­στη­κα. Εντά­ξει, δεν εί­μα­στε και Χό­λι­γουντ, πέ­ρα­σε και όλα καλά και ήρεμα, μια δια­φή­μι­ση ήταν, σιγά. Αλλά είναι σοκ με­γά­λο η με­τά­βα­ση αυτή, μέσα σε ενά­μι­σι λεπτό που κρα­τού­σε η δια­φή­μι­ση να σε μα­θαί­νουν όλοι, μα όλοι.

• Αυτό που γου­στά­ρω πε­ρισ­σό­τε­ρο και από το να μου πει κά­ποιος αν είμαι καλή είναι να φτιά­χνω τη μέρα του άλλου μέσα από τη δου­λειά μου. Είναι σπου­δαία υπό­θε­ση να κά­νεις καλό και μέσα από τη δου­λειά σου, που την αγα­πάς και τη λα­τρεύ­εις αλλά και ως θε­ω­ρία, ως στάση ζωής. Για μένα λει­τουρ­γεί ως ντόπα το να κάνω κά­ποιον χα­ρού­με­νο, τρε­λαί­νο­μαι. Έσωσα τρία σκυ­λιά και ένιω­σα η βα­σί­λισ­σα του κό­σμου. Είναι το ναρ­κω­τι­κό μου το να βοη­θάω, δεν είναι μόνο η τρέλα μου με τα ζώα.

• Και στη σχολή όπου δι­δά­σκω το ίδιο κάνω. Κου­ρά­ζο­μαι πιο πολύ από τους μα­θη­τές μου, γί­νο­μαι πτώμα, κά­νου­με ένα μά­θη­μα που είναι και υπο­κρι­τι­κή και αυ­το­σχε­δια­σμός, ώστε να κα­τα­λα­βαί­νουν τη ζωή μέσα από το σώμα και τις αι­σθή­σεις τους, και φεύγω κου­ρέ­λι. Αλλά τώρα που τα παι­διά τε­λειώ­νουν και βλέπω κάτι ηθο­ποιά­ρες να βγαί­νουν από τα χέρια μου, κορ­δώ­νο­μαι, ή, όταν μου λένε οι άλλοι ότι είναι καλοί οι μα­θη­τές μου, τι να πω, είμαι ευ­τυ­χι­σμέ­νη. Με το συ­ναί­σθη­μα και το σώμα δεν τα πή­γαι­να καλά, γι’ αυτό απο­φά­σι­σα να κάνω αυτό το μά­θη­μα στη σχολή, γιατί είχα αρ­χί­σει να αρ­ρω­σταί­νω. Εγώ, που κάνω πυγ­μα­χία, που τρέχω, μόλις κάτι δεν πή­γαι­νε καλά, αρ­ρώ­σται­να. Είπα «δεν μπο­ρεί να γί­νε­σαι ράκος και να ανε­βά­ζεις πυ­ρε­τό, να κά­νεις εμε­τούς να γί­νε­ται κό­μπος στο στο­μά­χι σου και να έχεις ιλίγ­γους, να σω­μα­το­ποιείς τόσο βίαια ό,τι συμ­βαί­νει».

• Πι­στεύω ότι ενη­λι­κιώ­θη­κα αργά συ­ναι­σθη­μα­τι­κά και αυτό με έχει κάνει να χάσω πράγ­μα­τα ‒ έτσι νο­μί­ζω. Το νιώθω ότι συ­ναι­σθη­μα­τι­κά ωρι­μά­ζω αργά, καμιά φορά σκέ­φτο­μαι πως θα ήμουν αλ­λιώς αν είχε συμ­βεί το ένα ή το άλλο, αλλά έτσι πάει, κάτι κερ­δί­ζεις, κάτι χά­νεις. Με τα χρό­νια κα­τα­λα­βαί­νω κι άλλο, σε πολλά πράγ­μα­τα είμαι αθώα, σε πρώτο επί­πε­δο, όταν σου λέω σ’ αγα­πάω, σε θέλω, αυτό είναι. Δεν μπορώ ούτε τις που­στιές ούτε τα υπο­νο­ού­με­να, ούτε το εννοώ κάτι άλλο από αυτό που λέω. Αλλά φταί­ει και ο χα­ρα­κτή­ρας μου που με φτά­νει σε άκρα, δεν το χει­ρί­ζο­μαι σωστά. Ας πούμε, εγώ δεν πίνω. Όταν βγαί­νω, δεν μπορώ να πω «δεν πίνω» για να μη χα­λά­σω το κέφι των άλλων, οπότε πίνω, με απο­τέ­λε­σμα να γί­νο­μαι χάλια. Για να μη γίνω χάλια, δεν βγαί­νω και απο­κό­βο­μαι. Εδώ κάτι λάθος γί­νε­ται, αλλά θα το διορ­θώ­σω.

• Η πρώτη κα­ρα­ντί­να καλά βγήκε, ζω­γρά­φι­ζα, περ­πά­τα­γα δέκα χι­λιό­με­τρα με τη Νόμπα, δεν πά­χυ­να, όλα καλά. Η δεύ­τε­ρη κα­ρα­ντί­να πήγε χάλια, χει­ρό­τε­ρα δε γι­νό­ταν. Πρώτα αρ­ρώ­στη­σε η Νόμπα, πήγα να χάσω τον σκύλο μου και μου έφυγε η μισή ζωή. Δεν κοι­μό­μου­να για μήνες μέχρι να γίνει καλά, τρά­κα­ρα, διέ­λυ­σα το αυ­το­κί­νη­τό μου, στα­μά­τη­σα να μιλάω με μια φίλη μου μετά από εί­κο­σι χρό­νια, όλα πήγαν χάλια. Όλα βγή­καν στο σώμα μου, πήγα σε τρεις ΩΡΛ, έκανα δύο μα­γνη­τι­κές, πήγα σε δύο νευ­ρο­χει­ρουρ­γούς, ήμουν στον οι­κο­γε­νεια­κό για­τρό διαρ­κώς, από την έντα­ση έπαθα με­τα­τραυ­μα­τι­κό στρες. Πά­θαι­να κρί­σεις πα­νι­κού για πλάκα και εκεί, μέσα σε όλη αυτήν τη μαυ­ρί­λα κάτι ξε­κλεί­δω­σε και είπα «τέλος». Και άρ­χι­σα να το πα­λεύω.

Έκοψα το τσι­γά­ρο, έκοψα τον καφέ, άρ­χι­σα να κάνω λίγο δια­λο­γι­σμό ‒ μη φα­ντα­στείς πως έγινα γκου­ρού, έτσι, να φύγω λίγο προς το φως, να απο­μα­κρυν­θώ από το το­ξι­κό. Ό,τι με φό­βι­ζε προ­σπα­θού­σα να το αντι­κα­τα­στή­σω με κάτι άλλο, μόλις άρ­χι­ζε ο πα­νι­κός πή­γαι­να στο βουνό, έκανα ντολ­μα­δά­κια, μα­γεί­ρευα φα­γη­τά που δεν είχα κάνει ποτέ, γιατί κα­τά­λα­βα ότι πρέ­πει να αντι­κα­τα­στή­σεις τη συν­θή­κη με κάτι πρα­κτι­κό, η κα­τά­στα­ση αυτή θέλει πράξη, δεν θέλει σκέψη. Απο­φά­σι­σα να κάνω, επι­τέ­λους, και κάτι καλό για μένα και έβαλα σι­δε­ρά­κια. Η μάνα μου χά­ρη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο απ’ ό,τι αν της έλεγα «πα­ντρεύ­ο­μαι». Χρό­νια ήθελε να τα βάλω κι εγώ τα πέ­τα­γα.

• Τώρα που έπαθα όλα αυτά, κα­τά­λα­βα για άλλη μια φορά ότι είμαι άν­θρω­πος που πο­λε­μά­ει, δεν κω­λώ­νει τε­λι­κά. Νιώθω σαν να ξε­κι­νά­ει μια με­τα­μόρ­φω­ση που την πε­ρί­με­να την άτιμη πώς και πώς και δεν ερ­χό­ταν. Γιατί εγώ, αν δεν συμ­βεί κάτι, και μά­λι­στα ζω­τι­κό, σο­βα­ρό, δεν αλ­λά­ζω. Δεν θα το κάνω ποτέ μόνη μου, αν δεν τρέ­ξουν άλλα γε­γο­νό­τα. Κι αυτό γιατί δεν κα­τά­φε­ρα ποτέ να μου επι­βλη­θώ. Τώρα μπορώ να πω στον εαυτό μου «γίνε η γυ­ναί­κα που θα ’θελες να γί­νεις», γιατί για μένα αυτό είναι το θέμα.

• Τα ζη­τή­μα­τα της θη­λυ­κό­τη­τάς μου τα επε­ξερ­γά­στη­κα στην ουσία τώρα, όταν έπαι­ξα τη Βίλμα στο Σι­κά­γο. Γι’ αυτό και με πεί­ρα­ξε τόσο που με την παν­δη­μία κλεί­σα­με, γιατί πρώτη φορά, με αυτόν τον ρόλο, μπό­ρε­σα να βγάλω όλη μου τη θη­λυ­κό­τη­τά, όλο το sexiness και όλο αυτό ήταν θε­μι­τό, δεν έτρω­γα από που­θε­νά μπού­λινγκ. Ερω­τεύ­τη­κα τον εαυτό μου που μπο­ρού­σα να το κάνω, έλεγα κάθε μέρα «επι­τέ­λους, το κα­τά­φε­ρα». Όλα αυτά τα χρό­νια το μά­ζευα και έβγαι­να προς τα έξω σαν τον Για­γκού­λα και ας ήθελα να βγει και η Μα­τσού­κα από μέσα μου ‒ λοι­πόν στο Σι­κά­γο τα κα­τά­φε­ρα. Και πάλι με έναν ρόλο μπό­ρε­σα να το εκ­φρά­σω αυτό που ήταν μουγ­γό μέσα μου. Όταν κλεί­σα­με με την κα­ρα­ντί­να, είπα «όχι Θεέ μου, όχι άλλες φόρ­μες και άρ­βυ­λα», δεν ήθελα να γυ­ρί­σω πίσω.

• Τώρα που έχει πε­ρά­σει λίγο ο και­ρός, όταν σκέ­φτο­μαι όλα όσα έγι­ναν αυ­τούς του μήνες στο θέ­α­τρο, το πρώτο που μου ’ρχε­ται να πω είναι «ευ­τυ­χώς που μα­θεύ­τη­καν». Αυτό το «μα, γιατί τώρα» σι­χαί­νο­μαι να το ακούω, ευ­τυ­χώς που ο ένας δίνει δύ­να­μη στον άλλον για να μι­λή­σει και δεν ακού­με την κάθε Μα­ρι­γού­λα που λέει «τώρα το θυ­μή­θη­κες;». Όσοι το λένε αυτό δεν θα τολ­μή­σουν να μι­λή­σουν ποτέ για τη δου­λειά τους. Γιατί αυτές οι σχέ­σεις εξου­σί­ας υπάρ­χουν σε όλα τα επαγ­γέλ­μα­τα. Ο κλά­δος είχε πρό­βλη­μα με τον φόβο. Δεν μι­λού­σε κα­νέ­νας και με σο­κά­ρουν πολλά από αυτά που μά­θα­με, γιατί, όσο και να ακού­σεις, δεν πάει το μυαλό σου τόσο μα­κριά, αν δεν είσαι μπρο­στά να το δεις ή, ακόμα χει­ρό­τε­ρα, να το πά­θεις. Εδώ δεν μι­λά­με μόνο για συ­μπε­ρι­φο­ρές, μι­λά­με και για απαί­σιες πρά­ξεις. Νο­μί­ζω πως αυτό που συ­νέ­βη και το ση­μείο στο οποίο φτά­σα­με δεν έχει να πάει πιο κάτω, ελ­πί­ζω αποδώ και πέρα μόνο κα­λύ­τε­ρα να έχου­με να πε­ρι­μέ­νου­με.

Το άρθρο δη­μο­σιεύ­θη­κε στην έντυ­πη LiFO

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.