ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Με τις πιτζάμες στην αιχμαλωσία!

Νατάσα Παμπρή 4 λεπτά ανάγνωση
c3097bb0-70ee-4754-a87f-fc526cc2cfb5

• Η νύχτα που οι Ιταλοί συνέ­λα­βαν τους Έλληνες της Ρόδου και τους φυλά­κι­σαν στο «Concentramento»

Hταν τρεις τα ξημε­ρώ­ματα της Δευ­τέ­ρας, 28 Οκτω­βρίου 1940, όταν ο Ιταλός πρε­σβευ­τής στην Αθήνα, Εμα­νου­έλε Γκράτσι, επι­σκέ­φθηκε στο σπίτι του τον πρω­θυ­πουργό της Ελλάδας Ιωάννη Μεταξά και του παρέ­δωσε το τελε­σί­γραφο του Μου­σο­λίνι. Ο Μεταξάς, μετά την ανά­γνωση, στρά­φηκε προς τον πρέσβη και είπε στα γαλλικά: «Λοιπόν, έχουμε πόλεμο» και λίγο αργό­τερα, τη φράση που θα γινόταν σύμβολο: «ΟΧΙ!» Την ίδια ώρα, στα Δωδε­κά­νησα, η Ρόδος κοι­μό­ταν. Όμως για τους κατοί­κους της, η 28η Οκτω­βρίου δεν ξημέ­ρωσε απλώς ως ημέρα πολέμου, ξημέ­ρωσε ως μέρα συλ­λή­ψεων και τρόμου. Ο στρα­τιω­τι­κός και πολι­τι­κός διοι­κη­τής της Δωδε­κα­νή­σου, ο δια­βό­η­τος τετράρ­χης του φασι­σμού Τζεζάρε Μαρία Ντε Βέκκι, είχε ήδη λάβει εντολή από τη Ρώμη να «προ­λά­βει» κάθε κίνηση ελλη­νι­κής αντί­δρα­σης.

Το πρωί εκείνο, οι Ιταλοί καρα­μπι­νιέ­ροι εξα­πέ­λυ­σαν αιφ­νι­δια­στική επι­χεί­ρηση σε όλη τη Ρόδο. Οι στρα­τιώ­τες εισέ­βα­λαν στα σπίτια πριν ακόμη χαράξει. Οι άνδρες ξύπνη­σαν έντρο­μοι από το χτύπημα στις πόρτες, πολλοί συνε­λή­φθη­σαν με τις πιτζά­μες τους, χωρίς εξήγηση, χωρίς καν να προ­λά­βουν να ντυθούν. Όλοι οι Έλληνες υπήκοοι ηλικίας 18 έως 60 ετών, φυλα­κί­στη­καν στο στρα­τό­πεδο συγκέ­ντρω­σης που στήθηκε πρό­χειρα στην τάφρο, το περι­βό­ητο «Concentramento».

Το κολα­στή­ριο της τάφρου

Σε λίγες ώρες, εκα­το­ντά­δες Ροδίτες, πατέρες και νέοι, βρέ­θη­καν στοι­βαγ­μέ­νοι στην υγρή τάφρο του μεσαιω­νι­κού κάστρου, χωρίς να γνω­ρί­ζουν τι τους περί­μενε. Οι συν­θή­κες δια­βί­ω­σης στο στρα­τό­πεδο ήταν απάν­θρω­πες. Δεν υπήρχαν κρε­βά­τια, ούτε επαρκής χώρος ή τροφή. Οι βροχές του Οκτω­βρίου μετέ­τρε­ψαν την τάφρο σε λασπό­τοπο. Οι ασθέ­νειες εξα­πλώ­θη­καν γρήγορα, ενώ η εξά­ντληση και η πείνα λύγιζαν τους κρα­του­μέ­νους. Μέσα στην κατα­χνιά, όμως, γεν­νή­θηκε ένα κύμα αλλη­λεγ­γύης.

Οι κάτοι­κοι της Ρόδου οργά­νω­σαν εράνους και συγκέ­ντρω­ναν τρόφιμα και ρούχα για τους αιχ­μα­λώ­τους. Πρω­το­στά­τη­σαν ο αρχι­διά­κο­νος Από­στο­λος Παπαϊ­ω­άν­νου (μετέ­πειτα Μητρο­πο­λί­της Καρπάθου-Κάσου), ο αδελφός του Μανώλης Παπαϊ­ω­άν­νου, ο ιερέας Ανα­στά­σιος Κυρια­τσού­λης, ο Μανώλης Παπα­να­στά­σης, οι αδελφοί Λάζαρος και Νικό­λαος Τηλια­κός και ο Μανώλης Μπα­κί­ρης. Αυτό που ξεκί­νησε ως φιλαν­θρω­πική πρω­το­βου­λία εξε­λί­χθηκε σύντομα σε πατριω­τική οργά­νωση που συντό­νιζε βοήθεια, ενίσχυε το ηθικό των εγκλεί­στων και κατέ­γραφε τις παρα­βιά­σεις των Ιταλών. Μετά από διε­θνείς πιέσεις και παρέμ­βαση του Διε­θνούς Ερυθρού Σταυρού, οι κρα­τού­με­νοι μετα­φέρ­θη­καν προ­σω­ρινά στους στά­βλους της φασι­στι­κής νεο­λαίας, τα γνωστά «Αλο­γά­κια», στο κέντρο της πόλης.

Μια «ήπια κατοχή» που δεν ήταν ποτέ ήπια

Η ιταλική κατοχή στα Δωδε­κά­νησα (1912–1943) παρου­σιά­ζε­ται συχνά, λαν­θα­σμένα, ως περί­ο­δος ήπιας δια­κυ­βέρ­νη­σης. Στην πραγ­μα­τι­κό­τητα, η πολι­τική που εφάρ­μο­σαν οι Ιταλοί (ιδίως μετά την άνοδο του φασι­σμού) ήταν μια προ­με­λε­τη­μένη από­πειρα εθνο­λο­γι­κής αλλοί­ω­σης και αφελ­λη­νι­σμού. Στην αρχή, επί διοί­κη­σης Μάριο Λάγκο (1923–1936), οι Ιταλοί επε­δί­ω­ξαν να κερ­δί­σουν τις τοπικές κοι­νω­νίες μέσω έργων, εξω­ραϊ­σμών και αρχαιο­λο­γι­κών απο­κα­τα­στά­σεων, προ­βάλ­λο­ντας τη «λατι­νική απο­στολή πολι­τι­σμού». Όμως αυτή η επίφαση προόδου κάλυπτε έναν καλά μελε­τη­μένο στόχο: τη στα­διακή απο­δυ­νά­μωση της ελλη­νι­κής ταυ­τό­τη­τας των κατοί­κων. Όταν ανέλαβε ο Ντε Βέκκι, ο μανδύας της ήπιας πολι­τι­κής έπεσε. Ξεκί­νησε ένα σκληρό πρό­γραμμα εκφα­σι­σμού και αφελ­λη­νι­σμού. Η ελλη­νική γλώσσα εκδιώ­χθηκε από τη δημόσια διοί­κηση, οι ελλη­νι­κοί δήμοι δια­λύ­θη­καν, και τα σχολεία τέθηκαν υπό ιταλικό έλεγχο. Τα παιδιά υπο­χρε­ώ­νο­νταν να διδά­σκο­νται ιταλικά, να φορούν στολές της φασι­στι­κής νεο­λαίας και να απο­δί­δουν τιμές στον Μου­σο­λίνι. Η οργά­νωση των Balilla στρα­το­λο­γούσε ανή­λι­κους με στόχο να δημιουρ­γή­σει «νέους Ιταλο-δωδεκανήσιους».

Η ιταλική διοί­κηση επι­χεί­ρησε να αλλάξει τη μνήμη και την εικόνα του τόπου. Οδοί και οι πλα­τείες ιτα­λο­ποι­ή­θη­καν, τα ελλη­νικά τοπω­νύ­μια αντι­κα­τα­στά­θη­καν, οι δημό­σιες επι­γρα­φές γρά­φο­νταν μόνο στα ιταλικά. Η ανάρ­τηση της ελλη­νι­κής σημαίας απα­γο­ρεύ­θηκε, ενώ ακόμη και η χρήση του όρου «Έλληνας» σε δημό­σιες περι­στά­σεις θεω­ρού­νταν ύποπτη. Η Ρόδος προ­βαλ­λό­ταν ως «το λαμπρό­τερο μαρ­γα­ρι­τάρι της ιτα­λι­κής Μεσο­γείου». Όμως πίσω από τη βιτρίνα των ανα­στη­λω­μέ­νων μνη­μείων, κρυ­βό­ταν η προ­σπά­θεια να σβηστεί το ελλη­νικό παρελ­θόν του νησιού.

Η Εκκλη­σία υπό διωγμό

Η Ορθό­δοξη Εκκλη­σία, θεμα­το­φύ­λα­κας της ελλη­νι­κής συνεί­δη­σης, δέχτηκε σφοδρή πίεση. Οι Ιταλοί προ­σπά­θη­σαν να απο­κό­ψουν τα Δωδε­κά­νησα από το Οικου­με­νικό Πατριαρ­χείο, ιδρύ­ο­ντας την «Αυτό­νομη Εκκλη­σία Δωδε­κα­νή­σου», υπό ιταλική επο­πτεία. Ήταν μια κίνηση με ξεκά­θαρο πολι­τικό στόχο, να απο­μο­νώ­σουν πνευ­μα­τικά τον ελλη­νικό πλη­θυ­σμό. Οι ιερείς που αντι­στά­θη­καν εξο­ρί­στη­καν ή τέθηκαν υπό παρα­κο­λού­θηση.

Ωστόσο, μέσα από τους ναούς και τα κατη­χη­τικά, η Εκκλη­σία κράτησε ζωντανή τη γλώσσα, την πίστη και την ελλη­νική ταυ­τό­τητα. Μετά τον πόλεμο, δια­δό­θηκε ο «μύθος» της ήπιας ιτα­λι­κής κατοχής, ως μιας περιό­δου πολι­τι­σμού και ανοχής. Όμως για τους Δωδε­κα­νή­σιους, η κατοχή αυτή ήταν ένας πόλεμος ενα­ντίον της ψυχής. Οι Ιταλοί μπορεί να μην άφησαν πίσω τους καμένα χωριά, άφησαν όμως γενιές ανθρώ­πων που έζησαν υπό τη βουβή απειλή της αφο­μοί­ω­σης. Ο αφελ­λη­νι­σμός τους δεν επι­βλή­θηκε με όπλα, αλλά με σχολικά βιβλία, επι­γρα­φές και διοι­κη­τι­κές σφρα­γί­δες.

Η μετα­πο­λε­μική δικαί­ωση

Μετά την απε­λευ­θέ­ρωση, το Ελλη­νικό Εθνικό Γραφείο Εγκλη­μα­τιών Πολέμου (1945) κατέ­γραψε τα ιταλικά εγκλή­ματα ως :α) εγκλή­ματα κατά της ανθρω­πό­τη­τας, β) πολι­τικά εγκλή­ματα, που περιε­λάμ­βα­ναν το σχέδιο δια­με­λι­σμού της Ελλάδας και τον συστη­μα­τικό αφελ­λη­νι­σμό των Δωδε­κα­νή­σων, γ) εγκλή­ματα οικο­νο­μι­κής φύσης. Ανάμεσα στα τεκ­μή­ρια περι­λαμ­βα­νό­ταν και η υπόθεση του στρα­το­πέ­δου «Concentramento» της Ρόδου, ένα σύμβολο κατα­πί­ε­σης αλλά και αντί­στα­σης. Η ιταλική κατοχή υπήρξε, τελικά, πιο επώδυνη από τη γερ­μα­νική, γιατί στό­χευσε όχι στα σώματα, αλλά στις συνει­δή­σεις. Κι όμως, δεν πέτυχε.

Οι κάτοι­κοι της Ρόδου, της Κω, της Καλύ­μνου, της Σύμης, της Χάλκης και όλων των νησιών κρά­τη­σαν αναμ­μένη τη φλόγα του ελλη­νι­σμού. Έτσι, όταν το 1948 τα Δωδε­κά­νησα ενώ­θη­καν επίσημα με την Ελλάδα, η πράξη αυτή δεν ήταν μόνο πολι­τική, ήταν ηθική δικαί­ωση ενός λαού που αντι­στά­θηκε σιωπηλά, αλλά ακα­τά­βλητα, σε τρεις δεκα­ε­τίες εθνο­λο­γι­κής πίεσης και ξένης κυριαρ­χίας.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.