ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Pοδίτης παραπέμπεται σε δίκη για απάτη με ξενοδοχειακή επένδυση στη Σάμο

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
ξενοδοχείο

Σε δίκη ενώ­πιον του Tρι­με­λούς Eφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου επί κα­κουρ­γη­μά­των κα­τη­γο­ρού­με­νος για απάτη κατ’ εξα­κο­λού­θη­ση, κατ’ επάγ­γελ­μα και κατά συ­νή­θεια, εκ της οποί­ας η συ­νο­λι­κή ζημία και το σκο­πού­με­νο πα­ρά­νο­μο πε­ριου­σια­κό όφε­λος υπερ­βαί­νουν το ποσό των 30.000 €, πα­ρα­πέ­μπε­ται με βού­λευ­μα του Συμ­βου­λί­ου Πλημ­με­λειο­δι­κών Pόδου, ένας κά­τοι­κος Pόδου, που έχει απα­σχο­λή­σει ξανά τις αρχές.

O κα­τη­γο­ρού­με­νος είχε αφε­θεί ελεύ­θε­ρος μετά την απο­λο­γία του τον Iούνιο του 2017 με τους πε­ριο­ρι­στι­κούς όρους της απα­γό­ρευ­σης εξό­δου από τη χώρα και της κα­τα­βο­λής εγ­γυο­δο­σί­ας ποσού 1.000 €.

Tο ιστο­ρι­κό της υπό­θε­σης φέ­ρε­ται να έχει ως εξής:

Το έτος 2009, στη Ρόδο, ο πο­λι­τι­κώς ενά­γων, επι­χει­ρη­μα­τί­ας δρα­στη­ριο­ποιού­με­νος στον τομέα της ενοι­κί­α­σης αυ­το­κι­νή­των από το έτος 2008 και έχο­ντας απο­κτή­σει ικα­νο­ποι­η­τι­κή ρευ­στό­τη­τα μέσω τρα­πε­ζι­κού δα­νει­σμού από τη Συ­νε­ται­ρι­στι­κή Τρά­πε­ζα Δω­δε­κα­νή­σου αλλά και από την Τρά­πε­ζα ΜΑΡ­ΦΙΝ, απο­φά­σι­σε να επεν­δύ­σει τα χρή­μα­τά του στην αγορά ενός ξε­νο­δο­χεί­ου, αγορά η οποία όμως θα απαι­τού­σε πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα από όσα ήδη εκεί­νος διέ­θε­τε.

Για το σκοπό αυτό, εντός των πρώ­των ημε­ρών του μηνός Απρι­λί­ου του έτους 2009, απευ­θύν­θη­κε σε κτη­μα­το­με­σί­τρια της Ρόδου, στην οποία και εξε­δή­λω­σε το εν­δια­φέ­ρον του για την αγορά ξε­νο­δο­χεια­κής μο­νά­δας, θέ­το­ντας συ­νά­μα ως δε­δο­μέ­νη την ανά­γκη εξεύ­ρε­σης πηγής εξω­τρα­πε­ζι­κού δα­νει­σμού, αφε­νός λόγω της απαί­τη­σης των ελ­λη­νι­κών τρα­πε­ζι­κών ιδρυ­μά­των για ιδία συμ­με­το­χή του επεν­δυ­τή σε πο­σο­στό 40%, αφε­τέ­ρου λόγω του ό,τι ο ίδιος είχε ήδη κα­θυ­στε­ρή­σει την απο­πλη­ρω­μή των δα­νεί­ων που είχε ήδη λάβει με σκοπό την υλο­ποί­η­ση της ανω­τέ­ρω επέν­δυ­σης.

Η κτη­μα­το­με­σί­τρια, η οποία ερ­γα­ζό­ταν πα­ράλ­λη­λα και σε γρα­φείο λο­γί­στριας, τον έφερε τότε, ενό­ψει της συ­γκε­κρι­μέ­νης ανά­γκης του για την εξεύ­ρε­ση κε­φα­λαί­ων, σε επαφή με τον κα­τη­γο­ρού­με­νο, πα­τέ­ρα της λο­γί­στριας, ο οποί­ος συ­στε­γα­ζό­ταν στο ίδιο λο­γι­στι­κό γρα­φείο και εμ­φα­νι­ζό­ταν ως επι­χει­ρη­μα­τί­ας (ερ­γο­λά­βος) και ως έχων τη δυ­να­τό­τη­τα δα­νειο­δό­τη­σης από το εξω­τε­ρι­κό.

Κατά τη συ­νά­ντη­ση των δύο αν­δρών ο κα­τη­γο­ρού­με­νος πα­ρέ­στη­σε στον μη­νυ­τή ότι είχε δια­συν­δέ­σεις με στε­λέ­χη διά­φο­ρων τρα­πε­ζών της αλ­λο­δα­πής και δη μία με­γά­λης ελ­βε­τι­κής τρά­πε­ζας (HSBC), από την οποία μπο­ρού­σε, ως γνώ­στης των ιδιορ­ρυθ­μιών του ελ­βε­τι­κού τρα­πε­ζι­κού συ­στή­μα­τος, να εξα­σφα­λί­σει τον ανα­γκαίο για τον εγκα­λού­ντα δα­νει­σμό με ευ­νοϊ­κούς όρους.

Στην συ­νέ­χεια, ο πο­λι­τι­κώς ενά­γων εντό­πι­σε ξε­νο­δο­χεια­κή μο­νά­δα στο νησί της Σάμου, όπου με­τέ­βη μαζί με τον κα­τη­γο­ρού­με­νο, εκ­δη­λώ­νο­ντας στον τε­λευ­ταίο το εν­δια­φέ­ρον του να την απο­κτή­σει.

Εν συ­νε­χεία, μετά την επι­στρο­φή των δύο αν­δρών στη Ρόδο, ο μη­νυ­τής ξε­κί­νη­σε την συ­γκέ­ντρω­ση, των απαι­τού­με­νων για την με­τα­βί­βα­ση της ξε­νο­δο­χεια­κής μο­νά­δας εγ­γρά­φων, όπως ιδίως ισο­ζύ­για των δύο τε­λευ­ταί­ων ετών και ισο­λο­γι­σμούς.

Έκτο­τε, σε τακτά χρο­νι­κά δια­στή­μα­τα μέχρι και το μήνα Σε­πτέμ­βριο του ιδίου έτους, ο κα­τη­γο­ρού­με­νος πα­ρί­στα­νε στον πο­λι­τι­κώς ενά­γο­ντα ότι απαι­τεί­το να του κα­τα­βά­λει διά­φο­ρα χρη­μα­τι­κά ποσά για την ίδρυ­ση μίας ανώ­νυ­μης εται­ρεί­ας με έδρα την Ελ­βε­τία, στην οποία θα συμ­με­τεί­χε σε πο­σο­στό 5% και η εται­ρεία συμ­φε­ρό­ντων του κα­τη­γο­ρου­μέ­νου με την επω­νυ­μία «ANELIXIS INVESTMENTS L.T.D.», η οποία θα ελάμ­βα­νε μέσω δα­νεί­ου ύψους 12.000.000 € την απαι­τού­με­νη χρη­μα­το­δό­τη­ση από την ελ­βε­τι­κή τρά­πε­ζα, μέσω δε αυτής της εται­ρεί­ας θα ελάμ­βα­νε τα ανα­γκαία κε­φά­λαια ο πο­λι­τι­κώς ενά­γων προ­κει­μέ­νου να ολο­κλη­ρώ­σει την αγορά του ξε­νο­δο­χεί­ου στην νήσο Σάμο.

Ει­δι­κό­τε­ρα, ο κα­τη­γο­ρού­με­νος, αφού κέρ­δι­σε την εμπι­στο­σύ­νη του μη­νυ­τή, ζή­τη­σε από αυτόν χρή­μα­τα για την ίδρυ­ση της εται­ρεί­ας στην Ελ­βε­τία, την κά­λυ­ψη και πλη­ρω­μή εγ­γυ­η­τι­κής επι­στο­λής, την κα­τα­βο­λή των δι­κη­γο­ρι­κών και συμ­βο­λαιο­γρα­φι­κών αμοι­βών καί εξό­δων, την με­τά­φρα­ση διά­φο­ρων εγ­γρά­φων, την δή­λω­ση της εται­ρεί­ας στα μη­τρώα της Ελ­βε­τί­ας και την εν γένει ολο­κλή­ρω­ση των νο­μι­κών και διοι­κη­τι­κών δια­δι­κα­σιών ίδρυ­σης της εται­ρεί­ας, το συ­νο­λι­κό δε ποσό που του κα­τέ­βα­λε ο πο­λι­τι­κώς ενά­γων για την κά­λυ­ψη των ανω­τέ­ρω δα­πα­νών ανέρ­χο­νταν αρ­χι­κά, ήτοι από τις αρχές του μηνός Ιου­νί­ου του έτους 2009 έως και τα μέσα του θέ­ρους του ιδίου έτους, στο ποσό των 75.000 €, χρή­μα­τα τα οποία εκτα­μιεύ­ο­νταν από τον μη­νυ­τή και πα­ρα­δί­δο­νταν στον κα­τη­γο­ρού­με­νο τμη­μα­τι­κά σε δό­σεις των 3000€ ή των 5000€, είτε από τον ίδιο τον πο­λι­τι­κώς ενά­γο­ντα είτε από υπάλ­λη­λο του πο­λι­τι­κώς ενά­γο­ντος, χωρίς ωστό­σο να εκ­δί­δο­νται για τις κα­τα­βο­λές αυτές οι αντί­στοι­χες απο­δεί­ξεις, λόγω κυ­ρί­ως της εμπι­στο­σύ­νης που είχε καλ­λιερ­γη­θεί. Στα μέσα του θέ­ρους του ιδίου έτους όμως, οπότε η ρευ­στό­τη­τα του πο­λι­τι­κώς ενά­γο­ντος είχε εν πολ­λοίς εξα­ντλη­θεί, ο κα­τη­γο­ρού­με­νος συ­νέ­χι­σε να απαι­τεί επι­πλέ­ον χρή­μα­τα, ισχυ­ρι­ζό­με­νος ότι αυτά ήταν ανα­γκαία για την ολο­κλή­ρω­ση των δήθεν αρ­ξα­μέ­νων από τον ίδιο δια­δι­κα­σιών ίδρυ­σης της προ­α­να­φερ­θεί­σας ελ­βε­τι­κής εται­ρεί­ας καθώς και της χρη­μα­το­δό­τη­σης της τε­λευ­ταί­ας.

Πει­σθείς για την εν λόγω ανα­γκαιό­τη­τα καθώς και για το ό,τι ο κα­τη­γο­ρού­με­νος προ­έ­βαι­νε εν­διά­με­σα στις ανα­γκαί­ες για την έγκρι­ση και εκτα­μί­ευ­ση του δα­νεί­ου ενέρ­γειες, ο πο­λι­τι­κώς ενά­γων απευ­θύν­θη­κε σε γνω­στό του, προ­κει­μέ­νου να αντλή­σει επι­πλέ­ον κε­φά­λαια.

Ο τε­λευ­ταί­ος, αφού ενη­με­ρώ­θη­κε για τα επι­χει­ρη­μα­τι­κά σχέ­δια του μη­νυ­τή από τον ίδιο τον κα­τη­γο­ρού­με­νο σε συ­να­ντή­σεις που είχαν την 21.9.2009 και την 1.10.2009 λαμ­βά­νο­ντας ως αντάλ­λαγ­μα την υπό­σχε­ση μελ­λο­ντι­κής χρη­μα­το­δό­τη­σης και του ιδίου από την ελ­βε­τι­κή τρά­πε­ζα, πεί­σθη­κε να χρη­μα­το­δο­τή­σει το εγ­χεί­ρη­μα του μη­νυ­τή εκ­δί­δο­ντας ο ίδιος οκτώ επι­τα­γές της Συ­νε­ται­ρι­στι­κής Τρά­πε­ζας Δω­δε­κα­νή­σου σε δια­τα­γή μη­νυ­τή, συ­νο­λι­κής αξίας 46.050 €.

Τα ανω­τέ­ρω, ωστό­σο, γε­γο­νό­τα, τα οποία πα­ρέ­στη­σε ως αληθή ο κα­τη­γο­ρού­με­νος, ήταν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ψευδή.

Ο κα­τη­γο­ρού­με­νος αρ­νεί­ται την κα­τη­γο­ρία, πα­ρου­σιά­ζο­ντας μια εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κή εκ­δο­χή των πραγ­μά­των, υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι η μόνη επαφή που είχε με τον μη­νυ­τή ήταν στο πλαί­σιο της επαγ­γελ­μα­τι­κής δρα­στη­ριο­ποί­η­σης της κόρης του, ότι μόνο σε μία συ­ζή­τη­ση που είχε με τον μη­νυ­τή εκ­δή­λω­σε ο ίδιος το εν­δια­φέ­ρον να συ­νερ­γα­στούν στον κλάδο της ενοι­κί­α­σης αυ­το­κι­νή­των κά­ποια στιγ­μή στο μέλ­λον, χωρίς όμως να ει­πω­θεί κάτι συ­γκε­κρι­μέ­νο, ότι τα μόνα χρή­μα­τα που έδωσε σε εκεί­νον ο μη­νυ­τής ήταν 3.800 € πε­ρί­που, στα­δια­κά, προ­κει­μέ­νου να πλη­ρώ­σει για διά­φο­ρες δα­πά­νες, όπως τη με­τά­βα­σή του κα­τη­γο­ρου­μέ­νου στην Αθήνα για να διευ­θε­τή­σει το ζή­τη­μα της εγ­γρα­φής του πο­λι­τι­κώς ενά­γο­ντος στον ΤΕΙ­ΡΕ­ΣΙΑ και τέλος, ότι ο πο­λι­τι­κώς ενά­γων βρι­σκό­ταν εξαρ­χής (προ της γνω­ρι­μί­ας τους) σε δεινή οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση, υπο­νο­ώ­ντας προ­φα­νώς ότι δεν είχε τη δυ­να­τό­τη­τα να του κα­τα­βά­λει το ποσό των 75.000€.

Tην υπό­θε­ση χει­ρί­ζε­ται ο δι­κη­γό­ρος κ. Στέ­λιος Aλε­ξαν­δρής.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.