ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Να μην φορολογείται επιδιώκει η «Ισραηλιτική Κοινότητα Ρόδου»

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
Παλιά Πόλη πανοραμική
Μέγεθος γραμμάτων

Ενώ­πιον του Διοι­κη­τι­κού Εφε­τεί­ου Πει­ραιώς θα εξε­τα­στεί έφεση της «Ισ­ραη­λι­τι­κή Κοι­νό­τη­τα Ρόδου», κατά της υπ’ αρίθμ. 23/2014 απο­φά­σε­ως του Διοι­κη­τι­κού Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου (Τμήμα 2ο Μο­νο­με­λές) και του Ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου, όπως εκ­προ­σω­πεί­ται νο­μί­μως από τον Προϊ­στά­με­νο της ΔΟΥ Ρόδου, με την οποία ζη­τεί­ται η ίση φο­ρο­λο­γι­κή της με­τα­χεί­ρι­ση με την Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σία στην Ελ­λά­δα.

Η «Ισ­ραη­λι­τι­κή Κοι­νό­τη­τα Ρόδου» αι­τή­θη­κε ου­σια­στι­κά να εξα­σφα­λί­σει μη­δε­νι­κή φο­ρο­λό­γη­ση κυ­ρί­ως στα ακί­νη­τά της, έχο­ντας μά­λι­στα ως επι­χεί­ρη­μα, με­τα­ξύ άλλων και το γε­γο­νός ότι μι­σθώ­νει σε εξαι­ρε­τι­κά χα­μη­λές τιμές κα­τοι­κί­ες και κα­τα­στή­μα­τα στη Με­σαιω­νι­κή Πόλη, χωρίς να ει­σπράτ­τει τα μι­σθώ­μα­τα.

Η «Ισ­ραη­λι­τι­κή Κοι­νό­τη­τα Ρόδου» υπέ­βα­λε συ­γκε­κρι­μέ­να ενώ­πιον του Προϊ­στα­μέ­νου Δ.Ο.Υ. Ρόδου την από 13-3-2008 επι­φύ­λα­ξή της, αι­τού­με­νη συγ­χρό­νως την υπα­γω­γή της στο άρθρο 109 παρ.2 εδά­φιο β΄του Ν.2238/1994, όπως ισχύ­ει και τρο­πο­ποι­ή­θη­κε από το άρθρο 6 του Ν.3296/2004, και την απαλ­λα­γή της από το φόρο  προ­κει­μέ­νου για τα ει­σο­δή­μα­τα του οι­κο­νο­μι­κού έτους 2008 από την εκ­μί­σθω­ση γαιών και οι­κο­δο­μών, δε­δο­μέ­νου ότι συ­νι­στά νο­μι­κό πρό­σω­πο μη κερ­δο­σκο­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα με κοι­νω­φε­λείς σκο­πούς.

Επί της πα­ρα­πά­νω επι­φυ­λά­ξε­ως, της κοι­νο­ποι­ή­θη­κε την 14-10-2008 πράξη της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, η οποία απέρ­ρι­πτε επί της ου­σί­ας την ως άνω αί­τη­ση με την αι­τιο­λο­γία ότι:

«Η Ισ­ραη­λι­τι­κή Κοι­νό­τη­τα Ρόδου, σαν νο­μι­κό πρό­σω­πο,… δεν μπο­ρεί να θε­ω­ρη­θεί ότι απο­δε­δειγ­μέ­να επι­διώ­κει κοι­νω­φε­λείς σκο­πούς (όπως η έν­νοια του κοι­νω­φε­λούς δό­θη­κε από τη νο­μο­λο­γία μέχρι σή­με­ρα) εφό­σον κατά το κα­τα­στα­τι­κό του, ανα­πτύσ­σει δρα­στη­ριό­τη­τα από την οποία ωφε­λού­νται τα μέλη του και όχι το κοινό.».

Κατά της ως άνω απα­ντή­σε­ως της Δ.Ο.Υ. Ρόδου άσκη­σε προ­σφυ­γή ενώ­πιον του Διοι­κη­τι­κού Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου η οποία απερ­ρί­φθη με την αι­τιο­λο­γία της μη από­δει­ξης της φι­λαν­θρω­πι­κής δρά­σης της Ισ­ραη­λι­τι­κής Κοι­νό­τη­τας Ρόδου, της μη πα­ρα­βί­α­σης της αρχής της ανα­λο­γι­κής φο­ρο­λο­γι­κής ισό­τη­τας και της επι­σή­μαν­σης της ευ­ρεί­ας δια­κρι­τι­κής ευ­χέ­ρειας που απο­λαμ­βά­νει ο νο­μο­θέ­της όσον αφορά τον κα­θο­ρι­σμό του συ­στή­μα­τος φο­ρο­λο­γί­ας ει­σο­δή­μα­τος.

Στην έφεση, που χει­ρί­ζο­νται ο κ. Πα­να­γιώ­της Λα­ζα­ρά­τος ομό­τι­μος κα­θη­γη­τής της Νο­μι­κής Σχο­λής του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Αθη­νών και ο δι­κη­γό­ρος Ρόδου κ. Γ. Κα­ρα­μι­χά­λης, εκ­θέ­τουν ότι η από­φα­ση του Μο­νο­με­λούς Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου υπήρ­ξε εσφαλ­μέ­νη.

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να  το­νί­ζουν ότι στην έν­νοια του κοι­νω­φε­λούς σκο­πού, που προ­βλέ­πει ο νόμος για την απαλ­λα­γή από τη φο­ρο­λο­γία, υπά­γο­νται ημε­δα­πά νο­μι­κά πρό­σω­πα μη κερ­δο­σκο­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα εφ’ όσον, με­τα­ξύ άλλων, επι­διώ­κουν απο­δε­δειγ­μέ­να θρη­σκευ­τι­κούς σκο­πούς.

Επι­κα­λού­νται μά­λι­στα νο­μο­λο­γία του ΣτΕ από την οποία προ­κύ­πτει ότι αρκεί ο θρη­σκευ­τι­κός σκο­πός για τη φο­ρο­λο­γι­κή απαλ­λα­γή, ενώ ο σκο­πός αυτός δεν απαι­τεί­ται να είναι εν ταυτώ και επω­φε­λής στο ευρύ κοινό.

Ει­δι­κό­τε­ρα, η Ισ­ραη­λι­τι­κή Κοι­νό­τη­τα Ρόδου, όπως το­νί­ζε­ται στην έφεση, είναι νο­μι­κό πρό­σω­πο δη­μο­σί­ου δι­καί­ου, το οποίο ιδρύ­θη­κε και λει­τουρ­γεί βάσει του Ν.2456/1920, όπου στα άρθρα 4, 5, 6, 8 ρητά ανα­φέ­ρε­ται ότι έχει φι­λαν­θρω­πι­κό, θρη­σκευ­τι­κό και εκ­παι­δευ­τι­κό προ­ο­ρι­σμό.

Ανα­λο­γι­κώς εκ του άρ­θρου 1 του Κα­νο­νι­σμού της Ισ­ραη­λι­τι­κής Κοι­νό­τη­τας Αθη­νών, ο οποί­ος κυ­ρώ­θη­κε δια του Π.Δ. 234/1989, η Ισ­ραη­λι­τι­κή Κοι­νό­τη­τα Ρόδου έχει επί­σης ως σκοπό «την υπο­στή­ρι­ξη κάθε ωφέ­λι­μης πρω­το­βου­λί­ας που εξυ­πη­ρε­τεί εθνι­κές ανά­γκες, την εξύ­ψω­ση του ηθι­κού, πνευ­μα­τι­κού και κοι­νω­νι­κού επι­πέ­δου των μελών της, την αδελ­φο­ποί­η­ση τους και εν γένει την προ­α­γω­γή των εβραϊ­κών γραμ­μά­των».

Σύμ­φω­να με το άρθρο 3 του Ν.2456/1920 μέλη της Ισ­ραη­λι­τι­κής Κοι­νό­τη­τας θε­ω­ρού­νται αυ­το­δι­καί­ως πά­ντες οι Ισ­ραη­λί­τες στο θρή­σκευ­μα.

Επι­πλέ­ον ορί­ζε­ται ότι εκά­στη Ισ­ραη­λι­τι­κή Κοι­νό­τη­τα διοι­κεί­ται από Κοι­νο­τι­κό Συμ­βού­λιο το οποίο διο­ρί­ζει ει­δι­κές επι­τρο­πές για τη διεύ­θυν­ση των Συ­να­γω­γών και κάθε Κοι­νό­τη­τας προ­ΐ­στα­ται θρη­σκευ­τι­κώς ένας Αρ­χιρ­ραβ­βί­νος.

Επι­ση­μαί­νουν πα­ρα­πέ­ρα ότι ακόμη κι αν ήθελε θε­ω­ρη­θεί μη επαρ­κής ο θρη­σκευ­τι­κός σκο­πός της Ισ­ραη­λι­τι­κής Κοι­νό­τη­τας Ρόδου, η εκ­κα­λου­μέ­νη από­φα­ση του Μο­νο­με­λούς Διοι­κη­τι­κού Πρω­το­δι­κεί­ου έσφα­λε στο μέτρο που έκρι­νε ότι δεν απε­δεί­χθη ο φι­λαν­θρω­πι­κός σκο­πός του Ν.Π.Δ.Δ., με την εξής αι­τιο­λο­γία:

α) ότι η δια­τύ­πω­ση του φι­λαν­θρω­πι­κού σκο­πού στο κα­τα­στα­τι­κό είναι γε­νι­κή και αό­ρι­στη,

β) ότι δεν απο­δει­κνύ­ε­ται συ­γκε­κρι­μέ­νη δρα­στη­ριό­τη­τα από την οποία να επω­φε­λεί­ται το ευρύ κοινό,

γ) ότι οι ευ­χα­ρι­στή­ριες επι­στο­λές δεν αφο­ρούν το σχε­τι­κό οι­κο­νο­μι­κό έτος, ενώ απευ­θύ­νο­νται σε μέλη της Κοι­νό­τη­τας και όχι στο ΝΠΔΔ, και

δ) ότι η φι­λαν­θρω­πι­κή δράση δεν εμ­φα­νί­ζει συ­στη­μα­τι­κό­τη­τα και συ­χνό­τη­τα.

Η ως άνω κρίση της εκ­κα­λου­μέ­νης είναι εσφαλ­μέ­νη διότι:

Επι­ση­μαί­νουν ότι η λε­πτο­με­ρής πε­ρι­γρα­φή του σκο­πού ενός ΝΠΔΔ και η ανα­λυ­τι­κή πα­ρου­σί­α­ση των μέσων εκ­πλή­ρω­σης αυτού δεν συ­νι­στά υπο­χρέ­ω­ση απορ­ρέ­ου­σα από το γράμ­μα ή το πνεύ­μα του νόμου, όπως εσφαλ­μέ­να δια­λαμ­βά­νει η εκ­κα­λου­μέ­νη.

Προ­σθέ­τουν επι­πλέ­ον ότι το σχε­τι­κό νο­μι­κό πλαί­σιο που­θε­νά δεν επι­βάλ­λει συ­γκε­κρι­μέ­νο αριθ­μό έργων, με εμ­φα­νώς με­τρή­σι­μο απο­τέ­λε­σμα σε κάθε ένα οι­κο­νο­μι­κό έτος ώστε να τυγ­χά­νει το ΝΠΔΔ της ει­δι­κής αυτής φο­ρο­λο­γι­κής με­τα­χεί­ρι­σης.

Υπε­ρα­μύ­νο­νται πα­ρα­πέ­ρα, με την προ­σκό­μι­ση συ­γκε­κρι­μέ­νων στοι­χεί­ων της φι­λαν­θρω­πι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας της Ισ­ραη­λί­τι­κης Κοι­νό­τη­τας.

Στην ίδια έφεση επι­ση­μαί­νουν ότι το άρθρο 12 παρ.4 ν.3842/2010, που αντι­κα­τέ­στη­σε το άρθρο 109 ν.2238/1994 προ­βλέ­πει τα εξής: «…, τα ει­σο­δή­μα­τα που απο­κτούν από την εκ­μί­σθω­ση οι­κο­δο­μών και γαιών οι Ιεροί Ναοί, οι Ιερές Μη­τρο­πό­λεις, οι Ιερές Μονές, οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, η Ιερά Μονή Πά­τμου, η Ιερά Μονή Σινά, η Απο­στο­λι­κή Δια­κο­νία, ο Πα­νά­γιος Τάφος, το Οι­κου­με­νι­κό Πα­τριαρ­χείο Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως, τα Πα­τριαρ­χεία Ιε­ρο­σο­λύ­μων και Αλε­ξαν­δρεί­ας, η Ιερά Αρ­χιε­πι­σκο­πή Κύ­πρου και οι Ιερές Σταυ­ρο­πη­για­κές Μονές Κύ­πρου, τα ημε­δα­πά νο­μι­κά πρό­σω­πα, που νό­μι­μα έχουν συ­στα­θεί ή συ­νι­στώ­νται και τα οποία επι­διώ­κουν απο­δε­δειγ­μέ­να κοι­νω­φε­λείς σκο­πούς, καθώς και τα ημε­δα­πά κοι­νω­φε­λή ιδρύ­μα­τα, φο­ρο­λο­γού­νται με συ­ντε­λε­στή εί­κο­σι τοις εκατό (20%). Για ει­σο­δή­μα­τα του προη­γού­με­νου εδα­φί­ου δεν βε­βαιώ­νε­ται προ­κα­τα­βο­λή φόρου. Οι δια­τά­ξεις του προη­γού­με­νου εδα­φί­ου έχουν εφαρ­μο­γή και για τα ει­σο­δή­μα­τα που απο­κτούν στην Ελ­λά­δα αντί­στοι­χα αλ­λο­δα­πά νο­μι­κά πρό­σω­πα, καθώς και φο­ρείς ξένων θρη­σκευ­μά­των ή δογ­μά­των».

Επι­χει­ρη­μα­το­λο­γούν έτσι ότι η προ­σθή­κη του τε­λευ­ταί­ου εδα­φί­ου κα­θι­στά εμ­φα­νή την δια­κρι­τι­κή φο­ρο­λο­γι­κή με­τα­χεί­ρι­ση που μέχρι την ψή­φι­ση του ανω­τέ­ρω νόμου υφί­στα­το για τους φο­ρείς ξένων θρη­σκευ­μά­των ή δογ­μά­των, όπως είναι η Ισ­ραη­λι­τι­κή Κοι­νό­τη­τα Ρόδου.

Θε­ω­ρούν ότι η νο­μο­θε­σία προ­σκρού­σει στη συ­νταγ­μα­τι­κή αρχή της ανα­λο­γι­κής φο­ρο­λο­γι­κής ισό­τη­τας.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.