ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κατηγορείται για απάτη κατ’ εξακολούθηση

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
Δικαστήριο Ρόδου

Στο εδώ­λιο του Πε­ντα­με­λούς Εφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου κα­τη­γο­ρού­με­νος για απάτη κατ’ εξα­κο­λού­θη­ση, κα­τ΄ε­πάγ­γελ­μα και κατά συ­νή­θεια, που το συ­νο­λι­κό όφε­λος ή η συ­νο­λι­κή ζημία, υπερ­βαί­νουν το ποσό των 73.000 ευρώ θα κα­θί­σει ένας Ρο­δί­της, που έχει κα­τα­δι­κα­στεί πρω­το­δί­κως σε ποινή κά­θειρ­ξης 7 ετών με ανα­σταλ­τι­κό ως προς την έφεση απο­τέ­λε­σμα, υπό τον όρο της κα­τα­βο­λής χρη­μα­τι­κής εγ­γύ­η­σης ύψους 3.000 ευρώ και της εμ­φά­νι­σής του μια φορά κάθε μήνα στο αστυ­νο­μι­κό τμήμα του τόπου κα­τοι­κί­ας του.

Το ιστο­ρι­κό της υπό­θε­σης φέ­ρε­ται να έχει ως εξής:

Το 1993 ο μη­νυ­τής και ένας ιδιώ­της ήταν μέ­το­χοι ανώ­νυ­μης εται­ρεί­ας τη­λε­πι­κοι­νω­νιών. Το 1994 ο μη­νυ­τής θέ­λη­σε να απο­χω­ρή­σει από την εται­ρεία αυτή με­τα­βι­βά­ζο­ντας δια πω­λή­σε­ως το πο­σο­στό του στον συ­νέ­ται­ρό του. Για τον λόγο αυτόν ο συ­νέ­ται­ρός του εξέ­δω­σε δύο τρα­πε­ζι­κές επι­τα­γές εις δια­τα­γήν του μη­νυ­τή συ­νο­λι­κού ποσού πε­ρί­που 100.000 ευρώ, οι οποί­ες δεν πλη­ρώ­θη­καν και το χρέος πα­ρέ­μει­νε ανε­ξό­φλη­το.

Το Νο­έμ­βριο του έτους 2005, ο κα­τη­γο­ρού­με­νος, ο οποί­ος μέχρι εκεί­νη τη στιγ­μή ήταν άγνω­στος στο μη­νυ­τή, φέ­ρε­ται να του τη­λε­φώ­νη­σε και να του συ­στή­θη­κε ως συ­νερ­γά­της του πρώην συ­νε­ταί­ρου του, δια­τει­νό­με­νος ότι εγνώ­ρι­ζε την προ­α­να­φερ­θεί­σα οφει­λή του. Φέ­ρε­ται δε να του υπο­σχέ­θη­κε, στο πλαί­σιο της συ­νερ­γα­σί­ας του με τον πρώην συ­νε­ταί­ρο του ότι θα του την εξο­φλού­σε.

Σε συ­νά­ντη­ση του μη­νυ­τή με τον κα­τη­γο­ρού­με­νο, ο τε­λευ­ταί­ος φέ­ρε­ται να επα­νέ­λα­βε την πρό­τα­σή του και να διευ­κρί­νι­σε στον πρώτο ότι η εξό­φλη­ση θα γι­νό­ταν με τη με­τα­φο­ρά του ανα­γκαί­ου ποσού από τρά­πε­ζα της Ελ­βε­τί­ας.

Φέ­ρε­ται πα­ρα­πέ­ρα να του ζή­τη­σε να κα­τα­βά­λει τα έξοδα με­τα­φο­ράς των χρη­μά­των αυτών και τα έξοδα με­τά­βα­σής του προς και από την Ελ­βε­τία.

Τα έξοδα αυτά ανέρ­χο­νταν στο ποσό των 45.000 ευρώ.

Ο μη­νυ­τής φέ­ρε­ται να δέ­χθη­κε την πρό­τα­ση του κα­τη­γο­ρού­με­νου και να του κα­τέ­βα­λε στο χρο­νι­κό διά­στη­μα από 1 Δε­κεμ­βρί­ου 2005 έως 4 Ια­νουα­ρί­ου 2007 43.900 ευρώ, κα­τα­θέ­το­ντας τα χρή­μα­τα σε τρα­πε­ζι­κό του λο­γα­ρια­σμό.

Σύμ­φω­να με το δι­κα­στι­κό συμ­βού­λιο, που εξέ­τα­σε την υπό­θε­ση, ο ισχυ­ρι­σμός του κα­τη­γο­ρού­με­νου ότι γνω­ρι­ζό­ταν με το μη­νυ­τή πολύ πριν το 2005 και ότι το ανω­τέ­ρω ποσό συ­νι­στού­σε δά­νειο που έλαβε και είχε απο­πλη­ρώ­σει, δεν προ­έ­κυ­ψε από κα­νέ­να απο­δει­κτι­κό στοι­χείο.

Εξάλ­λου, ο πρώην συ­νε­ταί­ρος του μη­νυ­τή στην κα­τά­θε­σή του προ­α­να­κρι­τι­κά, αρ­νή­θη­κε ότι είχε ανα­θέ­σει στον κα­τη­γο­ρού­με­νο την εξό­φλη­ση της οφει­λής του προς το μη­νυ­τή.

Πε­ραι­τέ­ρω στο τέλος Μαρ­τί­ου του 2006 ο μη­νυ­τής αφού έλαβε δια­βε­βαιώ­σεις από τον κα­τη­γο­ρού­με­νο, ότι το ποσό που ανέ­με­νε από την Ελ­βε­τία (ύψους 1.350.000 ευρώ), βρι­σκό­ταν στο λο­γα­ρια­σμό του, πλην όμως έπρε­πε να προη­γη­θεί χρο­νο­βό­ρα έγκρι­ση από την Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος για απο­δέ­σμευ­σή του, φέ­ρε­ται να έγινε δέ­κτης νέας πρό­τα­σης.

Συ­γκε­κρι­μέ­να, ο κα­τη­γο­ρού­με­νος φέ­ρε­ται να ζή­τη­σε από το μη­νυ­τή, μέχρι την εκτα­μί­ευ­ση του ποσού αυτού, να τον διευ­κο­λύ­νει οι­κο­νο­μι­κά, προ­κει­μέ­νου να προ­βεί σε επεν­δύ­σεις στη Ρόδο, μέσω κα­τα­σκευα­στι­κής εται­ρεί­ας, που είχε συ­στή­σει στο Ηνω­μέ­νο Βα­σί­λειο. Για να πεί­σει το μη­νυ­τή να του κα­τα­βά­λει χρη­μα­τι­κά ποσά φέ­ρε­ται να του επέ­δει­ξε απο­φά­σεις της Επι­τρο­πής Πα­ρα­με­θο­ρί­ου, που ήραν τις απα­γο­ρεύ­σεις για την αγορά από τον κα­τη­γο­ρού­με­νο ακι­νή­των στη Ρόδο.

Το γε­γο­νός ότι ο μη­νυ­τής εμπι­στεύ­θη­κε τον κα­τη­γο­ρού­με­νο ως προς την επι­χει­ρη­μα­τι­κή του δρα­στη­ριο­ποί­η­ση φέ­ρε­ται να συ­νά­γε­ται και από το γε­γο­νός ότι την 9η Μαρ­τί­ου 2006 συ­νή­ψε προ­σύμ­φω­νο πω­λή­σε­ως με την εται­ρεία του κα­τη­γο­ρού­με­νου ενός ξε­νο­δο­χεί­ου, κυ­ριό­τη­τάς της, ένα­ντι με­γά­λου χρη­μα­τι­κού ποσού.

Εν όψει των ανω­τέ­ρω ο μη­νυ­τής φέ­ρε­ται να εξέ­δω­σε επι­τα­γές του ιδίου και ανώ­νυ­μης εται­ρεί­ας συμ­φε­ρό­ντων της θυ­γα­τέ­ρας του και εις δια­τα­γήν της εται­ρεί­ας του κα­τη­γο­ρού­με­νου, οι οποί­ες πλη­ρώ­θη­καν.

Ο κα­τη­γο­ρού­με­νος φέ­ρε­ται να του επέ­στρε­ψε 26.500 ευρώ, ενώ ο μη­νυ­τής ανα­γκά­στη­κε να πλη­ρώ­σει 94.390 ευρώ. Ο κα­τη­γο­ρού­με­νος φέ­ρε­ται πιο πέρα να ομο­λο­γεί ότι ο μη­νυ­τής εξέ­δω­σε κά­ποιες από τις επι­τα­γές εις δια­τα­γήν του, στα πλαί­σια της συ­νερ­γα­σί­ας τους, ενώ δεν φέ­ρε­ται να προ­σκο­μί­ζει αγο­ρα­πω­λη­τή­ρια συμ­βό­λαια ή στοι­χεία από το Κτη­μα­το­λό­γιο, του­λά­χι­στον για τα ακί­νη­τα ως προς τα οποία πέ­τυ­χε την έκ­δο­ση άρσης της απα­γό­ρευ­σης της εται­ρεί­ας του στο Ηνω­μέ­νο Βα­σί­λειο.

Ως συ­νή­γο­ρος υπε­ρά­σπι­σής του πα­ρί­στα­ται ο δι­κη­γό­ρος κ. Λευ­τέ­ρης Πάσ­σος.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.