ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Διαπιστώνεται συνολικότερη μετατόπιση του πολιτικού συστήματος προς τα δεξιά»

news room 10 λεπτά ανάγνωση
Φιλίππα Χατζησταύρου

Η Φιλίππα Χατζη­σταύ­ρου, επί­κουρη καθη­γή­τρια στο τμήμα πολι­τι­κής επι­στή­μης και δημό­σιας διοί­κη­σης του ΕΚΠΑ με βασικά γνω­στικά αντι­κεί­μενα την πολι­τική επι­στήμη και τη διεθνή πολι­τική μιλά στη «Δημο­κρα­τική» σε μία συνέ­ντευξη εστια­σμένη στο γαλλικό προ­ε­κλο­γικό σκηνικό και στα κύρια θέματα που απα­σχο­λούν την Ευρω­παϊκή Ένωση.

Απο­τι­μώ­ντας την πρώτη θητεία του Εμα­νουέλ Μακρόν ανα­φέ­ρει μεταξύ άλλων ότι « ο Μακρόν δεν απο­τέ­λεσε σημείο μεγάλης πολι­τι­κής αλλαγής για τη Γαλλία», ενώ όσον αφορά στην αύξηση της γαλ­λι­κής ακρο­δε­ξιάς σχο­λιά­ζει ότι « η ακρο­δε­ξιά αποκτά ‘ποικιλίες’ αφού υπάρχει συνο­λι­κό­τερη μετα­τό­πιση του πολι­τι­κού συστή­μα­τος προς τα δεξιά».

Συνέ­ντευξη στον Γιάννη Μπόζιο

Στη συνέ­χεια, παρα­θέ­τει τη γνώμη της για σύγ­χρονα επί­καιρα ευρω­παϊκά θέματα όπως είναι: η αύξηση του ευρω­παϊ­κού νεο­συ­ντη­ρη­τι­σμού και η στάση της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης απέ­να­ντι στις πολι­τι­κές της Ουγ­γα­ρίας και της Πολω­νίας, λέγο­ντας μεταξύ άλλων ότι «οι χώρες αυτές δεν απει­λού­νται με πραγ­μα­τι­κές και σοβαρές κυρώ­σεις». Στην ερώτηση για το πώς κρίνει τη συμπε­ρι­φορά των διεθνών πολι­τι­κών δρώντων στο φαι­νό­μενο της κλι­μα­τι­κής πολι­τι­κής σχο­λιά­ζει: «η παν­δη­μική κρίση εκτό­ξευσε τη δημο­τι­κό­τητα της σημα­σίας της κλι­μα­τι­κής πολι­τι­κής αλλά όχι για τους σωστούς λόγους…».

• Φτά­νο­ντας στο τέλος της πρώτης θητείας του Εμμα­νουέλ Μακρόν, πώς απο­τι­μάτε την έως τώρα πολι­τική του δια­κυ­βέρ­νηση;

Ο Μακρόν εκλέ­χτηκε στη βάση ενός πολι­τι­κού προ­γράμ­μα­τος, το οποίο κάποιοι τοπο­θε­τού­σαν, κυρίως, στο κέντρο. Ο ίδιος προ­ε­κλο­γικά πολλές φορές προ­σπά­θησε λίγο να θολώσει τα νερά λέγο­ντας ότι θέλει να κάνει ένα μείγμα πολι­τι­κής με δεξιά χαρα­κτη­ρι­στικά, ενώ σε κάποια άλλα θέματα να είναι πιο προ­σε­κτι­κός, να κινηθεί δηλαδή στην κεντρο­α­ρι­στερά. Και αυτό υπό μία έννοια θα έλεγα, παγί­δευσε και ένα μέρος του εκλο­γι­κού σώματος, γιατί πάρα πολλοί άνθρω­ποι ήταν απο­γοη­τευ­μέ­νοι από το γαλλικό σοσια­λι­στικό κόμμα και χωρίς να είναι ιδιαί­τερα ριζο­σπά­στες και να θεωρούν ότι χρειά­ζο­νται πολι­τι­κές μετα­σχη­μα­τι­σμού στή­ρι­ξαν την υπο­ψη­φιό­τητα Μακρόν. Από τη στιγμή που εξελέγη, έγινε γρήγορα ξεκά­θαρο ότι στην πραγ­μα­τι­κό­τητα επρό­κειτο για έναν πολι­τικό υπέρ­μαχο του οικο­νο­μι­κού νέο-φιλελευθερισμού.

Αυτό είναι το βασικό του στίγμα και για αυτό όλη η οικο­νο­μική πολι­τική, την οποία έχει ακο­λου­θή­σει από την αρχή της θητείας του στην ουσία απαντά στις αντι­λή­ψεις που κυριαρ­χούν αυτή τη στιγμή στην Ευρω­παϊκή Ένωση, δηλαδή που ακο­λου­θούν τη γερ­μα­νική ορντο-φιλελεύθερη λογική. Βέβαια, ο Μακρόν δεν απο­τέ­λεσε ένα σημείο μεγάλης αλλαγής στη γαλλική εποχή, καθώς υπάρ­χουν στοι­χεία στην οικο­νο­μική πολι­τική Σαρκοζί και Ολάντ, που ήδη οδη­γού­σαν προς αυτή την κατεύ­θυνση, δηλαδή σε μία πιο νεο­φι­λε­λεύ­θερη κατεύ­θυνση. Απλώς ο Μακρόν εφάρ­μοσε τη νεο­φι­λε­λεύ­θερη συνταγή πολύ πιο ξεκά­θαρα και πιο ακο­μπλε­ξά­ρι­στα, προ­ω­θώ­ντας μία σειρά από νόμους που διευ­κό­λυ­ναν πάρα πολύ την ευε­λι­ξία στην αγορά εργα­σίας, μείωσε πάρα πολύ τα φορο­λο­γικά βάρη για το κεφά­λαιο και για τα μεγάλα εισο­δή­ματα, δηλαδή για τα ανώτερα στρώ­ματα της μεγα­λο­α­στι­κής τάξης και διευ­κό­λυνε περαι­τέρω την απο­δό­μηση του ρόλου των συν­δι­κά­των μειώ­νο­ντας τη σημασία των συλ­λο­γι­κών δια­πραγ­μα­τεύ­σεων. Συγ­χρό­νως, ακριβώς επειδή η πολι­τική Ολάντ δεν ήταν τόσο σκληρά νεο­φι­λε­λεύ­θερη αλλά ήταν πιο ήπια, τα όποια οφέλη εκείνης της περιό­δου τα καρ­πώ­θηκε ο Μακρόν κατά τη διάρ­κεια της θητείας του. Στην οικο­νο­μική πολι­τική συχνά βλέ­πουμε τα απο­τε­λέ­σματα σε μετα­γε­νέ­στερο χρόνο. Αν τώρα επα­νε­κλε­γεί θα πρέπει να αντι­με­τω­πί­σει τις συνέ­πειες της δικής του πολι­τι­κής. Εκεί το παι­χνίδι θα είναι δια­φο­ρε­τικό και για αυτό η πιθανή επα­νε­κλογή του δεν πρέπει να εφη­συ­χά­ζει κανέναν, γιατί αν πραγ­μα­τικά απο­κο­μί­σει τα απο­τε­λέ­σματα της δικής του οικο­νο­μι­κής πολι­τι­κής, η κοι­νω­νική δυσα­ρέ­σκεια είναι πιθανό να αυξηθεί και σε συν­δυα­σμό με την έξαρση των ταυ­το­τι­κών ζητη­μά­των να διευ­κο­λύ­νει ακόμα περισ­σό­τερο την περαι­τέρω άνοδο της ακρο­δε­ξιάς και του γαλ­λι­κού νεο­φα­σι­σμού.

• Σύμφωνα και με τελευ­ταίες δημο­σκο­πή­σεις στον αγώνα για τις γαλ­λι­κές προ­ε­δρι­κές εκλογές φαί­νε­ται ότι δύο από τους τρεις πιο ισχυ­ρούς πολι­τι­κούς παίκτες εντάσ­σο­νται στην ακρο­δε­ξιά. Κατά τη γνώμη σας, πώς έχει μετε­ξε­λι­χθεί το γαλλικό πολι­τικό σκηνικό και ποιοι παρά­γο­ντες ωθούν τους ψηφο­φό­ρους να στρέ­φο­νται προς την ακρο­δε­ξιά;

Ο Λεπε­νι­σμός είναι ένα ιστο­ρικό πολι­τικό φαι­νό­μενο που εμφα­νί­στηκε από τη δεκα­ε­τία του 1970, άρα δεν είναι κάτι και­νούρ­γιο. Πρό­κει­ται για μια μορφή οικο­γε­νειο­κρα­τίας των Λεπέν, η οποία προ­ο­δευ­τικά αύξησε τις δυνά­μεις της σταθερά, σε αντί­θεση με την αρι­στερά που χάνει τις δυνά­μεις της. Ανα­φέ­ρο­μαι στο μακρύ χρόνο, από τη δεκα­ε­τία του 80 μέχρι και σήμερα.

Έχουμε δηλαδή μία αντί­στροφη πορεία: αύξηση της επιρ­ροής της Λεπέ­νι­κης ακρο­δε­ξιάς – γιατί είναι μία μορφή ακρο­δε­ξιάς που έχει συγκε­κρι­μέ­νες ανα­φο­ρές στη γαλλική πολι­τική ιστορία – και συγ­χρό­νως πτώση της αρι­στε­ράς και της κεντρο­α­ρι­στε­ράς.

Η εμφά­νιση του Ερίκ Ζεμούρ ήταν τελείως ανα­πά­ντεχη και για αυτό έχει και όλα τα φώτα της δημο­σιό­τη­τας πάνω του. Αυτός ο άνθρω­πος δεν είναι πολι­τι­κός, είναι δημο­σιο­γρά­φος και έχει μακρά καριέρα στα γαλλικά μέσα, εκφρά­ζο­ντας πάντα ανοιχτά θέσεις ακραία εθνι­κι­στι­κές, ρατσι­στι­κές και ξενο­φο­βι­κές. Το τελευ­ταίο εξάμηνο εισήλθε στο πολι­τικό σκηνικό ανα­πτύσ­σο­ντας έναν καθαρά φυλε­τικό λόγο και καλ­λιερ­γώ­ντας την αντί­ληψη του ‘πολι­τι­σμι­κού πολέμου’ απέ­να­ντι στον οποίο η Γαλλία βρί­σκε­ται αντι­μέ­τωπη. Ακόμα δεν έχει βέβαια ανα­κοι­νώ­σει επίσημα την υπο­ψη­φιό­τητά του, όμως το παρά­δοξο αυτής της ιστο­ρίας είναι ότι έχουμε έναν άνθρωπο, ο οποίος ενώ δεν είναι επίσημα υπο­ψή­φιος, λει­τουρ­γεί οιονεί σαν να είναι υπο­ψή­φιος.

Γενι­κό­τερα, παρα­τη­ρούμε ότι η ακρο­δε­ξιά αποκτά ‘ποικιλίες’ αφού υπάρχει συνο­λι­κό­τερη μετα­τό­πιση του πολι­τι­κού συστή­μα­τος προς τα δεξιά. Η παρα­δο­σιακή δεξιά, δηλαδή οι ρεπου­μπλι­κά­νοι, συντη­ρη­τι­κο­ποιεί­ται, το ίδιο και ο Μακρόν κρί­νο­ντας από την πολι­τική στα ζητή­ματα εγχώ­ριας τάξης και ασφά­λειας.

Η συντη­ρη­τι­κο­ποί­ηση των πολι­τι­κών ελίτ καθρε­φτί­ζει και επη­ρε­ά­ζει ταυ­τό­χρονα το κοι­νω­νικό και εκλο­γικό σώμα σημα­ντικό μέρος του οποίου τείνει να παρα­κο­λου­θεί τις κυρί­αρ­χες τάσεις θεω­ρώ­ντας ότι αυτές οι δυνά­μεις, είτε είναι (σκληρά ή ήπια) ακρο­δε­ξιές, είτε συντη­ρη­τι­κές δεξιές μπορούν να το εκφρά­σουν καλύ­τερα, από ό,τι οι δυνά­μεις της αρι­στε­ράς. Τώρα, γιατί συμ­βαί­νει αυτό; Σίγουρα ένας λόγος είναι ότι η κυβερ­νώσα κεντρο­α­ρι­στερά και η αρι­στερά στη Γαλλία έχουν απο­τύ­χει. Το σοσια­λι­στικό κόμμα κατα­κρη­μνί­στηκε γιατί ακριβώς δεν μπόρεσε να αντα­πο­κρι­θεί στα αιτή­ματα των λαϊκών στρω­μά­των της εργα­τι­κής τάξης και της χαμηλής μεσαίας τάξης, τα οποία αισθάν­θη­καν παρα­τη­μένα. Η γαλλική κεντρο­α­ρι­στερά απευ­θύν­θηκε κατά κύριο λόγο στην αστική Γαλλία, κάνο­ντας το χάσμα με τις περι-αστικές και αγρο­τι­κές περιο­χές της χώρας να μεγα­λώ­νει και οδη­γώ­ντας πολλούς ανθρώ­πους που ανήκουν στα χαμη­λό­τερα στρώ­ματα είτε να κινη­θούν σε άλλους ιδε­ο­λο­γι­κούς χώρους είτε να απέχουν από την πολι­τική. Η Μαρίν Λεπέν και ο Ερίκ Ζεμούρ ανα­πτύσ­σουν διόδους επι­κοι­νω­νίας με αυτά τα στρώ­ματα. Η μέν Λεπέν εισή­γαγε στο πολι­τικό λόγο της στοι­χεία από τη σοσιαλ­δη­μο­κρα­τική ρητο­ρική της δεκα­ε­τίας του 1980. Ο δε Ζεμούρ επεν­δύει στην πολι­τική του μίσους εργα­λειο­ποιώ­ντας την οικο­νο­μική ανα­σφά­λεια που βιώνουν πολλοί Γάλλοι. Κοινή συνι­στα­μένη και των δύο είναι να προσ­δώ­σουν πολι­τι­σμικά και εθνι­κι­στικά χαρα­κτη­ρι­στικά στα κοινωνικο-οικονομικά ζητή­ματα.• Σε περί­πτωση δεύ­τε­ρου γύρου, αν υπο­θέ­σουμε ότι ένας από τους δύο αντι­πά­λους θα είναι ο Εμμα­νουέλ Μακρόν, πώς πιστεύ­ετε θα συμπε­ρι­φερ­θούν οι ψηφο­φό­ροι του ηττη­μέ­νου κόμ­μα­τος από τον ακρο­δε­ξιό πόλο; Θα στη­ρί­ξουν το ιδε­ο­λο­γικά παρεμ­φε­ρές κόμμα;

Αν λάβουμε υπόψη πρό­σφατα δημο­σκο­πικά απο­τε­λέ­σματα (BVA sondage, 19.11), σε περί­πτωση υπο­ψη­φιό­τη­τας του Ερίκ Ζεμούρ, η Μαρίν Λεπέν θα ελάμ­βανε το 18 έως 19% των ψήφων, έναντι 15%. Ενώ θα έπαιρνε μεταξύ 26 και 28% εάν ο Έρικ Ζέμουρ δεν είναι εν τέλει υπο­ψή­φιος. Αυτό σημαί­νει ότι ακόμα και αν στον πρώτο γύρο ο Ζεμούρ μειώσει τα ποσοστά της Λεπέν, η Μαρίν δείχνει να κυριαρ­χεί προς το παρόν. Βέβαια αυτά είναι συγκοι­νω­νού­ντα δοχεία. Αυτή τη στιγμή και υψηλά στελέχη στο κόμμα της Λεπέν φλερ­τά­ρουν έντονα με τον Ζεμούρ και δεν τον απο­κη­ρύσ­σουν. Αυτό που δια­φαί­νε­ται είναι σε περί­πτωση ενός δεύ­τε­ρου γύρου Μακρόν-Λεπέν το σκορ είναι πιο σφιχτό από ό,τι στην περί­πτωση ενός δεύ­τε­ρου γύρου Μακρόν-Ζεμούρ. Πιστεύω πάντως πως όντας συγκοι­νω­νού­ντα δοχεία θα υπάρξει μία αλλη­λο­ϋ­πο­στή­ριξη, καθώς, υπάρχει μία κοινή ιδέα που τους ενώνει. Το μεγάλο αφήγημα σχετικά με το αντι-μεταναστευτικό μένος και την καθα­ρό­τητα του έθνους είναι κοινό. Πρό­κει­ται για μία μορφή αυτού που εκφρά­ζε­ται στην Γαλλία ιστο­ρικά ως ενω­τι­κός εθνι­κι­σμός που είναι μία παλιά ιδε­ο­λο­γία την οποία εξέ­φρα­σαν σε άλλες ιστο­ρι­κές περιό­δους μεγάλες μορφές του γαλ­λι­κού εθνι­κι­σμού. Η Λεπέν βέβαια, απέ­να­ντι στον σκληρό και επι­θε­τικό Ζεμούρ, προ­σπα­θεί να δια­χω­ρί­σει τη θέση της προ­βάλ­λο­ντας μια πιο ήπια εικόνα και ένα πιο ανθρώ­πινο πρόσωπο, αλλά στην πραγ­μα­τι­κό­τητα υπάρ­χουν κοινές συνι­στα­μέ­νες. Στην ουσία απευ­θύ­νο­νται σε ένα κοινό το οποίο μπορεί να ασπά­ζε­ται και τις δύο αυτές εκφάν­σεις.

• Η Ουγ­γα­ρία και η Πολωνία, αν και απο­τε­λούν μέλη της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης, φαί­νε­ται ότι δεν συμ­με­ρί­ζο­νται τις βασικές αρχές της. Με ποιο τρόπο μπορεί να αντι­στα­θεί η Ένωση απέ­να­ντι σε τέτοια φαι­νό­μενα;

Δεν θεωρώ ότι η Ευρω­παϊκή Ένωση είναι ένας οργα­νι­σμός με συνοχή, άρα αυτό μου δημιουρ­γεί προ­βλή­ματα στο να απα­ντήσω, πως η ένωση μπορεί να αντι­στα­θεί σε τέτοια φαι­νό­μενα. Οι χώρες αυτές προ­ω­θούν αντι­δρα­στι­κές πολι­τι­κές που πράγ­ματι είναι προ­βλη­μα­τι­κές και έχουν να κάνουν με την παρα­βί­αση του κράτους δικαίου και των ευρω­παϊ­κών συν­θη­κών, με την παρέμ­βαση στην ανε­ξαρ­τη­σία της εθνικής δικαιο­σύ­νης, αλλά και με την παρα­βί­αση ανθρω­πί­νων δικαιω­μά­των στη δια­χεί­ριση των προ­σφυ­γι­κών ροών. Τα θέματα αυτά είναι πολύ σοβαρά, αλλά παρ΄όλα αυτά οι χώρες αυτές δεν απει­λού­νται με πραγ­μα­τι­κές και σοβαρές κυρώ­σεις. Πώς γίνεται οι αρμό­διες ευρω­παϊ­κές αρχές να μην έχουν προ­χω­ρή­σει στην εφαρ­μογή των Συν­θη­κών σε περί­πτωση παρα­βί­α­σης του κράτους δικαίου αλλά ούτε και τα κράτη της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης ή έστω κάποια από αυτά να μην έχουν συνα­σπι­στεί για να κινη­θούν, πραγ­μα­τικά, με όρους κυρω­τι­κούς απέ­να­ντι στις χώρες αυτές, ενώ το έκαναν σε προη­γού­με­νες χρο­νι­κές περιό­δους πολύ ξεκά­θαρα, όπως για παρά­δειγμα με την Ελλάδα, την Πορ­το­γα­λία και την Ισπανία στα ζητή­ματα της οικο­νο­μι­κής κρίσης; Βέβαια το ίδιο ερώτημα θα μπο­ρούσε να τεθεί και σε σχέση με την τρέ­χουσα αντι-μεταναστευτική πολι­τική της Ελλάδας, τις παρά­νο­μες επα­να­προ­ω­θή­σεις και άρα τις αλλε­πάλ­λη­λες παρα­βιά­σεις των ευρω­παϊ­κών και διεθνών συν­θη­κών από τη χώρα μας. Έχω την αίσθηση ότι για την Ε.Ε υπάρ­χουν δια­φο­ρε­τι­κοί τρόποι δια­χεί­ρι­σης ανάλογα με το ποιες χώρες έχει απέ­να­ντί της και ποια είναι τα ζητή­ματα, και όχι ανάλογα με το κατά πόσο παρα­βιά­ζο­νται βασικές αρχές ή όχι. Για αυτό και η συζή­τηση για το νέο Μετα­να­στευ­τικό Σύμφωνο δείχνει να προωθεί ανι­σο­βα­ρείς πολι­τι­κές μεταξύ των χωρών. Στην πραγ­μα­τι­κό­τητα, λοιπόν, τα μεγάλα κράτη: η Γερ­μα­νία, η Γαλλία και αυτή τη στιγμή και οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης, οι οποίες βρί­σκο­νται σε ένα κοινό άξονα με τη Γερ­μα­νία, δεν θέλουν και δεν έχουν κανένα λόγο να λει­τουρ­γή­σουν διχα­στικά σε σχέση με την Ουγ­γα­ρία και την Πολωνία. Υπάρχει, λοιπόν, μία τερά­στια ανε­κτι­κό­τητα προς τις χώρες αυτές που συν­δέ­ε­ται από την μια με τις ιδιαί­τε­ρες οικο­νο­μι­κές σχέσεις που έχει η Γερ­μα­νία μαζί τους και από την άλλη αντα­να­κλά τη γενι­κό­τερη αντί­ληψη υπέρ της ασφα­λειο­ποί­η­σης της μετα­να­στευ­τι­κής πολι­τι­κής και της πολι­τι­κής ασύλου που προ­ω­θεί­ται εντός της ΕΕ.

• Η κλι­μα­τική αλλαγή είναι ένα από τα πιο καίρια πολι­τικά ζητή­ματα για τα οποία πρέπει να παρθούν πολι­τι­κές απο­φά­σεις. Πώς κρίνετε τη στάση των διεθνών δρώντων ως προς αυτό το θέμα;

Το πρό­βλημα είναι ότι η παν­δη­μική κρίση εκτό­ξευσε τη δημο­τι­κό­τητα της σημα­σίας της κλι­μα­τι­κής πολι­τι­κής αλλά όχι για τους σωστούς λόγους. Έχω την αίσθηση ότι οι οικο­νο­μι­κές ελίτ, το βιο­μη­χα­νικό κεφά­λαιο και τα lobbies που δρουν για λογα­ρια­σμό τους εκμε­ταλ­λεύ­τη­καν το γεγονός ότι λόγω της παν­δη­μίας έχει ανα­πτυ­χθεί μία κρι­σιακή κουλ­τούρα. Καθη­με­ρινά ζούμε σε ένα περι­βάλ­λον αβε­βαιό­τη­τας και καλού­μα­στε να δια­χει­ρι­στούμε αυτή την αβε­βαιό­τητα. Οι μεγα­λύ­τε­ροι ρυπαντές-πολυεθνικές παγκο­σμίως σε συνερ­γα­σία με τις επί­ση­μες κυβερ­νή­σεις καλ­λιερ­γούν αυτήν την κρι­σιακή κουλ­τούρα της αβε­βαιό­τη­τας (και στείρου εκφο­βι­σμού) και στο ζήτημα του κλί­μα­τος αλλά με τους αγο­ραί­ους όρους που αυτοί θέλουν, που δεν είναι φυσικά οι όροι που μπορούν να προ­α­σπί­σουν το κοινό συμ­φέ­ρον. Γιατί, αν πραγ­μα­τικά θέλουν να συζη­τή­σουμε για το κλίμα και για το τι πρέπει να κάνουμε, δεν υπάρχει άλλος τρόπος από το να σχε­διά­σουμε το μέλλον επα­να­φέ­ρο­ντας τον κρατικό και γενι­κό­τερα δημόσιο παρεμ­βα­τι­σμό. Αντ’αυτού διαιω­νί­ζο­νται οι Δια­σκέ­ψεις των ΗΕ όπου η ισχυρή Δύση σε συνερ­γα­σία με τις μεγάλες πολυ­ε­θνι­κές δια­μορ­φώ­νουν κάθε φορά το πλαίσιο της παγκό­σμιας αγοράς του κλί­μα­τος ορί­ζο­ντας αριθ­μη­τι­κούς κλι­μα­τι­κούς στόχους εν τέλει μη επι­τεύ­ξι­μους. H κουλ­τούρα της αβε­βαιό­τη­τας δίνει τερά­στιο χώρο στα μεγάλα ιδιω­τικά συμ­φέ­ρο­νταν και στις φίλα προ­σκεί­με­νες κυβερ­νή­σεις ώστε να δια­μορ­φώ­νουν τις νόρμες κατά το δοκούν και ανάλογα με το πώς πάνε οι αγορές, ποιες είναι οι χρη­μα­τι­στη­ρια­κές αξίες και πώς δια­μορ­φώ­νο­νται οι οικο­νο­μι­κοί αντα­γω­νι­σμοί. Οι ανα­πτυσ­σό­με­νες χώρες, οι κοι­νω­νι­κές οργα­νώ­σεις του οικο­λο­γι­κού ακτι­βι­σμού είναι περι­θω­ριο­ποι­η­μέ­νες, ενώ η Ινδία ανα­πτύσ­σε­ται γοργά, η Κίνα αυξάνει την παρα­γωγή άνθρακα και η οικο­νο­μική βοήθεια προς τις πιο ευά­λω­τες στην κλι­μα­τική αλλαγή χώρες ακόμα ανα­μέ­νε­ται…

Οι πολίτες, όμως, χρειά­ζο­νται ακριβώς το αντί­θετο. Χρειά­ζο­νται κάποιας μορφής βεβαιό­τητα και αυτό δεν μπορεί να επι­τευ­χθεί αν δεν υπάρχει μελ­λο­ντι­κός σχε­δια­σμός. Επειδή όμως η αγοραία κουλ­τούρα της πολι­τι­κής έχει καταρ­ρί­ψει την ιδέα ότι πρέπει να σχε­διά­ζουμε, δεν ξέρουμε πλέον να το κάνουμε. Έχουμε πάψει να ξέρουμε να σχε­διά­ζουμε και η αρι­στερά φυσικά έχει απο­λέ­σει αυτή την ικα­νό­τητα. Αυτό που γίνεται τώρα, λοιπόν, είναι να μιλάμε για την κλι­μα­τική πολι­τική μόνο μέσα από τη χρη­μα­τι­στη­ριακή της αντί­ληψη, μόνο μέσα από την αγορά του άνθρακα, μόνο μέσα από το ρόλο των ιδιω­τι­κών δρώντων και σε αυτό έρχο­νται να προ­στε­θούν οι κυβερ­νή­σεις, οι οποίες στην ουσία λει­τουρ­γούν συμ­βιω­τικά με το κεφά­λαιο και στην ουσία συν­δρά­μουν στην στρα­τη­γική της αβε­βαιό­τη­τας, αντί να σχε­διά­ζουν δημό­σιες μακρο-κλιματικές πολι­τι­κές.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.