Με την υπ’ αριθμ. 174/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) απορρίφθηκε το αίτημα της τράπεζας Πειραιώς να υπαχθεί οφειλέτρια ομόρρυθμη εταιρεία της Ρόδου στη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης των διατάξεων των αρ. 68 επ. ν.4307/2014.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου με την υπ’ αρίθμ. 406/2019 απόφαση, που είχε εκδώσει με την διαδικασία των ασφαλιστικών είχε απορρίψει εξάλλου το αίτημα της τράπεζας να απαγορευθεί οποιαδήποτε νομική ή/και πραγματική μεταβολή του συνόλου της περιουσίας οφειλέτριας ομόρρυθμης εταιρείας της Ρόδου είτε από την ίδια είτε από τους πιστωτές της, να απαγορευθεί κάθε ατομική ή/και συλλογική δίωξη από τους πιστωτές σε βάρος της, συμπεριλαμβανομένων και των πάσης φύσεως μέτρων διοικητικής εκτέλεσης του Ελληνικού Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Φορέων ή/και η συνέχιση τυχόν τέτοιων εκκρεμών μέτρων, να ανασταλεί πάσα αρξάμενη ατομική δίωξη από τους πιστωτές και να απαγορευθεί η λήψη κάθε ασφαλιστικού μέτρου εις βάρος της.
Η εταιρεία κατέστησε σαφές ότι έλαβε από την τράπεζα χρηματοδότηση με πέντε συνολικά συμβάσεις δανείου και με επίκληση πίνακα χρεών επισημαίνει ότι έχοντας λάβει πιστώσεις συνολικού ποσού 15.539.277,20 ευρώ έχει ήδη καταβάλει στο πιστωτικό ίδρυμα ποσό 10.848.359.10 ευρώ δηλαδή το 70% του ληφθέντος κεφαλαίου!
Επεσήμανε παραπέρα ότι η τράπεζα αγνόησε παντελώς την έως την καταγγελία του δανείου συμπεριφορά της και την καταβολή ποσού 70% του ληφθέντος κεφαλαίου και με την πρώτη δυσκολία που συνάντησε λόγω της κρίσης στο χώρο του λιανεμπορίου, ενήργησε εντελώς καταχρηστικά και κατήγγειλε όλες τις συμβάσεις των δανείων.
Η ροδίτικη εταιρεία έχει εξοφλήσει πλέον όλες τις υποχρεώσεις της προς τρίτους (προμηθευτές) και δημόσιο, ΔΕΗ και ΔΕΥΑΡ και η μόνη οφειλή που υπάρχει είναι του υπολοίπου του δανείου της στην τράπεζα Πειραιώς, η οποία είναι πλήρως εξασφαλισμένη με προσημείωση Α σειράς σε ακίνητό της, μεγαλύτερης αξίας από την οφειλή.
Πρόσθεσε παραπέρα ότι η τράπεζα δεν δέχεται προτάσεις ρύθμισης για το υπόλοιπο της οφειλής ενεργώντας εντελώς καταχρηστικά, ενώ τόνισε ότι δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για τη θέση της σε αναγκαστική διαχείριση καθώς δεν υπάρχει μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής.
Η ομόρρυθμη εταιρεία έχει ως αντικείμενο και σκοπό την ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία καταστημάτων πωλήσεως τροφίμων, λιανικώς και χονδρικώς, σούπερ-μάρκετ, ειδών ενδύσεως, νεωτερισμού, την ίδρυση καφετερίας, εστιατορίου, καταστήματος μετά μουσικής, την ανέγερση οικοδομών κατά το σύστημα της αντιπαροχής, την πώληση ηλεκτρικών ειδών κλπ.
Το εταιρικό κεφάλαιο, κατά τη σύστασή της, ανήρχετο στο ποσό των 220.000.000 δρχ. και πλέον μετά από αναπροσαρμογές παραμένει αμετάβλητο στο ποσό των 2.250.000 ευρώ.
Η τράπεζα διατείνεται ότι έχει απαιτήσεις συνολικού ύψους 11 εκατ. ευρώ περίπου από την εταιρεία οι οποίες έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, εκκαθαρισμένες και άμεσα απαιτητές, και μάλιστα αναμένεται ακόμη και η τελεσίδικη δικαστική τους επικύρωση.
Υποστηρίζει παραπέρα ότι οι οφειλές αυτές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2016 κι ότι μετά την καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και την έκδοση σε βάρος της 4 Διαταγών Πληρωμής, υπέβαλε ισάριθμες προτάσεις ρύθμισης οφειλής τις οποίες χαρακτηρίσει, προσχηματικές, αόριστες και μη τεκμηριωμένες με συγκεκριμένα οικονομικά μεγέθη.
Διατείνεται παραπέρα ότι η μοναδική σταθερή εισοδήματος της εταιρείας είναι ένα μίσθωμα που έχει ήδη κατασχεθεί αναγκαστικά από το Ελληνικό Δημόσιο, ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, την τράπεζα και λοιπούς ιδιώτες πιστωτές.
Ισχυρίζεται ότι η εταιρεία βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών της και δεν προβλέπεται ουδεμία οικονομική ανάκαμψή της στο μέλλον.
Συντρέχει σύμφωνα με την τράπεζα ο σκοπός του νομοθέτη του ν.4307/2014, που επιδιώκει μέσω της ειδικής διαχείρισης την ταχεία εκποίηση του ενεργητικού των επιχειρήσεων, μετά των σχετικών συμβάσεων, αδειών κλπ, που δύνανται να διασωθούν, σε ενδιαφερομένους επενδυτές, προκειμένου να αποτραπεί η πτώχευση των επιχειρήσεων και η απαξίωση του ενεργητικού τους.
Επικαλείται δε και έκθεση Ορκωτού Ελεγκτή, η οποία βεβαιώνει ότι η τράπεζα κατέχει κατά της εταιρείας απαιτήσεις που εκπροσωπούν ποσοστό ανώτερο του 86,10 % των συνολικών υποχρεώσεών της.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου έκρινε ότι προκύπτει η πληρωμή από πλευράς της εταιρείας πλήθους υποχρεώσεων χιλιάδων ευρώ προς προμηθευτές, επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, δημόσιο και ΕΦΚΑ, συντρέχουσας και της ελληνικής οικονομικής κρίσης, που έχει επηρεάσει δραματικά τις συναλλαγές, σε συνδυασμό και με την άρνηση της τράπεζας να συμφωνήσει σε ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης και εξορθολογισμού του χρέους της, σημαντικό μέρος εκ του οποίου οφείλεται σε τόκους και προσαυξήσεις επί των δανειακών απαιτήσεων της.
Τονίζει δε ότι ένας από τους σκοπούς του αρ.68 Ν.4307/2014 είναι να αποφευχθεί η απαξίωση της επιχείρησης του νομικού προσώπου και να επιτευχθεί η σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών.
Στόχος είναι να μην σταματήσει να λειτουργεί η επιχείρηση αλλά να αναλάβει την διαχείριση κάποιος τρίτος με σκοπό να ικανοποιηθούν οι πιστωτές από το τίμημα της πώλησης του ενεργητικού της επιχείρησης.
Εν προκειμένω όμως, δεν τίθεται ζήτημα προστασίας της επιχείρησης με την έννοια ότι θα αποφευχθεί η απαξίωσή της και θα συνεχίσει να λειτουργεί, καθώς στην συγκεκριμένη περίπτωση έχει ήδη περιορίσει την δραστηριότητά της δραστικά και εκμεταλλεύεται το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο, μισθώνοντάς το και εισπράττοντας ένα αρκετά υψηλό μίσθωμα.
Την υπόθεση χειρίζεται για λογαριασμό της εταιρείας ο δικηγόρος κ. Στέργος Λεβέντης.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ