ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η προστασία των προσωπικών δεδομένων με βάση τον νέο Κανονισμό, η ουσία απέναντι στην κινδυνολογία

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Μιχάλης Παπαγεωργίου
Μέγεθος γραμμάτων

Μι­χα­ήλ Θ. Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου *

Δι­κη­γό­ρος,

Υπ. Δι­δά­κτωρ Συ­νταγ­μα­τι­κού /Διοι­κη­τι­κού Δι­καί­ου

(Αθήνα/ Cambridge)

Σε πολ­λές πτυ­χές της νο­μο­θε­τι­κής πρω­το­βου­λί­ας, είτε λίγο πριν την τε­λι­κή κα­τάρ­τι­ση της (νο­μο­σχέ­δια), είτε αμέ­σως μετά την ισχύ της (τυ­πι­κός νόμος του κρά­τους, πριν την πρα­κτι­κή εφαρ­μο­γή του), η κιν­δυ­νο­λο­γία και ο εκ­φο­βι­σμός καλ­λιερ­γεί­ται μέσα από την ασά­φεια των «ει­δι­κών» , την επι­πό­λαιη και με­μο­νω­μέ­νη ενη­μέ­ρω­ση των πο­λι­τών και την εν τέλει την άγνοια τους… Στην χώρα μας , δεν είναι λίγες οι φορές για κάθε τι που ακού­γε­ται βα­ρύ­γδου­πο ως νο­μο­θε­τι­κή ρύθ­μι­ση (π.χ. «Κα­νο­νι­σμός Προ­στα­σί­ας Προ­σω­πι­κών Δε­δο­μέ­νων»), μο­ντέρ­νο και ξε­νό­φερ­το (ορο­λο­γί­ες «GDPR και DPO») να γί­νε­ται της «μόδας», ευ­και­ρία κερ­δο­σκο­πί­ας και τε­λι­κώς μετά από σύ­ντο­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα πα­νι­κού να εν­σω­μα­τώ­νε­ται στην έν­νο­μη τάξη, είτε στο επί­πε­δο που της αξί­ζει, είτε ακόμα χει­ρό­τε­ρα, να τί­θε­ται στο πε­ρι­θώ­ριο, χωρίς να υπάρ­χει η απαι­τού­με­νη συ­νέ­πεια σε μία ορ­θο­λο­γι­κή εφαρ­μο­γή και τή­ρη­ση του κα­νο­νι­στι­κού πλαι­σί­ου.

Τα προ­σω­πι­κά δε­δο­μέ­να υπό τη νο­μο­θε­τι­κή πρω­το­βου­λία της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης δεν είναι κάτι και­νού­ριο, απλώς με την ενερ­γο­ποί­η­ση της άμε­σης ισχύ­ος του νέου Κα­νο­νι­σμού 2016/679 του Ευ­ρω­παϊ­κού Κοι­νο­βου­λί­ου και του Συμ­βου­λί­ου της 27ης Απρι­λί­ου 2016 για την προ­στα­σία των φυ­σι­κών προ­σώ­πων ένα­ντι της επε­ξερ­γα­σί­ας των δε­δο­μέ­νων προ­σω­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα και για την ελεύ­θε­ρη κυ­κλο­φο­ρία των δε­δο­μέ­νων αυτών σε κα­τάρ­γη­ση της προη­γού­με­νης οδη­γί­ας 95/46/ΕΚ, το θε­σμι­κό πλαί­σιο α) αυ­στη­ρο­ποιεί­ται, β) συ­μπυ­κνώ­νε­ται σε ενιαία κα­νο­νι­στι­κή κω­δι­κο­ποί­η­ση και γ) υπο­στη­ρί­ζε­ται από αυ­στη­ρά πρό­στι­μα (που ανά­λο­γα με το είδος και το μέ­γε­θος της επι­χεί­ρη­σης, φθά­νουν έως τα 20 εκα­τομ­μύ­ρια ευρώ ή το 4% του συ­νο­λι­κού ετή­σιου κύ­κλου ερ­γα­σιών- αρθ. 83 Καν.).

Αξί­ζει να επι­ση­μαν­θεί πως ο Θε­με­λιώ­δης Νόμος της εθνι­κής μας έν­νο­μης τάξης, το Σύ­νταγ­μα, ήδη από την ανα­θε­ώ­ρη­ση του 2001 έχει με­ρι­μνή­σει εγ­γυ­η­τι­κά σε επί­πε­δο προ­στα­σί­ας των συ­γκε­κρι­μέ­νων δι­καιω­μά­των στο άρθρο 9Α , συ­στή­νο­ντας επι­πρό­σθε­τα τη λει­τουρ­γία αρ­μό­διας ανε­ξάρ­τη­της συ­νταγ­μα­τι­κής αρχής και πα­ρέ­χο­ντας εξου­σιο­δό­τη­ση στο κοινό νόμο για την πε­ραι­τέ­ρω ρυθ­μι­στι­κή προ­στα­σία του ζη­τή­μα­τος. Επι­πλέ­ον, με τις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 25 παρ. 1 του Συ­ντάγ­μα­τος οι αξιώ­σεις των δι­καιω­μά­των προς τον πε­ριο­ρι­σμό του κρά­τους «ισχύ­ουν και στις σχέ­σεις ιδιω­τών στις οποί­ες προ­σι­διά­ζουν». Αυτό ση­μαί­νει ότι τα συ­νταγ­μα­τι­κά δι­καιώ­μα­τα μπο­ρούν –και πρέ­πει- να «τρι­τε­νερ­γούν» και με­τα­ξύ των ιδιω­τών, κάτι που ισχύ­ει και εντο­πί­ζε­ται στην φύση και του συ­γκε­κρι­μέ­νου δι­καιώ­μα­τος της προ­στα­σί­ας προ­σω­πι­κών δε­δο­μέ­νων, όταν πλέον στη σύγ­χρο­νη εποχή φο­ρείς και κέ­ντρα εξου­σί­ας πέρα των κρα­τι­κών μη­χα­νι­σμών ελέγ­χουν, κα­θο­ρί­ζουν, δια­μορ­φώ­νουν και πα­ρεμ­βαί­νουν στη ζωή των πο­λι­τών με δυ­να­μι­κό τρόπο. Ακόμα και αγώ­γι­μες αξιώ­σεις περί προ­σβο­λής της προ­σω­πι­κό­τη­τας και ηθι­κής βλά­βης των άρ­θρων 57-59 του Αστι­κού Κώ­δι­κα (έμ­με­ση τρι­τε­νέρ­γεια) δύ­να­ται να έχουν ως νο­μι­κή τους βάση και την ισχύ­ου­σα συ­νταγ­μα­τι­κή επι­τα­γή.

Στό­χος του νέου πλαι­σί­ου είναι η… ενερ­γη­τι­κή ευαι­σθη­το­ποί­η­ση της αγο­ράς γύρω από τα ζη­τή­μα­τα αυτά, η δια­μόρ­φω­ση δι­και­ι­κής αντί­λη­ψης, πλη­ρο­φό­ρη­σης, καλ­λιέρ­γειας νέας «συ­μπε­ρι­φο­ρι­στι­κής» νο­ο­τρο­πί­ας των πο­λι­τών, η τα­κτο­ποί­η­ση θε­μά­των εξα­γω­γής προ­σω­πι­κών δε­δο­μέ­νων εκτός ΕΕ αλλά και η εναρ­μό­νι­ση όλων των χωρών της ΕΕ υπό αυτό το ενιαίο κα­θε­στώς. Τα στοι­χεία των προ­σω­πι­κών δε­δο­μέ­νων που απο­τε­λούν αντι­κεί­με­νο της εν λόγω προ­στα­σί­ας είναι κατά κύριο λόγο ονό­μα­τα, κω­δι­κοί προ­σώ­πων, στοι­χεία ταυ­το­ποί­η­σης αξιο­ποι­ή­σι­μα στις συ­ναλ­λα­γές του κάθε ατό­μου όπως ΑΔΤ, ΑΦΜ, Αριθμ. Δια­βα­τη­ρί­ου, ΑΜΚΑ, κλπ, διευ­θύν­σεις (φυ­σι­κές και ηλε­κτρο­νι­κές), φω­το­γρα­φί­ες και γε­νι­κά οτι­δή­πο­τε μπο­ρεί να αξιο­ποι­η­θεί για την ταυ­το­ποί­η­ση ενός προ­σώ­που.

Δυ­στυ­χώς, οι μύθοι που αφο­ρούν το τι είναι, τι δεν είναι, το τι πρέ­πει να κά­νου­με, το πόσο θα κο­στί­σει, ανά­με­σα στο δι­κη­γο­ρι­κό κόσμο και στις εν­δια­φε­ρό­με­νες πλευ­ρές ποι­κί­λουν και οδη­γούν σε υπερ­βο­λές . Εσχά­τως κυ­κλο­φο­ρεί ο όρος «Data Protection Officer» για να προσ­διο­ρί­σει τον άν­θρω­πο εκεί­νο μέσα σε μια εται­ρεία- ορ­γα­νι­σμό- επι­χεί­ρη­ση, ο οποί­ος θα είναι γε­νι­κά υπεύ­θυ­νος να συμ­βου­λεύ­ει για το πώς το νο­μι­κό πρό­σω­πο θα εφαρ­μό­ζει σωστά τον κα­νο­νι­σμό. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι ένας ρόλος και όχι μια νέα θέση.

Πρέ­πει, συ­νε­πώς, να γί­νουν σαφή δύο συ­γκε­κρι­μέ­να κρί­σι­μα ζη­τή­μα­τα. Το ένα αφορά το ζή­τη­μα των πι­στο­ποι­ή­σε­ων για την κα­τάρ­τι­ση της γνώ­σης και της πρα­κτι­κής εφαρ­μο­γής του Κα­νο­νι­σμού και το άλλο, τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του προ­σώ­που που δύ­να­ται να ορι­στεί Υπεύ­θυ­νος Προ­σω­πι­κών Δε­δο­μέ­νων. Ζη­τή­μα­τα δη­λα­δή που έχουν μία αλ­λη­λέν­δε­τη-συγ­γε­νι­κή ση­μα­σία για την τε­λι­κή και ορ­θο­λο­γι­κή εφαρ­μο­γή του μέ­τρου.

Η Αρχή Προ­στα­σί­ας ∆εδοµένων Προ­σω­πι­κού Χα­ρα­κτή­ρα δια­τύ­πω­σε με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞ/6007/9-8-2017 Ανα­κοί­νω­ση, ενό­ψει της άμε­σης εφαρ­μο­γής του Γε­νι­κού Κα­νο­νισµού Προ­στα­σί­ας ∆εδοµένων (ΓΚΠ∆) τον Μάϊο του 2018 και της προ­σφο­ράς αρ­κε­τών εκ­παι­δευ­τι­κών προ­γραμ­μά­των/ σεµινα­ρί­ων για τον ρόλο του Υπευ­θύ­νου Προ­στα­σί­ας ∆εδοµένων (Data Protection Officer – DPO), τα εξής:

Στο πλαί­σιο της προ­ώ­θη­σης των εκ­παι­δευ­τι­κών αυτών προ­γραµµάτων, υπάρ­χουν φο­ρείς που υπο­στη­ρί­ζουν ότι η προ­σφε­ρόµενη εκ­παί­δευ­ση απο­τε­λεί ένα προ­πα­ρα­σκευα­στι­κό στά­διο που οδη­γεί σε κά­ποιου τύπου πι­στο­ποί­η­ση «DPO» στην ελ­λη­νι­κή επι­κρά­τεια. Με στόχο την ενη­μέ­ρω­ση των εν­δια­φε­ρο­μέ­νων, η Αρχή επι­σή­μα­νε προς κάθε κα­τεύ­θυν­ση και με σα­φή­νεια ότι: «Η δρα­στη­ριο­ποί­η­ση αυτή της αγο­ράς είναι θε­τι­κή, αφού συμ­βάλ­λει στη με­τα­φο­ρά γνώ­σης και ενη­μέ­ρω­σης σε θέµατα του ΓΚΠ∆, πρέ­πει όμως να τεθεί στην ορθή της διά­στα­ση, απο­φεύ­γο­ντας τη δηµιουρ­γία εσφαλµένων εντυ­πώ­σε­ων ως προς τις σχε­τι­κές απαι­τή­σεις του ΓΚΠ∆ ο οποί­ος , δεν θέτει κά­ποια υπο­χρε­ω­τι­κή απαί­τη­ση για πι­στο­ποί­η­ση του DPO, ούτε καν εν­θαρ­ρύ­νει σχε­τι­κή πι­στο­ποί­η­ση σε προ­αι­ρε­τι­κή βάση. Μέχρι σήµερα κα­νέ­νας φο­ρέ­ας στην Ελ­λά­δα δεν έχει δια­πι­στευ­θεί για να πι­στο­ποιεί τα επαγ­γελµατικά προ­σό­ντα/δε­ξιό­τη­τες ενός DPO. Συ­νε­πώς, οι προ­τει­νόµενες πι­στο­ποι­ή­σεις DPO δεν εµπί­πτουν στην κα­τη­γο­ρία των υφι­στάµενων επίσηµων ελ­λη­νι­κών πι­στο­ποι­ή­σε­ων.»

Η καθ’ ύλην υιο­θέ­τη­ση του Κα­νο­νι­σμού και επα­κό­λου­θα ο ορι­σμός DPO παρά την μέχρι τώρα αο­ρι­στία του και μη πε­ρι­πτω­σιο­λο­γι­κή ανα­φο­ρά του (σε άλλα ζη­τή­μα­τα η Ε.Ε. θέτει διευ­κρι­νι­στι­κό εκτε­νές πα­ράρ­τη­μα των υπο­κει­μέ­νων και αντι­κει­μέ­νων της εκά­στο­τε νο­μο­θε­τι­κής ρύθ­μι­σης) είναι υπο­χρε­ω­τι­κός όταν:

-Η επε­ξερ­γα­σία διε­νερ­γεί­ται από δη­μό­σια αρχή ή δη­μό­σιο φορέα (συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και φυ­σι­κών ή νο­μι­κών προ­σώ­πων δη­μο­σί­ου ή ιδιω­τι­κού δι­καί­ου που ασκούν δη­μό­σια εξου­σία). Εξαι­ρου­μέ­νων των δι­κα­στη­ρί­ων όταν ενερ­γούν υπό τη δι­καιο­δο­τι­κή τους αρ­μο­διό­τη­τα.

-Απαι­τεί­ται τα­κτι­κή και συ­στη­μα­τι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση, χρήση των υπο­κει­μέ­νων των δε­δο­μέ­νων σε με­γά­λη κλί­μα­κα (π.χ. ασφα­λι­στι­κές ή τρα­πε­ζι­κές υπη­ρε­σί­ες, υπη­ρε­σί­ες τη­λε­φω­νί­ας ή δια­δι­κτύ­ου, πα­ρο­χή υπη­ρε­σιών ασφα­λεί­ας, τα­χυ­δρο­μι­κές υπη­ρε­σί­ες και υπη­ρε­σί­ες με­τα­φο­ρών όλες οι μορ­φές πα­ρα­κο­λού­θη­σης και δια­μόρ­φω­σης «προ­φίλ» στο δια­δί­κτυο, όπως για σκο­πούς «συ­μπε­ρι­φο­ρι­κής» δια­φή­μι­σης).

-Διε­νερ­γεί­ται με­γά­λης κλί­μα­κας επε­ξερ­γα­σία ει­δι­κών κα­τη­γο­ριών δε­δο­μέ­νων (π.χ. ευαί­σθη­τα ζη­τή­μα­τα στο πλαί­σιο πα­ρο­χής υπη­ρε­σιών υγεί­ας από νο­σο­κο­μεία) ή δε­δο­μέ­νων προ­σω­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα που αφο­ρούν ποι­νι­κές κα­τα­δί­κες και αδι­κή­μα­τα.

Ο Υπεύ­θυ­νος Προ­στα­σί­ας Δε­δο­μέ­νων (DPO) απλώς διευ­κο­λύ­νει τη συμ­μόρ­φω­ση του υπευ­θύ­νου επε­ξερ­γα­σί­ας και του εκτε­λού­ντος την επε­ξερ­γα­σία με τις δια­τά­ξεις του ΓΚΠΔ και με­σο­λα­βεί με­τα­ξύ των δια­φό­ρων εν­δια­φε­ρο­μέ­νων (π.χ. επο­πτι­κές αρχές και υπο­κεί­με­να των δε­δο­μέ­νων). Ο ρόλος του είναι κα­θα­ρά συμ­βου­λευ­τι­κός (όχι απο­φα­σι­στι­κός) και δεν φέρει προ­σω­πι­κή ευ­θύ­νη για τη μη συμ­μόρ­φω­ση με τον Κα­νο­νι­σμό.

Ταυ­τό­χρο­να ο Υπεύ­θυ­νος Προ­σω­πι­κών Δε­δο­μέ­νων δε­σμεύ­ε­ται νο­μι­κά με αντί­στοι­χες ποι­νι­κές κυ­ρώ­σεις, ως προς το επαγ­γελ­μα­τι­κό του απόρ­ρη­το, την υπο­χρέ­ω­ση εχε­μύ­θιας, μη ανα­κοι­νώ­νο­ντας ή απο­κα­λύ­πτο­ντας σε άλλον γε­γο­νό­τα ή πλη­ρο­φο­ρί­ες που πε­ρι­ήλ­θαν σε γνώση του από τη θέση του κατά την εκτέ­λε­ση των κα­θη­κό­ντων του ή επ’ ευ­και­ρία αυτών, με σκοπό να ωφε­λη­θεί ο ίδιος ή τρί­τος, ή για να βλά­ψει τον υπεύ­θυ­νο επε­ξερ­γα­σί­ας ή τον εκτε­λού­ντα την επε­ξερ­γα­σία ή το υπο­κεί­με­νο των δε­δο­μέ­νων ή οποιον­δή­πο­τε τρίτο.

Εν­δει­κτι­κά τα κα­θή­κο­ντα του «DPO» είναι τα εξής:

α) ενη­με­ρώ­νει και συμ­βου­λεύ­ει τον υπεύ­θυ­νο επε­ξερ­γα­σί­ας ή τον εκτε­λού­ντα την επε­ξερ­γα­σία και τους υπαλ­λή­λους που επε­ξερ­γά­ζο­νται τις υπο­χρε­ώ­σεις τους που απορ­ρέ­ουν από τον πα­ρό­ντα κα­νο­νι­σμό και από άλλες δια­τά­ξεις της Ένω­σης ή του κρά­τους μέ­λους σχε­τι­κά με την προ­στα­σία δε­δο­μέ­νων,

β) πα­ρα­κο­λου­θεί τη συμ­μόρ­φω­ση με τον πα­ρό­ντα κα­νο­νι­σμό, με άλλες δια­τά­ξεις της Ένω­σης ή του κρά­τους μέ­λους σχε­τι­κά με την προ­στα­σία δε­δο­μέ­νων και με τις πο­λι­τι­κές του υπευ­θύ­νου επε­ξερ­γα­σί­ας ή του εκτε­λού­ντος την επε­ξερ­γα­σία σε σχέση με την προ­στα­σία των δε­δο­μέ­νων προ­σω­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων της ανά­θε­σης αρ­μο­διο­τή­των, της ευαι­σθη­το­ποί­η­σης και της κα­τάρ­τι­σης των υπαλ­λή­λων που συμ­με­τέ­χουν στις πρά­ξεις επε­ξερ­γα­σί­ας, και των σχε­τι­κών ελέγ­χων,

γ) πα­ρέ­χει συμ­βου­λές, όταν ζη­τεί­ται, όσον αφορά την εκτί­μη­ση αντι­κτύ­που σχε­τι­κά με την προ­στα­σία των δε­δο­μέ­νων και πα­ρα­κο­λου­θεί την υλο­ποί­η­σή της,

δ) συ­νερ­γά­ζε­ται με την επο­πτι­κή αρχή,

ε) ενερ­γεί ως ση­μείο επι­κοι­νω­νί­ας για την επο­πτι­κή αρχή για ζη­τή­μα­τα που σχε­τί­ζο­νται με την επε­ξερ­γα­σία.

Κατά την εκτέ­λε­ση των κα­θη­κό­ντων του, ο υπεύ­θυ­νος προ­στα­σί­ας δε­δο­μέ­νων λαμ­βά­νει δε­ό­ντως υπόψη τον κίν­δυ­νο που συν­δέ­ε­ται με τις πρά­ξεις επε­ξερ­γα­σί­ας, συ­νε­κτι­μώ­ντας τη φύση, το πεδίο εφαρ­μο­γής, το πλαί­σιο και τους σκο­πούς της επε­ξερ­γα­σί­ας.

Σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 37 του Κα­νο­νι­σμού ρητά ανα­φέ­ρε­ται ότι:

Ο υπεύ­θυ­νος προ­στα­σί­ας δε­δο­μέ­νων διο­ρί­ζε­ται βάσει επαγ­γελ­μα­τι­κών προ­σό­ντων και ιδίως βάσει της εμπει­ρο­γνω­σί­ας που δια­θέ­τει στον τομέα του δι­καί­ου και των πρα­κτι­κών περί προ­στα­σί­ας δε­δο­μέ­νων. Yπεύ­θυ­νος προ­στα­σί­ας δε­δο­μέ­νων μπο­ρεί να είναι μέλος του προ­σω­πι­κού του υπευ­θύ­νου επε­ξερ­γα­σί­ας ή του εκτε­λού­ντος την επε­ξερ­γα­σία ή να ασκεί τα κα­θή­κο­ντά του βάσει σύμ­βα­σης πα­ρο­χής υπη­ρε­σιών.

Συ­νε­πώς, κα­θί­στα­ται σαφές πως προ­σω­πι­κό και ερ­γα­ζό­με­νος του ορ­γα­νι­σμού- εται­ρεί­ας που επι­φορ­τί­ζε­ται ήδη από την φύση των ερ­γα­σια­κών

του κα­θη­κό­ντων να χρη­σι­μο­ποιεί και να επε­ξερ­γά­ζε­ται προ­σω­πι­κά δε­δο­μέ­να κατά το δέον υπεύ­θυ­να , νο­μό­τυ­πα και συ­νε­τά, όχι μόνο δεν απα­γο­ρεύ­ε­ται με οποιασ­δή­πο­τε μορφή σύ­γκρου­σης συμ­φε­ρό­ντων αλλά είναι και θε­μι­τό-επι­διω­κό­με­νο να ανα­λά­βει και το συ­ντο­νι­σμό της εύ­ρυθ­μης λει­τουρ­γί­ας και της σύγ­χρο­νης ορ­θο­λο­γι­κής δια­χεί­ρι­σης τους. Εν­δε­χο­μέ­νως, μία εφά­παξ ει­δι­κευ­μέ­νη τε­χνι­κή υπο­στή­ρι­ξη για την δο­μι­κή εγκα­τά­στα­ση των υπό επε­ξερ­γα­σία δε­δο­μέ­νων και σε νο­μι­κό επί­πε­δο η συμ­βου­λευ­τι­κή απο­σα­φή­νι­ση ορι­σμέ­νων κα­νο­νι­στι­κών ρυθ­μί­σε­ων να είναι εξί­σου θε­μι­τή, αλλά αυτό δεν μπο­ρεί να υπο­στη­ρί­ξει μία «θε­σμι­κή αυ­το­νό­μη­ση» αυτού του ρόλου, δη­μιουρ­γώ­ντας είτε ένα νέο… επάγ­γελ­μα ή μία νέα επι­στη­μο­νι­κή κα­τάρ­τι­ση.

Η Ανε­ξαρ­τη­τη Αρχή απο­σα­φή­νι­σε το ζή­τη­μα της σύ­γκρου­σης συμ­φε­ρό­ντων εξε­τά­ζο­ντας μία συ­γκε­κρι­μέ­νη και μόνο πε­ρί­στα­ση όπου έκανε δεκτή την ύπαρ­ξη κω­λύ­μα­τος (μελών της ίδιας της ελεγ­κτι­κής αρχής), με την υπ’ αριθμ. πρω­τοκ. Γ/ΕΞ/7924/03-11-2017 Γνω­μο­δό­τη­ση της (ΑΡ. 7 /2017) στην πα­ρα­κά­τω ξε­κά­θα­ρη πε­ρί­στα­ση. Συ­γκε­κριµένα, έκρι­νε πως η πα­ρο­χή υπη­ρε­σιών συµβου­λευ­τι­κών, εκ­παι­δευ­τι­κών/επιµορ­φω­τι­κών ή πι­στο­ποί­η­σης σε θέµατα προ­στα­σί­ας δεδοµένων, όπως είναι εκεί­να που ρυθµίζο­νται µε τον ΓΚΠ∆, προ­ϋ­πο­θέ­τει την ερµηνεία κειµένων δια­τά­ξε­ων αλλά, κυ­ρί­ως, ενηµέρωση ή κα­θο­δή­γη­ση ως προς τον τρόπο που αυτές οι δια­τά­ξεις εφαρµόζο­νται στην πράξη.

Εποµένως, αν ο πά­ρο­χος της εκά­στο­τε υπη­ρε­σί­ας είναι µέλος ή υπάλ­λη­λος της Ανε­ξάρ­τη­της Αρχής Προ­σω­πι­κών Δε­δο­μέ­νων ελ­λο­χεύ­ει ο κίν­δυ­νος να δη­μιουρ­γη­θεί σύγ­χυ­ση του υπη­ρε­σια­κού του ρόλου µε την εξω­υ­πη­ρε­σια­κή του δρα­στη­ριό­τη­τα. Επί­σης, εµµέσως επη­ρε­ά­ζε­ται η πι­θα­νή µελ­λο­ντι­κή σχέση «ελεγ­κτή-ελεγ­χόµενου» λόγω της ιδιό­τη­τας του πα­ρό­χου αλλά και της προσ­δο­κί­ας των λη­πτών των υπη­ρε­σιών ότι δεν πα­ρέ­χε­ται σ’ αυ­τούς µόνο η µεγάλη εξει­δί­κευ­ση του συµβού­λου / εκ­παι­δευ­τή στο αντι­κείµενο της προ­στα­σί­ας των δεδοµένων αλλά και η κρίση / γνώµη / σύ­στα­ση / αυ­θε­ντία της Αρχής επί υπο­θέ­σε­ων για τις οποί­ες εν­δέ­χε­ται ο λή­πτης των υπη­ρε­σιών, ως επαγ­γελµατίας, να προ­σφύ­γει στην ΑΠ∆ΠΧ για από­φα­ση / γνωµοδό­τη­ση.

Επι­προ­σθέ­τως, έκρι­νε πως δεν πρέ­πει να πα­ρα­βλέ­πε­ται το γε­γο­νός ότι οποια­δή­πο­τε συ­νερ­γα­σία µέλους/υπαλ­λή­λου της Αρχής µε συ­γκε­κριµένο φορέα πα­ρο­χής υπη­ρε­σιών συµβου­λευ­τι­κών, εκ­παι­δευ­τι­κών/επιµορ­φω­τι­κών ή πι­στο­ποί­η­σης είναι δεδοµένο ότι προσ­δί­δει στο συ­νερ­γα­ζόµενο φορέα ένα συ­γκρι­τι­κό πλε­ο­νέ­κτηµα ένα­ντι των αντα­γω­νι­στών του για τους ίδιους λό­γους που ανα­λύ­θη­καν πα­ρα­πά­νω, δη­λα­δή ότι µετα­φέ­ρε­ται στους λή­πτες των υπη­ρε­σιών εκτός της γνώ­σης και η γνώµη / σύ­στα­ση της Αρχής. Σ’ ένα άκρως αντα­γω­νι­στι­κό πε­ρι­βάλ­λον πα­ρο­χής υπη­ρε­σιών στον τοµέα της προ­στα­σί­ας των προ­σω­πι­κών δεδοµένων, η οποια­δή­πο­τε εµπλοκή της Αρχής µπορεί να θε­ω­ρη­θεί ότι έχει ως στόχο να προ­ω­θή­σει ορισµένους φο­ρείς ένα­ντι άλλων. Είναι λοι­πόν εµφανής η ανά­γκη να προ­στα­τευ­τεί η ΑΠ∆ΠΧ και τα μέλη της ακόµη και από την υπό­νοια ότι συµπράτ­τει µε οποιο­δή­πο­τε εμπλε­κό­με­νο ιδιω­τι­κό φορέα.

Με βάση όλα τα πα­ρα­πά­νω, συ­νο­πτι­κά, αυτό που απαι­τεί­ται στην ουσία (με την ανά­γνω­ση και κα­τα­νό­η­ση απλώς του γράμ­μα­τος του νόμου) είναι η δυ­να­μι­κή πλη­ρο­φό­ρη­ση, προ­σαρ­μο­γή και κα­τάρ­τι­ση του συ­νό­λου του σχε­τι­κού με το ζή­τη­μα προ­σω­πι­κού/δια­χει­ρι­στών των αντί­στοι­χων εν­δια­φε­ρο­μέ­νων «υπη­ρε­σιών» που επε­ξερ­γά­ζο­νται και κα­τέ­χουν μέσω των αρ­χεί­ων τους, σειρά δε­δο­μέ­νων. Με αυτόν τον τρόπο θα δια­μορ­φω­θεί μία νέα παι­δεία, νο­ο­τρο­πία, δια­χεί­ρι­ση και αντί­λη­ψη στη χρήση, ηλε­κτρο­νι­κή και μη, των προ­σω­πι­κών δε­δο­μέ­νων, και μά­λι­στα όπου πραγ­μα­τι­κά απαι­τεί­ται, από τη λει­τουρ­γία και τη φύση της δρα­στη­ριό­τη­τας, εξυ­πη­ρε­τώ­ντας αφε­νός την εύ­ρυθ­μη και ποιο­τι­κό­τε­ρη λει­τουρ­γία του υπο­κει­μέ­νου επε­ξερ­γα­σί­ας και αφε­τέ­ρου τα δι­καιώ­μα­τα των ατό­μων, σε μία εποχή ρα­γδαί­ας τε­χνο­λο­γι­κής εξέ­λι­ξης, άμε­σης πρό­σβα­σης στην οποια­δή­πο­τε πλη­ρο­φο­ρία, αντί­στοι­χου κιν­δύ­νου διά­τρη­σης – έκ­θε­σης ευαί­σθη­των απόρ­ρη­των στοι­χεί­ων και κα­τα­γρα­φής -«φα­κε­λο­ποί­η­σης» δε­δο­μέ­νων που αφο­ρούν σειρά ατο­μι­κών δε­δο­μέ­νων. Η ανά­γκη ασφά­λειας του δι­καί­ου και για την κα­τα­γρα­φή αλλά και για την προ­στα­σία είναι επι­βε­βλη­μέ­νη να γίνει κτήμα των πο­λι­τών και μέ­ρι­μνα της Πο­λι­τεί­ας.

Η συμ­μόρ­φω­ση στο ΓΚΠΔ πρέ­πει να γί­νε­ται χωρίς υπερ­βο­λές… αυ­το­δε­σμεύ­σε­ων, γρα­φειο­κρα­τι­κών εμπο­δί­ων και τε­λι­κώς δη­μιουρ­γί­ας ευ­θυ­νών και εκ­με­τάλ­λευ­σης της αμά­θειας ή κα­λύ­τε­ρα της ημι­μά­θειας για την κερ­δο­σκο­πία λίγων. Ο κρί­σι­μος στό­χος της συμ­μόρ­φω­σης δεν είναι τί­πο­τα άλλο πέρα από τη γνώση και τη συ­νεί­δη­ση της ήδη υφι­στά­με­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και των προ­κλή­σε­ων για την προ­στα­σία του ατό­μου σε ένα πα­γκό­σμιο πε­ρι­βάλ­λον πολ­λα­πλής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

* Μι­χα­ήλ Θ. Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου,

Δι­κη­γό­ρος

Υπ. Δι­δά­κτωρ

Συ­νταγ­μα­τι­κού & Διοι­κη­τι­κού Δι­καί­ου Νο­μι­κής

Σχο­λής Αθη­νών

Ερευ­νη­τής Νο­μι­κής Σχο­λής Πα­νε­πι­στη­μί­ου Cambridge

Επι­στη­μο­νι­κός Συ­νερ­γά­της Wolfson College University of Cambigde

Εθνάρ­χου Μα­κα­ρί­ου 45-

Ρόδος Τ.Κ. 8500,

Τηλ. Επι­κοι­νω­νί­ας 22410-29225 7 6945925525

Ηλεκτ. Τα­χυ­δρ.

[email protected], [email protected]

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.