ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πρακτορεία στο Αφγανιστάν οργανώνουν το «ταξίδι» για Ελλάδα-Διαφημίσεις παντού στο διαδίκτυο

news room 1 λεπτό ανάγνωση
μετανάστες

«Δεν ξέρω τί­πο­τε για τη χώρα σας, μην το πά­ρε­τε άσχη­μα, απλώς δεν ήθελα ποτέ να φτάσω εδώ. Εγώ, στη Γερ­μα­νία πάω», λέει ο Κα­μπίρ. Η Ελ­λά­δα δεν υπήρ­χε καν στα σχέ­διά του, ήταν σαν την Τουρ­κία: μια χώρα – πέ­ρα­σμα προς τα όνει­ρά του. Μοιά­ζει με Ελ­λη­να ή με Ισπα­νό. Εχει σκου­λα­ρί­κι στο αυτί, σαν του­ρί­στας του Αυ­γού­στου, και μι­λά­ει αγ­γλι­κά πιο καλά από μένα.

Ο Κα­μπίρ λέει πως η γλώσ­σα που μι­λά­ει ακόμα πιο καλά, είναι εκεί­νη των υπο­λο­γι­στών, μόνο που το λά­πτοπ του είναι κάπου στο Αφ­γα­νι­στάν, κι εκεί­νος έχει κολ­λή­σει στην Αθήνα. Ξέρει καλά πως το πτυ­χίο προ­γραμ­μα­τι­στή από τη χώρα που γεν­νή­θη­κε ίσως μοιά­ζει με ανέκ­δο­το για τους ερ­γο­δό­τες στην Ευ­ρώ­πη. Ακόμα κι έτσι, το τα­ξί­δι ήταν μο­νό­δρο­μος γι’ αυτόν τον νεαρό απ’ την Κα­μπούλ.

Mέσω Facebook

«Μπήκα στο Facebook, πά­τη­σα μια δια­φή­μι­ση ενός πρα­κτο­ρεί­ου, και ξε­κί­νη­σα», λέει όταν τον ρωτάω πώς απο­φά­σι­σε να φύγει. Ο Κα­μπίρ μου εξη­γεί πως στο Αφ­γα­νι­στάν είναι άπει­ρα τα πρα­κτο­ρεία που στέλ­νουν αν­θρώ­πους στην Ευ­ρώ­πη. «Εχει δια­φη­μί­σεις πα­ντού. Σου λένε πως είναι εύ­κο­λο άμα έχεις λεφτά, σου το πα­ρου­σιά­ζουν σαν τα­ξί­δι ανα­ψυ­χής. Θα μπεις στο αε­ρο­πλά­νο, μια πτήση, ή ένα λε­ω­φο­ρείο για την Τουρ­κία, και μετά τα ελ­λη­νι­κά νησιά είναι δίπλα σου». Οταν στην πόλη σου δεν υπάρ­χει καμιά προ­ο­πτι­κή επι­βί­ω­σης, είναι εύ­κο­λο να πι­στέ­ψεις σε τέ­τοιες υπο­σχέ­σεις. Με το που ξε­κι­νάς, κα­τα­λα­βαί­νεις πως τί­πο­τε στο τα­ξί­δι αυτό δεν είναι εύ­κο­λο.

Ο Κα­μπίρ λέει πως τον είχαν δια­βε­βαιώ­σει ότι θα του έδι­ναν πλα­στά χαρ­τιά, όμως δεν του τα έδω­σαν ποτέ. Εως την Τουρ­κία έφτα­σε χωρίς πολύ κόπο, αλλά μετά όλα άλ­λα­ξαν. Σε μια ακτή του Αι­γαί­ου, απ’ την τουρ­κι­κή πλευ­ρά, το εύ­κο­λο μέρος του τα­ξι­διού τέ­λειω­σε. «Οταν μπή­κα­με στη βάρκα κα­τά­λα­βα πως με γέ­λα­σαν, αλλά ήταν πια αργά», λέει. «Δεν υπήρ­χε καν δια­κι­νη­τής με­τα­να­στών μαζί μας. Είχαν δεί­ξει σ’ ένα παιδί, ένα με­τα­νά­στη πώς να πη­γαί­νει το πη­δά­λιο, του είχαν δώσει κι ένα μα­χαί­ρι να σκί­σει τη βάρκα. Εί­δα­με το Λι­με­νι­κό, και μετά ούτε κα­τά­λα­βα τι έγινε. Πρώτα βρέ­θη­κα στο νερό, και μετά στο τμήμα».

Κι ύστε­ρα, η Αθήνα. Το τη­λέ­φω­νο που του είχε δώσει στην αρχή ο δια­κι­νη­τής να πάρει μόλις φτά­σει στην Ελ­λά­δα, δεν λει­τουρ­γεί και με εκ­πλήσ­σει λέ­γο­ντας ξερά: «Εδώ μοιά­ζει να μη λει­τουρ­γεί ούτε η ίδια η Ελ­λά­δα»… Οι άλλοι Αφ­γα­νοί που βρήκε στην Αθήνα είναι στην ίδια κα­τά­στα­ση μ’ αυτόν, κι όσο για τις ελ­λη­νι­κές αρχές… «Το να ζη­τή­σεις άσυλο στην Ελ­λά­δα μοιά­ζει με κακό αστείο», μου λέει ο νε­α­ρός. Στο «και τώρα τι;» που τον ρωτάω, ο Κα­μπίρ χα­μο­γε­λά. «Πού να ξέρω τι γρά­φει πα­ρα­κά­τω η μοίρα μου;» κάνει. «Το τα­ξί­δι ήταν ζαριά. Τι με ρω­τά­τε; Οταν βλέ­πε­τε κά­ποιον σαν εμένα να πε­τά­ει τη ζωή του στη θά­λασ­σα, δεν το κα­τα­λα­βαί­νε­τε; Δεν υπάρ­χει τί­πο­τε εκεί πίσω. Μόνο μπρο­στά».

Εξα­θλί­ω­ση

Κάπως έτσι, άλ­λω­στε, ξε­κι­νούν όλοι. Ο Κασίμ απ’ το Ιράκ, που τον βρί­σκω σ’ ένα στενό της Ομό­νοιας, ψά­χνει τρόπο να πάει στα Σκό­πια, να μπει στο τρένο για τη Σερ­βία, κι από εκεί, σιγά σιγά, να βρει τον δρόμο για τη Σου­η­δία. Τον ρωτάω πώς του φαί­νε­ται η Ελ­λά­δα. Το πέ­ρα­σμα απ’ τη θά­λασ­σα ήταν δύ­σκο­λο, μου λέει, «αλλά ύστε­ρα από επτά μέρες στην Κω, κα­τά­λα­βα πως υπάρ­χει πάντα ένα ακόμα σκαλί στην εξα­θλί­ω­ση».

Μου λέει για τους νη­σιώ­τες που τον κοί­τα­ζαν κα­χύ­πο­πτα, για τους του­ρί­στες που τον έβλε­παν σαν αξιο­θέ­α­το, και για τους δη­μο­σιο­γρά­φους, που τον αντι­με­τω­πί­ζουν σαν εί­δη­ση. «Κα­νείς δεν με βο­ή­θη­σε», λέει.

«Στο νησί, τάισα τον γιο μου φα­γη­τό για σκυ­λιά. Εγώ έμει­να τρεις μέρες νη­στι­κός».

Κάπου εκεί, ο Κασίμ στα­μά­τη­σε να ελ­πί­ζει στην κα­λο­σύ­νη των ξένων. Οταν πια έφτα­σε στο Πε­δί­ον του Αρεως, απο­φά­σι­σε να πάρει την οι­κο­γέ­νειά του και να χαθεί στην πόλη. Τρώει στα συσ­σί­τια, τρι­γυρ­νά όλη μέρα, και το βράδυ ζει σ’ ένα γιαπί μαζί μ’ άλ­λους οκτώ στο Με­τα­ξουρ­γείο. «Η Αθήνα δεν είναι κα­θό­λου αυτό που νό­μι­ζα», λέει. Ο Κασίμ στη χώρα του ήταν δά­σκα­λος: «Ηξερα για τους αρ­χαί­ους Ελ­λη­νες, αλλά τώρα έμαθα πολλά για τους τω­ρι­νούς Ελ­λη­νες. Οταν πήρα τη­λέ­φω­νο τον Ελ­λη­να που θα μας περ­νού­σε στα Σκό­πια, με ρώ­τη­σε “λεφτά έχεις;”. “Μα έδωσα τα λεφτά στον φίλο σου, στα σύ­νο­ρα”, του απά­ντη­σα. “Ασ’ τα αυτά. Αυτά τα πήρε το κύμα”, μου είπε. “Αμα βρεις άλλα λεφτά, ξα­να­πά­ρε με”».

Αλλη δια­δρο­μή, ίδια μοίρα. Ο Σαΐντ απ’ τη Συρία δεν δυ­σκο­λεύ­τη­κε να πε­ρά­σει τα σύ­νο­ρα για την Τουρ­κία. «Επει­δή έχου­με πό­λε­μο, μας δέ­χο­νται χωρίς βίζα», λέει «κι ύστε­ρα είναι εύ­κο­λο να φτά­σεις στις ακτές της Ευ­ρώ­πης». Το δύ­σκο­λο είναι να επι­βιώ­σεις μετά. Ο Σαΐντ λέει πως πε­ρί­με­νε μήνες σε λίστα ανα­μο­νής μέχρι να μα­ζέ­ψει χρή­μα­τα να τον πε­ρά­σουν οι δου­λέ­μπο­ροι απ’ τη θά­λασ­σα. Του είχαν πει πως θα μπει σ’ ένα με­γά­λο πλοίο, και σε 40 λεπτά θα είναι στην Ελ­λά­δα. Και πως γι’ αυτό κο­στί­ζει τόσο το τα­ξί­δι, για να είναι ασφα­λές. Ο νε­α­ρός που κά­θε­ται δίπλα του στο πα­γκά­κι στην πλα­τεία Κου­μουν­δού­ρου γε­λά­ει που τον ακού­ει. «Κι εσύ τους πί­στε­ψες;» λέει και γε­λά­ει ακόμα πιο πολύ. Ο Σαΐντ κου­νά­ει το κε­φά­λι – «μα δεν μπο­ρού­σα να γυ­ρί­σω και πίσω», λέει. «Πού να πάω; Στις βόμ­βες;».

«Θα πνι­γού­με»

Ο Σαΐντ δα­νεί­στη­κε απ’ όποιον ήξερε, δού­λε­ψε στην Τουρ­κία, και ύστε­ρα από με­ρι­κούς μήνες, μά­ζε­ψε επι­τέ­λους τα χρή­μα­τα. «Πί­στευα πως άξιζε τον κόπο. Πί­στευα πως όλα θα πάνε καλά», λέει. Η γυ­ναί­κα του, η Λεϊλά έλεγε πως οι Ελ­λη­νες είναι καλοί και φι­λό­ξε­νοι, και πως δεν μπο­ρεί, εκεί­νοι θα τους δώ­σουν χαρ­τιά και βο­ή­θεια. Ο Σαΐντ έδωσε τα λεφτά στους δια­κι­νη­τές, και εκεί­νοι τους οδή­γη­σαν στο πλοίο, που υπο­τί­θε­ται πως ήταν «απο­λύ­τως ασφα­λές». Στην ακτή όμως υπήρ­χε μόνο ένα μπα­λω­μέ­νο φου­σκω­τό.

Ο Σαΐντ αντέ­δρα­σε, «θα πνι­γού­με» έλεγε, αλλά οι δια­κι­νη­τές τον απεί­λη­σαν πως αν συ­νε­χί­σει να πα­νι­κο­βάλ­λει τους υπό­λοι­πους, θα τον πυ­ρο­βο­λή­σουν. Η γυ­ναί­κα του για να τον ηρε­μή­σει μπήκε γρή­γο­ρα στη βάρκα. «Η Λεϊλά μου είπε “ό,τι είναι να γίνει θα γίνει. Στην Ελ­λά­δα θα είναι όλα πιο καλά, θα δεις”», λέει ο Σαΐντ. Κι έτσι μπήκα κι εγώ.

Στο τα­ξί­δι δεν είχε καν κύ­μα­τα. Ισως έφται­γε που ση­κώ­θη­καν όλοι με το που είδαν τα φώτα του Λι­με­νι­κού. Οταν η βάρκα πλά­για­σε, τη Λεϊλά την πήρε η θά­λασ­σα. Ο Σαΐντ έπεσε στο νερό, αλλά δεν μπό­ρε­σε να τη βρει και κα­νείς δεν έψαξε να τη βρει. «Ελ­λη­νες και Σύροι εί­μα­στε ίδιοι», λέει ο Σαΐντ. «Καλοί και φι­λό­ξε­νοι, κυ­ρί­ως εάν σ’ έχουν ανά­γκη».

Κα­θη­με­ρι­νή

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.