Με βούλευμα, που εξέδωσε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, έγινε τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε επί της ουσίας η προσφυγή του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας Καζίνο Ρόδου ΑΕ, για την άρση του περιοριστικού όρου της καταβολής εγγυοδοσίας ύψους 5.000 ευρώ άλλως μείωση του ποσού αυτού στα 500 ευρώ, όπως αυτή του επιβλήθηκε μετά την απολογία του ενώπιον της τακτικής Ανακρίτριας Ρόδου, για τα αδικήματα της ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και της υποβολής ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
Θυμίζουμε ότι ελεύθερος χωρίς όρους αφέθηκε μετά την απολογία του πρώην διευθύνων σύμβουλος της ίδιας εταιρείας.
Οι ανωτέρω κατηγορούνται ειδικότερα ότι απέδωσαν ανακριβώς φόρο προστιθέμενης αξίας που αφορούσε τις διαχειριστικές περιόδους (χρήσεις) των ετών 2007 έως και 2011. Ειδικότερα φέρονται να μην απέδωσαν συνολικά το ποσό των 1.117.343,46 ευρώ, οφειλή η οποία έχει ήδη οριστικοποιηθεί μετά την κοινοποίηση των σχετικών πράξεων προσδιορισμού Φ.Π.Α..
Επιπλέον κατηγορούνται ότι στο ίδιο χρονικό διάστημα υπέβαλαν ανακριβή δήλωση και καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες, με το ποσό που δεν αποδόθηκε να ανέρχεται στο ποσό των 3.081.730,11 ευρώ.
Όπως έγραψε η «δημοκρατική», η έρευνα κινήθηκε μετά την ολοκλήρωση τακτικού φορολογικού ελέγχου και το Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων είχε υποβάλει αρμοδίως στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου μηνυτήριες αναφορές.
Συγκεκριμένα οι επιθεωρητές δεν αναγνώρισαν ως έξοδα, που εκπίπτουν, δαπάνες για «complimentary» υπηρεσίες σε πελάτες της επιχείρησης.
Πιο συγκεκριμένα δεν θεωρούν ότι θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στα έξοδα της επιχείρησης οι ναυλώσεις αεροσκαφών για τη μεταφορά πελατών σε οργανωμένα γκρουπς από το Ισραήλ, η κάλυψη των εξόδων διαμονής τους ως και η μη καταβολή του αντιτίμου εισόδου τους στην επιχείρηση.
Τα έξοδα αυτά σε βάθος πενταετίας καλύπτουν το μεγαλύτερο ποσοστό του προστίμου και ήδη η εταιρεία βρίσκεται στην εξαιρετικά δύσκολη θέση να εξετάζει την αναθεώρηση του πλάνου ενίσχυσης της πελατείας της με τουρίστες από το Ισραήλ, ως και διακοπή του προγράμματος ναυλωμένων πτήσεών της.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν, ότι οι εκπρόσωποι της εταιρείας διαμαρτύρονται και για τον πρόσθετο λόγο ότι ανάλογα «complimentary» έξοδα έχουν αναγνωριστεί σε όμοιους φορολογικούς ελέγχους άλλων καζίνο ως νόμιμα.
Απολογούμενος ο πρόεδρος της επιχείρησης επεσήμανε εισαγωγικά ότι όταν η επιχείρηση αδειοδοτήθηκε, προκειμένου να αντεπεξέλθει οικονομικά στόχευσε κυρίως στην πελατεία από το Ισραήλ, προσφέροντας ανταλλάγματα στους πελάτες και συγκεκριμένα δωρεάν διαμονή, αεροπορικά εισιτήρια και διατροφή, αναλόγως των πελατών – παικτών. Επεσήμανε παραπέρα ότι η εταιρεία τελεί σε διαδικασία εξυγιάνσεως βάσει των διατάξεων του άρθρου 106Β του Πτωχευτικού Κώδικα, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 10/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Επί των διαπιστώσεων του φορολογικού ελέγχου επεσήμανε ότι η εταιρεία προσέφυγε νόμιμα και οι λόγοι που προέβαλε έγιναν εν μέρει δεκτοί από τη Φορολογική Αρχή, με αποτέλεσμα να περιορισθούν απλώς τα καταλογιζόμενα ποσά φόρου εισοδήματος και Φ.Π.Α.
Ακολούθησε η υποβολή ενδικοφανούς προσφυγής αλλά παρήλθε άπρακτη η προβλεπομένη προθεσμία των 120 ημερών, χωρίς να εκδοθεί απόφαση, με αποτέλεσμα αυτή να θεωρείται σιωπηρώς απορριφθείσα.
Προσέφυγε στην συνέχεια ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που με την υπ’ αριθμ. 5779/2018 απόφαση του 4ου Τριμελούς Τμήματος του έγινε δεκτή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ενώ σε ό,τι αφορά τους καταλογισμούς του ΦΠΑ εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 5778/2017 απόφαση του ίδιου τμήματος που απέρριψε τους ισχυρισμούς της εταιρείας.
Ο πρόεδρος της επιχείρησης επεσήμανε ότι εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρίς ακόμη να έχει προσδιορισθεί ημερομηνία συζητήσεως αυτής.
Υποστήριξε ακόμη ότι ο τρόπος υπολογισμού της φορολογητέας αξίας από την φορολογική αρχή είναι στρεβλός, διότι αντιμετωπίζει ως δήθεν αφορώσες στις δωρεάν διαμονές όλες τις δαπάνες λειτουργίας του ξενοδοχείου.
Πρόσθεσε εξάλλου ότι όταν υπάρχει έλεγχος από ορκωτούς λογιστές και δεν επισημαίνεται οποιαδήποτε φορολογική παρατυπία σχετικά με τις ακολουθούμενες πρακτικές και εγγραφές, δεν είναι δυνατόν να του προσάπτεται δόλος.
Το δικαστικό συμβούλιο, που εξέτασε την προσφυγή του έκρινε μεταξύ άλλων ότι είναι πρόδηλο στο βαθμό που για μεγάλο μέρος των φερόμενων ως οφειλόμενων φόρων η προγενέστερη υπ’αρ. 5778/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών απέρριψε την προσφυγή της εταιρείας, δεν μπορεί να αναιρεθεί η βασιμότητα των ενδείξεων περί της τελέσεως των υπό διερεύνηση φορολογικών εγκλημάτων και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος, ακόμη και αν τελικώς μετεβλήθη εν μέρει η φορολογητέα ύλη η οποία ελήφθη αρχικά ως βάση υπολογισμού των διαφυγόντων φόρων.
Ως προς τον ισχυρισμό περί οικονομικής αδυναμίας του κατηγορουμένου, αδυναμίας η οποία (κατά τον ίδιο) καθιστά υπέρμετρη και συνεπώς δυσανάλογη την επιβληθείσα σε βάρος του εγγυοδοσία, πρόδηλο κρίθηκε παραπέρα ότι δεν μπορεί να κριθεί βάσιμος.
Ως συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων παρέστη ο δικηγόρος κ. Ακης Δημητριάδης.

Σχολιασμός άρθρου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ