ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αναθεώρηση Συντάγματος: Η πρόταση της ΝΔ για την οριστική διατύπωση των αναθεωρητέων διατάξεων

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Βουλή

Tις προ­τά­σεις της με τις τελικές δια­τυ­πώ­σεις για τις ανα­θε­ω­ρη­τέες δια­τά­ξεις, που ειση­γεί­ται, κατέ­θεσε η ΝΔ.

Ακο­λου­θεί ανα­λυ­τικά η πρόταση της ΝΔ:

«Πρόταση της Νέας Δημο­κρα­τίας προς την Θ’ Ανα­θε­ω­ρη­τική Βουλή των Ελλήνων για την ορι­στική δια­τύ­πωση του περιε­χο­μέ­νου των ανα­θε­ω­ρη­τέων δια­τά­ξεων που καθο­ρί­στη­καν ύστερα από τη συζή­τηση και την απόφαση που ελήφθη από την Ολο­μέ­λεια της Βουλής κατά την ΙΖ’ Κοι­νο­βου­λευ­τική Περίοδο – Δ’ Σύνοδο που διε­ξή­χθη κατά τη συνε­δρί­αση της 14ης Μαρτίου 2019, σύμφωνα με τις δια­τά­ξεις των άρθρων 110 του Συντάγ­μα­τος και 119 του Κανο­νι­σμού της Βουλής.

Η παρά­γρα­φος 1 του Άρθρου 21 του Συντάγ­μα­τος ανα­θε­ω­ρεί­ται ως ακο­λού­θως:

1. Η οικο­γέ­νεια ως θεμέλιο της συντή­ρη­σης και προ­α­γω­γής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρό­τητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προ­στα­σία του Κράτους. Το κράτος μεριμνά για τη δια­σφά­λιση συν­θη­κών αξιο­πρε­πούς δια­βί­ω­σης όλων των πολιτών μέσω ενός συστή­μα­τος ελά­χι­στου εγγυ­η­μέ­νου εισο­δή­μα­τος, όπως νόμος ορίζει.

Η παρά­γρα­φος 4 του Άρθρου 32 του Συντάγ­μα­τος ανα­θε­ω­ρεί­ται ως ακο­λού­θως:

4. Αν δεν επι­τευ­χθεί ούτε και στην τρίτη ψηφο­φο­ρία η αυξη­μένη αυτή πλειο­ψη­φία, η ψηφο­φο­ρία επα­να­λαμ­βά­νε­ται ύστερα από πέντε ημέρες και εκλέ­γε­ται Πρό­ε­δρος της Δημο­κρα­τίας εκείνος που συγκέ­ντρωσε την απόλυτη πλειο­ψη­φία του όλου αριθμού των βου­λευ­τών. Αν δεν επι­τευ­χθεί ούτε αυτή η πλειο­ψη­φία, η ψηφο­φο­ρία επα­να­λαμ­βά­νε­ται ύστερα από πέντε ημέρες και εκλέ­γε­ται Πρό­ε­δρος της Δημο­κρα­τίας εκείνος που συγκέ­ντρωσε τη σχετική πλειο­ψη­φία. Σε περί­πτωση ισο­ψη­φίας, εκλέ­γε­ται Πρό­ε­δρος της Δημο­κρα­τίας εκείνος που συγκέ­ντρωσε μεγα­λύ­τερο αριθμό ψήφων στην πρώτη ψηφο­φο­ρία της προη­γού­με­νης παρα­γρά­φου.

Το Άρθρο 54 του Συντάγ­μα­τος ανα­θε­ω­ρεί­ται με την προ­σθήκη νέας παρα­γρά­φου υπ. αριθμ. 4 ως ακο­λού­θως:

4. Με τον νόμο της παρα­γρά­φου 4 του άρθρου 51 μπορεί να τίθε­νται προ­ϋ­πο­θέ­σεις στην άσκηση του εκλο­γι­κού δικαιώ­μα­τος στον τόπο δια­μο­νής τους από τους εκλο­γείς που κατοι­κούν έξω από την Επι­κρά­τεια, όπως πραγ­μα­τι­κός δεσμός με τη χώρα, αυτο­πρό­σωπη παρου­σία σε εκλο­γικό τμήμα, χρόνος απου­σίας από τη χώρα ή παρου­σία στη χώρα για ορι­σμένο χρόνο στο παρελ­θόν. Με τον νόμο του προη­γού­με­νου εδαφίου μπορεί να ορί­ζε­ται ότι ορι­σμέ­νες θέσεις του ψηφο­δελ­τίου επι­κρα­τείας κάθε κόμ­μα­τος της παρα­γρά­φου 3 του παρό­ντος άρθρου κατα­λαμ­βά­νο­νται υπο­χρε­ω­τικά από από­δη­μους Έλληνες. Νόμος μπορεί να προ­βλέ­πει ότι η ψήφος των εκλο­γέων που ψηφί­ζουν σε εκλο­γικά τμήματα έξω από την Επι­κρά­τεια, δεν προ­σμε­τρά­ται σε συγκε­κρι­μένη εκλο­γική περι­φέ­ρεια αλλά μόνο σε επίπεδο επι­κρα­τείας. Με τον νόμο της παρα­γρά­φου 1 του παρό­ντος άρθρου μπορεί να καθιε­ρώ­νο­νται μία ή περισ­σό­τε­ρες εκλο­γι­κές περι­φέ­ρειες από­δη­μου Ελλη­νι­σμού, κατά παρέκ­κλιση της παρα­γρά­φου 2 του παρό­ντος άρθρου.

Το Άρθρο 62 του Συντάγ­μα­τος ανα­θε­ω­ρεί­ται ως ακο­λού­θως:

Όσο διαρκεί η βου­λευ­τική περί­ο­δος, ο βου­λευ­τής δεν διώ­κε­ται ούτε συλ­λαμ­βά­νε­ται ούτε φυλα­κί­ζε­ται ούτε με άλλο τρόπο περιο­ρί­ζε­ται χωρίς άδεια του Σώματος. Επίσης δεν διώ­κε­ται για πολι­τικά εγκλή­ματα βου­λευ­τής της Βουλής που δια­λύ­θηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανα­κή­ρυξη των βου­λευ­τών της νέας Βουλής. Η άδεια για ποινική δίωξη του βου­λευτή δίδεται από τη Βουλή υπο­χρε­ω­τικά εφόσον η αίτηση της εισαγ­γε­λι­κής αρχής αφορά αδίκημα το οποίο δεν συν­δέ­ε­ται με την άσκηση των καθη­κό­ντων ή την πολι­τική δρα­στη­ριό­τητα του βου­λευτή. Η Βουλή, με ευθύνη του Προ­έ­δρου της, απο­φαί­νε­ται υπο­χρε­ω­τικά σχετικά με το αίτημα μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγ­γε­λέα για δίωξη δια­βι­βά­στηκε στον Πρόεδρο της Βουλής. Η τρίμηνη προ­θε­σμία ανα­στέλ­λε­ται κατά τη διάρ­κεια των δια­κο­πών της Βουλής. Δεν απαι­τεί­ται άδεια για τα αυτό­φωρα κακουρ­γή­ματα.

Η παρά­γρα­φος 2 του Άρθρου 68 του Συντάγ­μα­τος ανα­θε­ω­ρεί­ται ως ακο­λού­θως:

2. Η Βουλή συνιστά από τα μέλη της εξε­τα­στι­κές επι­τρο­πές, με απόφασή της που λαμ­βά­νε­ται με πλειο­ψη­φία των παρό­ντων βου­λευ­τών που δεν μπορεί να είναι κατώ­τερη των δύο πέμπτων του συνόλου των βου­λευ­τών, ύστερα από πρόταση του ενός πέμπτου του όλου αριθμού των βου­λευ­τών. Προ­κει­μέ­νου να συστα­θούν εξε­τα­στι­κές επι­τρο­πές για ζητή­ματα που ανά­γο­νται στην εξω­τε­ρική πολι­τική και την εθνική άμυνα, απαι­τεί­ται απόφαση της Βουλής που λαμ­βά­νε­ται με την απόλυτη πλειο­ψη­φία του όλου αριθμού των βου­λευ­τών. Η Βουλή μπορεί να συνιστά δύο ανά κοι­νο­βου­λευ­τική περίοδο εξε­τα­στι­κές επι­τρο­πές, εφ’ όσον η σχετική πρόταση δέκα του­λά­χι­στον βου­λευ­τών υπερ­ψη­φι­σθεί από τα δύο πέμπτα του συνόλου των βου­λευ­τών, ανε­ξαρ­τή­τως πλειο­ψη­φίας. Τα σχετικά με τη συγκρό­τηση και τη λει­τουρ­γία των επι­τρο­πών αυτών καθο­ρί­ζο­νται από τον Κανο­νι­σμό της Βουλής.

Το Άρθρο 73 του Συντάγ­μα­τος ανα­θε­ω­ρεί­ται με την προ­σθήκη νέας παρα­γρά­φου υπ. αριθμ. 6 ως ακο­λού­θως:

6. Με υπο­γραφή πεντα­κο­σίων χιλιά­δων πολιτών που έχουν δικαί­ωμα ψήφου, μπορούν να καταρ­τί­ζο­νται και να κατα­τί­θε­νται έως δύο ανά κοι­νο­βου­λευ­τική περίοδο προ­τά­σεις νόμων στη Βουλή, οι οποίες με απόφαση του Προ­έ­δρου της παρα­πέ­μπο­νται στην οικεία κοι­νο­βου­λευ­τική επι­τροπή προς επε­ξερ­γα­σία και εν συνε­χεία εισά­γο­νται υπο­χρε­ω­τικά προς συζή­τηση και ψήφιση στην Ολο­μέ­λεια του Σώματος. Οι προ­τά­σεις νόμων του προη­γού­με­νου εδαφίου δεν μπορεί να αφορούν θέματα δημο­σιο­νο­μικά, εξω­τε­ρι­κής πολι­τι­κής και εθνικής άμυνας. Νόμος ορίζει τους όρους και τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις εφαρ­μο­γής της παρού­σας παρα­γρά­φου.

Η παρά­γρα­φος 3 του Άρθρου 86 του Συντάγ­μα­τος ανα­θε­ω­ρεί­ται ως ακο­λού­θως:

3. Πρόταση άσκησης δίωξης υπο­βάλ­λε­ται από τριάντα του­λά­χι­στον βου­λευ­τές. Η Βουλή, με απόφασή της που λαμ­βά­νε­ται με την απόλυτη πλειο­ψη­φία του όλου αριθμού των βου­λευ­τών, συγκρο­τεί ειδική κοι­νο­βου­λευ­τική επι­τροπή για τη διε­νέρ­γεια προ­κα­ταρ­κτι­κής εξέ­τα­σης, δια­φο­ρε­τικά, η πρόταση απορ­ρί­πτε­ται ως προ­δή­λως αβάσιμη. Το πόρισμα της επι­τρο­πής του προη­γού­με­νου εδαφίου εισά­γε­ται στην Ολο­μέ­λεια της Βουλής, η οποία απο­φα­σί­ζει για την άσκηση ή μη δίωξης. Η σχετική απόφαση λαμ­βά­νε­ται με την απόλυτη πλειο­ψη­φία του όλου αριθμού των βου­λευ­τών. Με τη δια­δι­κα­σία και την πλειο­ψη­φία του πρώτου εδαφίου της παρα­γρά­φου αυτής η Βουλή μπορεί οπο­τε­δή­ποτε να ανα­κα­λεί την απόφασή της ή να ανα­στέλ­λει τη δίωξη, την προ­δι­κα­σία ή την κύρια δια­δι­κα­σία.

Η παρά­γρα­φος 5 του Άρθρου 96 του Συντάγ­μα­τος ανα­θε­ω­ρεί­ται ως ακο­λού­θως:

5. Τα στρα­τιω­τικά δικα­στή­ρια του στοι­χείου α’ της προη­γού­με­νης παρα­γρά­φου συγκρο­τού­νται κατά πλειο­ψη­φία από μέλη του δικα­στι­κού σώματος των ενόπλων δυνά­μεων, που περι­βάλ­λο­νται με τις εγγυ­ή­σεις λει­τουρ­γι­κής και προ­σω­πι­κής ανε­ξαρ­τη­σίας των λοιπών τακτι­κών δικα­στι­κών λει­τουρ­γών κατά το άρθρο 87 παρ. 1 του Συντάγ­μα­τος και εξο­μοιώ­νο­νται ως προς όλα με τους τακτι­κούς δικα­στές. Νόμος ορίζει τη βαθ­μο­λο­γική αντι­στοι­χία των δικα­στι­κών λει­τουρ­γών του δικα­στι­κού σώματος ενόπλων δυνά­μεων με τους λοιπούς δικα­στι­κούς λει­τουρ­γούς, τη σύνθεση του Ανώ­τα­του Δικα­στι­κού Συμ­βου­λίου του Σώματος αυτού, των πει­θαρ­χι­κών συμ­βου­λίων του και τα της επι­θε­ώ­ρη­σης. Για τις συνε­δριά­σεις και απο­φά­σεις των δικα­στη­ρίων αυτών εφαρ­μό­ζο­νται οι δια­τά­ξεις των παρα­γρά­φων 2 έως 4 του άρθρου 93. Τα σχετικά με την εφαρ­μογή των δια­τά­ξεων της παρα­γρά­φου αυτής, καθώς και ο χρόνος που θα αρχίσει η ισχύς τους, ορί­ζο­νται με νόμο.

Η παρά­γρα­φος 2 του Άρθρου 101Α του Συντάγ­μα­τος ανα­θε­ω­ρεί­ται ως ακο­λού­θως:

2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την επιλογή και την υπη­ρε­σιακή κατά­σταση του επι­στη­μο­νι­κού και λοιπού προ­σω­πι­κού της υπη­ρε­σίας που οργα­νώ­νε­ται για την υπο­στή­ριξη της λει­τουρ­γίας κάθε ανε­ξάρ­τη­της αρχής. Τα πρόσωπα που στε­λε­χώ­νουν τις ανε­ξάρ­τη­τες αρχές πρέπει να έχουν τα ανάλογα προ­σό­ντα, όπως νόμος ορίζει. Η επιλογή τους γίνεται με απόφαση της Διά­σκε­ψης των Προ­έ­δρων της Βουλής. Η απόφαση λαμ­βά­νε­ται με πλειο­ψη­φία των τριών πέμπτων των μελών της. Η θητεία των μελών των ανε­ξάρ­τη­των αρχών παρα­τεί­νε­ται έως τον διο­ρι­σμό νέων μελών. Τα σχετικά με τη δια­δι­κα­σία επι­λο­γής των μελών των ανε­ξάρ­τη­των αρχών και της λει­τουρ­γίας και των αρμο­διο­τή­των της Διά­σκε­ψης των Προ­έ­δρων της Βουλής ορί­ζο­νται από τον Κανο­νι­σμό της Βουλής.

Το Άρθρο 112, Παρ. 4. του Συντάγ­μα­τος ανα­θε­ω­ρεί­ται ως ακο­λού­θως:

Η παρά­γρα­φος 4 καταρ­γεί­ται.

Το Άρθρο 113 του Συντάγ­μα­τος καταρ­γεί­ται.

Το Άρθρο 114 του Συντάγ­μα­τος καταρ­γεί­ται.

Το Άρθρο 115 του Συντάγ­μα­τος καταρ­γεί­ται.

Το Άρθρο 119, Παρ. 1. του Συντάγ­μα­τος ανα­θε­ω­ρεί­ται ως ακο­λού­θως:

1. Η παρά­γρα­φος 1 καταρ­γεί­ται».

πηγή kathimerini.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.