Ρεπορτάζ

Δημοσιεύθηκε απόφαση του Αρείου Πάγου για ρευματοκλοπή μεγάλης αξίας στη Ρόδο

• Ζ’ Ποινικό Τμήμα απέρριψε αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης, κρίνοντας ότι το κλητήριο  θέσπισμα ήταν επαρκώς προσδιορισμένο, ότι ο ΔΕΔΔΗΕ νομιμοποιείται να υποστηρίζει την κατηγορία και ότι η αιτιολογία για την ενοχή δεν εμφανίζει κενά ή αντιφάσεις

Η απόφαση 1532/2025 του Αρείου Πάγου, του Ζ Ποινικού Τμήματος, που καθαρογράφηκε και δημοσιεύθηκε, αφορά υπόθεση ρευματοκλοπής που αποδόθηκε σε Ροδίτη κατηγορούμενο, με αντικείμενο κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας η οποία, κατά τα δικαστικά πορίσματα, δεν καταγραφόταν κατά τα 2/3 λόγω τεχνικής παρέμβασης σε μετρητική διάταξη, με αποτέλεσμα να αποδίδεται συνολική αξία άνω των 120.000 ευρώ, κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα.
Στο επίκεντρο της απόφασης του ανώτατου δικαστηρίου βρέθηκαν οι αιτιάσεις περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, η ένσταση περί παράνομης παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας από τον ΔΕΔΔΗΕ, καθώς και οι ισχυρισμοί περί ελλιπούς αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης για τη διακεκριμένη κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας. Ο Άρειος Πάγος κατέληξε ότι οι λόγοι αναίρεσης δεν ευσταθούν και επικύρωσε, ως προς την αναιρετική κρίση, την καταδικαστική πορεία της υπόθεσης, επιβάλλοντας στον αναιρεσείοντα δικαστικά έξοδα 800 ευρώ.
Η δικονομική διαδρομή μέχρι την καθαρογραφή και τη δημοσίευση
Η αίτηση αναίρεσης στρεφόταν κατά της υπ’ αριθ. 78, 104, 134/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου.
Στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου παρέστησαν ως υποστηρίζουσες την κατηγορία οι εταιρείες ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ και ΔΕΗ ΑΕ, ενώ το δικαστήριο, μετά την εισαγγελική πρόταση περί απόρριψης, προχώρησε στην αξιολόγηση τόσο του παραδεκτού όσο και της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων.
Ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο κ. Εμμανουήλ Κουτσούκο και οι υποστηρίζουσες την κατηγορία από τους κ.κ. Γεώργιο Μαυρομμάτη, Άγγελο Κωνσταντινίδη και Ιωάννη Μοροζίνη.
Το ιστορικό της αποδιδόμενης ρευματοκλοπής και το τεχνικό εύρημα
Κατά το κατηγορητήριο και τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από τα δικαστήρια της ουσίας, η πράξη τοποθετείται στη Ρόδο και αφορά χρονικό διάστημα από 25 Σεπτεμβρίου 2008 έως 1 Ιουνίου 2015. Η αποδιδόμενη μεθοδολογία συνδέεται με παρέμβαση σε κιβώτιο δοκιμών που παρεμβάλλεται στη μετρητική διάταξη. Το κιβώτιο δοκιμών, όπως περιγράφεται στο αποδεικτικό υλικό, λειτουργεί ως ενδιάμεση διάταξη μεταξύ τριφασικού μετρητή κατανάλωσης και μετασχηματιστών έντασης, επιτρέποντας τη μέτρηση μεγάλης παροχής.
Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, διαπιστώθηκε ότι στους ακροδέκτες έντασης της Β και Γ φάσης είχε τοποθετηθεί υλικό τύπου κόλλα ή βερνίκι, με μονωτικές ιδιότητες, ώστε να διακόπτεται η ηλεκτρική συνέχεια χωρίς να είναι άμεσα εμφανές μακροσκοπικά. Κατά το δικαστικό πόρισμα, η συνέπεια ήταν μηδενική καταγραφή ενέργειας στις 2 από τις 3 φάσεις, άρα μη καταγραφή των 2/3 της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας.
Η υπόθεση συνδέθηκε και με χρονική εξέλιξη ελέγχων. Έγινε δεκτό ότι το 2014 τέθηκε σε λειτουργία σύστημα τηλεμέτρησης που επέτρεψε τον εντοπισμό αποκλίσεων στην κατανάλωση, ενώ στις 4 Σεπτεμβρίου 2014 τοποθετήθηκε ψηφιακός μετρητής. Ακολούθησε αιφνιδιαστικός έλεγχος στις 3 Ιουνίου 2015, κατά τον οποίο εντοπίστηκε παραβίαση. Στη συνέχεια, στις 19 Ιουνίου 2015, τριμελές συνεργείο προχώρησε σε έλεγχο, αφαίρεση μετρητή, αντικατάσταση κιβωτίου δοκιμών, σφράγιση και αποστολή του παραβιασμένου κιβωτίου στην Αθήνα για περαιτέρω έλεγχο.
Σημαντικό ρόλο είχε πραγματογνωμοσύνη με ημερομηνία 12 Δεκεμβρίου 2017, από ηλεκτρολόγους μηχανικούς που είχαν ορισθεί με ανακριτική διάταξη. Η πραγματογνωμοσύνη αποτυπώνει ως εύρημα την επικάλυψη συνδετήρων και περιοχών επαφής με διαφανή ουσία μονωτικού χαρακτήρα, με σκοπό την παρεμπόδιση της συνέχειας στους ακροδέκτες της Β και Γ φάσης.
Παράλληλα, αξιοποιήθηκε συγκριτική εικόνα κατανάλωσης. Το δικαστήριο της ουσίας, όπως αναφέρεται, αξιολόγησε ότι μετά τις 25 Σεπτεμβρίου 2008 εμφανίστηκε εντυπωσιακή πτώση σε μετρήσεις και ότι μετά την αντικατάσταση του κιβωτίου δοκιμών υπήρξε αισθητή αύξηση, σε σύγκριση με αντίστοιχες περιόδους προηγούμενου έτους. Η ανάλυση αυτή συνδέθηκε, στο δικανικό σκεπτικό, με συμπέρασμα περί ύπαρξης παρέμβασης που ωφελούσε την ηλεκτροδοτούμενη επιχείρηση.
Τα οικονομικά μεγέθη που τέθηκαν στη δίκη
Στο πλαίσιο της αποδιδόμενης πράξης, περιγράφηκαν ποσότητες και αξίες. Κατά το κατηγορητήριο, αναφέρθηκε διαφυγούσα ηλεκτρική ενέργεια 3.191.514 Kwh και ποσότητα άεργου 988.270 ΩΧΒ. Η αξία αποτυπώθηκε ως 534.077,79 ευρώ πλέον ΦΠΑ 57.192 ευρώ, με παραπομπή σε πίνακες διαφυγούσας ενέργειας για την περίοδο 25 Σεπτεμβρίου 2008 έως 1 Ιουνίου 2015.
Η καταδίκη στο Εφετείο και το πλαίσιο της κρίσης
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας αξίας άνω των 120.000 ευρώ, κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών, με αναστολή 3 ετών, με αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και δ του ΠΚ.
Η αναιρετική προσβολή επικεντρώθηκε σε σημεία της διαδικασίας και της αιτιολογίας, όχι σε νέα πραγματικά περιστατικά. Ο Άρειος Πάγος, εξετάζοντας την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά, κινήθηκε εντός των ορίων του αναιρετικού ελέγχου, δηλαδή στον έλεγχο ακυροτήτων, αιτιολογίας και ορθής εφαρμογής του νόμου, χωρίς επαναξιολόγηση των αποδείξεων.
Το κλητήριο θέσπισμα και η ένσταση ακυρότητας
Ένας βασικός άξονας της αναίρεσης αφορούσε στην ακρίβεια του κλητηρίου θεσπίσματος. Η ένσταση που είχε τεθεί από την υπεράσπιση εστίαζε στη μη αναφορά του χρόνου διενέργειας ελέγχου από συνεργείο του ΔΕΔΔΗΕ, με επίκληση διάταξης κανονιστικού πλαισίου περί χρονικού ορίου υπολογισμού απωλεσθείσας ενέργειας. Τα δικαστήρια της ουσίας απέρριψαν την ένσταση με σκεπτικό ότι το κλητήριο θέσπισμα δεν απαιτεί λεπτομέρειες που προσιδιάζουν σε αιτιολογημένη δικαστική απόφαση και ότι ο χρόνος τελευταίου ελέγχου δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τον ορισμό της ποινικής κατηγορίας. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η απόρριψη αυτή είχε ειδική και επαρκή αιτιολογία και ότι το κλητήριο θέσπισμα περιέγραφε την πράξη με τρόπο που επέτρεπε στον κατηγορούμενο να προσδιορίσει την κατηγορία.
Με αυτή τη συλλογιστική, απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης που επικαλούνταν απόλυτη ή σχετική ακυρότητα και έλλειψη αιτιολογίας ως προς το ζήτημα του κλητηρίου θεσπίσματος.
Η παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας από τον ΔΕΔΔΗΕ
Δεύτερος κεντρικός πυλώνας ήταν η ένσταση περί παράνομης παράστασης του ΔΕΔΔΗΕ. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι δικαιούχος της αξίας της κλαπείσας ενέργειας είναι άλλος φορέας και ότι ο ΔΕΔΔΗΕ δεν υφίσταται άμεση περιουσιακή ζημία από την κλοπή. Από το δικαστήριο υιοθετήθηκε η κρίση ότι ο ΔΕΔΔΗΕ έχει άμεσο έννομο συμφέρον και μπορεί να θεμελιώνει παράσταση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αφορά κύρος, φήμη και αξιοπιστία, καθώς και λόγω άμεσης ζημίας που συνδέεται με απώλειες από Χρεώσεις Χρήσης Δικτύου.
Η ουσιαστική διάταξη της κλοπής ηλεκτρικής ενέργειας και η αιτιολογία της ενοχής
Ως προς την ουσία, η απόφαση αναπτύσσει το πλαίσιο της κλοπής, με αναφορά ότι κινητό πράγμα θεωρείται και η ενέργεια του ηλεκτρισμού, ενώ περιγράφεται ο συνήθης τρόπος τέλεσης της κλοπής ηλεκτρικής ενέργειας μέσω τεχνικής επέμβασης που οδηγεί σε μειωμένη καταγραφή.
Η αναίρεση προέβαλε ισχυρισμούς περί εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 374 ΠΚ, δηλαδή περί αντιφάσεων ή κενών που θα καθιστούσαν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η απόφαση του Εφετείου περιείχε σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά αιτιολογία, παραθέτοντας τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, τις κατηγορίες αποδεικτικών μέσων και το σκεπτικό υπαγωγής.
Στο ίδιο πλαίσιο, σημειώνεται και η διάκριση μεταξύ παλαιότερης και ισχύουσας μορφής της διάταξης περί διακεκριμένης κλοπής, με παρατήρηση ότι το ποσοτικό κριτήριο των 120.000 ευρώ παραμένει ως στοιχείο διακεκριμένης μορφής, ενώ η ποινική μεταχείριση διαφοροποιείται ως προς το σκέλος της χρηματικής ποινής στο νεότερο πλαίσιο. Η αναιρετική κρίση, ωστόσο, δεν κινήθηκε στη στάθμιση ποινής, αλλά στην ορθότητα εφαρμογής και αιτιολογίας.

Η έμπρακτη μετάνοια, οι καταβολές και οι ισχυρισμοί περί παραγραφής
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην επίκληση έμπρακτης μετάνοιας και σε ισχυρισμούς περί εξάλειψης του αξιοποίνου και παραγραφής. Κατά τα αναφερόμενα, προβλήθηκαν καταβολές συνολικού ύψους 180.896 ευρώ πριν από την πρωτόδικη εκδίκαση, οι οποίες συνδέθηκαν με προσωρινές διαταγές στο πλαίσιο ασφαλιστικών μέτρων.
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι, κατά το μέρος που επιχειρήθηκε θεμελίωση εξάλειψης αξιοποίνου, ο ισχυρισμός ήταν απαράδεκτος ως αόριστος, επειδή δεν περιείχε τα απαιτούμενα στοιχεία περί εκούσιας ικανοποίησης πριν από την πρώτη εξέταση ως υπόπτου ή κατηγορουμένου. Παράλληλα, κρίθηκε ότι ο ισχυρισμός περί μετατροπής της πράξης σε πλημμέλημα λόγω μεταγενέστερων μερικών καταβολών είναι μη νόμιμος, διότι, όταν η πράξη αποδίδεται κατ’ εξακολούθηση και αξιολογείται με βάση τη συνολική αξία κατά το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, η μεταγενέστερη μείωση υπολοίπου δεν αλλάζει τον νομικό χαρακτηρισμό.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου