Η κυρία Μαρία Λαζαράκη, έζησε ως παιδί, τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της νεότερης ιστορίας του Καστελλορίζου.
Το πρωινό της 13 Σεπτεμβρίου 1943 είδε να καταπλέει υπερήφανο το αντιτορπιλικό “Ναύαρχος Κουντουριώτης” στο λιμάνι, φέρνοντας το μήνυμα της Ελευθερίας…
Είδε το Καστελλόριζο να γίνεται πολεμικός στόχος των Γερμανών και στις 17 Οκτωβρίου του 1943 να το βομβαρδίζουν χωρίς οίκτο σκοτώνοντας 40 άτομα.
Μπήκε στο πλοίο και περιπλανώμενη πήρε το δρόμο της προσφυγιάς μαζί με συγγενείς και φίλους φτάνοντας μέχρι την Παλαιστίνη, ζώντας τρία χρόνια σε στρατόπεδα και καταυλισμούς.
Στο πλοίο για τον επαναπατρισμό, είδε στο «Empire Patrol», λίγο μετά τον απόπλου να ξεσπά φωτιά. Αλλοι έπεσαν στη θάλασσα, άλλους τους χτυπούσε το κύμα στις πυρωμένες λαμαρίνες, άλλοι περίμεναν στο φλεγόμενο πλοίο, να ξεκινήσει η επιχείρηση διάσωσης. 33 πρόσφυγες δεν μπόρεσαν να ζήσουν τη χαρά της επιστροφής στα πάτρια εδάφη.
Επιστρέφοντας στο αγαπημένο της νησί, τον Οκτώβριο του 1945, μαζί με μόλις 900 κατοίκους, τη χαρά διαδέχθηκε η απόγνωση και η θλίψη.
Αντίκρισαν ερείπια και καμένα και λεηλατημένα σπίτια… Και άταφους τους νεκρούς των βομβαρδισμών, τους οποίους κήδεψαν ύστερα από τρία χρόνια.
Η αφήγησή της σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξης είναι καθηλωτική… Θυμάται τα πάντα με λεπτομέρειες, σαν να ήταν χθες. «Φοβάστε αυτά που γίνονται σήμερα με τον Ερντογάν;», τη ρωτάω για να απαντήσει ορθά και κοφτά «όχι», αναπολώντας τις στιγμές που Τούρκοι και Καστελλοριζιοί διασκέδαζαν μαζί μετά τον πόλεμο σε μεγάλες γιορτές και μοιράζονταν μαζί τις χαρές τους, πότε από την μια μεριά και πότε από την άλλη…

Συνέντευξη στη
Μαίρη Φώτη

• Κυρία Μαρία, πόσων χρονών είστε;
Εχω γεννηθεί το 1931, είμαι 89 χρονών.
• Κι έχετε ζήσει όλα σας τα χρόνια στο Καστελλόριζο;
Ναι. Μόνο μετά τον πόλεμο πήγα στη Ρόδο και δούλεψα στο Ορφανοτροφείο Αρρένων, στου Κόβα. Τότε ήταν οι Ιταλίδες καλογριές, κι ύστερα δούλεψα άλλα τρία χρόνια με τους Ελληνες. Το 1953 γύρισα στο Καστελλόριζο. Το 1956 παντρεύτηκα, το 1957 γέννησα τον μεγάλο μου γιο. Υστερα, έπιασαν οι Τούρκοι τον άντρα μου, έκανε τρία χρόνια φυλακή στο Αρμαλί, εκεί που γυρίστηκε το Εξπρές του Μεσονυκτίου.
Το μωρό, ήταν τότε 30 ημερών και όταν γύρισε το βρήκε τριών χρονών. Πληρώσαμε τότε 4.500 τουρκικές λίρες, πρόστιμο. Το ‘σκασε από τις φυλακές του Σουλτάν Αχμέτ και πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου τον βοήθησε ο πρόξενός μας, μαζί με την κόρη του. Ηταν κι άλλα δύο άτομα, τους έκρυψαν τρεις μέρες, τότε ήταν το Μπαϊράμι, και με την πρώτη ευκαιρία τους έβαλαν σε ένα καράβι και πήγαν στο Βόλο, από το Βόλο στη Θεσσαλονίκη, από εκεί στη Ρόδο και μετά στο Καστελλόριζο.
• Γιατί τον έπιασαν οι Τούρκοι;
Για αστείο λόγο, τότε τα λιμάνια ήταν κλειστά και τον έπιασαν για δύο τσουβαλάκια καφέ που αντάλλαξε με έναν Τούρκο. Η φυλακή αυτή που τους κρατούσαν, παλιά ήταν αρμένικη εκκλησία που οι Τούρκοι την έκαναν φυλακή και μέσα εκεί είχε φονιάδες και εγκληματίες.
• Τρία χρόνια που έλειπε ο σύζυγος, πώς τα βγάλατε πέρα με ένα μωρό παιδί τριάντα ημερών;
Κουβαλούσα κλαδιά από τα βουνά, δύο γομάρια την ημέρα, και τα πουλούσα. Καθάριζα σπίτια του νησιού. Αλλη μου έδινε 5 δραχμές, άλλη μου έδινε 10 δραχμές, άλλη μου έδινε μισό κιλό ρύζι, ή ένα κουτί γάλα για το μωρό… Ετσι τα έβγαλα πέρα, τυραννήθηκα πολύ.
• Σκληρή ζωή κυρία Μαρία.
Πολύ, αλλά εκείνα τα χρόνια έτσι ήταν.
• Με τους Τούρκους, που ζουν απέναντι, τι σχέση είχατε όλα αυτά τα χρόνια;
Οταν τελείωσε ο πόλεμος, οι Τούρκοι έρχονταν εδώ, διασκεδάζαμε μαζί, κάναμε γιορτές… Και πριν τον πόλεμο ερχόντουσαν, αλλά όταν ήρθαν οι Ιταλοί μας έκλεισαν το λιμάνι. Ομως πρόβλημα μαζί τους δεν είχαμε όλα αυτά τα χρόνια. Μετά ο Ανδρέας Παπανδρέου, μας έκανε το λιμάνι, μας έκανε το αεροδρόμιο, ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Ερχονταν πολλοί Τούρκοι. Τώρα λόγω της αρρώστιας το λιμάνι έκλεισε πάλι, αλλά όταν ανοίξει τα δύο βαποράκια θα ξεκινήσουν τα δρομολόγια από απέναντι, έρχονται δύο φορές την ημέρα.
• Αυτά που γίνονται σήμερα με τον Ερντογάν, όλα αυτά που λέει για στο Καστελλόριζο, σας ανησυχούν, σας φοβίζουν; Θυμάστε να έχουν ξαναγίνει;
Οχι, τέτοια πράγματα δεν έχουν ξαναγίνει. Ούτε και φοβόμαστε. Καλές σχέσεις είχαμε εμείς με τους ανθρώπους απέναντι. Πηγαίναμε κι εμείς, έρχονταν κι εκείνοι. Πολλές φορές πηγαίναμε απέναντι για να αγοράσουμε πράγματα, ήταν πιο εύκολο απ’ ότι να πάμε στη Ρόδο, δεν είχε και πολλά καράβια τότε… Για να καταλάβετε πόσο κοντά είναι, εμείς βλέπουμε τα αυτοκίνητα απέναντι, βλέπουμε τα ζώα τους.


Πρόσφατα γιορτάσατε και τα 77 χρόνια από την απελευθέρωση του Καστελλορίζου. Τη θυμάστε εκείνη την ημέρα;
Βέβαια. Ηταν αυγή, 4 η ώρα το πρωί. Ακούμε στρατό να βγαίνει κάτω στον Νίφτη, κοντά στο νεκροταφείο. Ηρθε το μεγάλο το παπόρι, το “Κουντουριώτης” και αράζει στο Διακούρι, δεν είχαμε λιμάνι τότε. Η μαμά μου με έστειλε εμένα, 9 χρονών τότε, με άλλα κοριτσάκια το πρωί, κατεβήκαμε στο λιμάνι. Βλέπαμε το στρατό. Πήγανε πάνω στο κάστρο και κατεβάσανε την ιταλική σημαία και ανεβάσανε την ελληνική και την αγγλική. Ο στρατός ήταν εγγλέζικος. Μαζέψανε 300 παιδιά Ιταλούς, τους βάλανε στο σχολείο και ήρθε ένα καραβάκι την άλλη μέρα τους έστειλαν στη Χάιφα, στη Παλαιστίνη και από εκεί στην Ιταλία.

• Στο Καστελλόριζο τότε είχε πολλούς κατοίκους;
Το 1937 είχαμε 15.000 κατοίκους. Επειτα άρχισαν να φεύγουν στην Αυστραλία γιατί δεν μπορούσαν να ζήσουν εδώ, δεν υπήρχαν δουλειές. Και τελευταία απομείναμε περίπου 200.
• Για πείτε μας για τους βομβαρδισμούς του Οκτωβρίου του 1943 από τους Γερμανούς. Τι θυμάστε από εκείνη την ημέρα που έχει γραφτεί με μαύρα γράμματα στην ιστορία του νησιού;
Στις 17 Οκτωβρίου, ήρθαν γερμανικά στούκας από τα Μαριτσά από τη Ρόδο, φορτωμένα μπόμπες. Εγώ ήμουν με άλλα 80 παιδάκια στον Αγιο Κωνσταντίνο, λειτουργούσε ο αρχιμανδρίτης μας. Και είχαμε τέσσερις δασκάλους και τέσσερις δασκάλες. Ρίχνουν την πρώτη μπόμπα, πάει στο περιβόλι μέσα, δεν παίρνει φωτιά. Στην αρχή ρίξανε τρεις μπόμπες, πήγαν όλες στο περιβόλι και δεν έσπασε καμιά. Μετά φεύγουν από εκεί, πάνε στο λιμάνι, ρίχνουν τρεις μπόμπες σκοτώνουν 40 άτομα.
Είχα κι ένα κουνιαδάκι 22 χρονών, κατέβαζε ψάρια για να τα πουλήσει, κι εγίνηκε κομματάκια… Είχε μια κοπέλα αρραβωνιασμένη. Βγαίνει η κοπέλα πάνω στο μπαλκόνι, λέει του αρραβωνιαστικού της που ήταν από κάτω “αυτά τα αεροπλάνα είναι δικά μας, είναι συμμαχικά”, τελικά σκοτωθήκανε και οι δύο. Μια κόρη είχε η μάνα της…
• Και από εκεί αρχίζει ο δρόμος της προσφυγιάς κυρία Μαρία;
Μετά τους βομβαρδισμούς, οι Αγγλοι μάς είπαν ότι θα μας πάρουν στο νησί της Κυράς της Ρω, όπου ήταν και η ίδια εκεί με την μάνα της. Το μεσημέρι μπήκαμε οι μισοί σε ένα καραβάκι εγγλέζικο και μας είπαν να μην πάρουμε τίποτα πράγματα μαζί μας. Φύγαμε με τα ρούχα που φορούσαμε, οι μισοί το μεσημέρι και οι άλλοι μισοί το βράδυ σε άλλο παπόρι. Στο παπόρι που φύγαμε εμείς, ήμασταν 750 άτομα. Συνολικά πρέπει να φύγαμε πάνω από 2.000 άτομα εκείνη την ημέρα.
Τελικά ταξιδεύαμε χωρίς να ξέρουμε πού πηγαίναμε… Ξημερώνει και φτάνουμε στην Κύπρο, στη Λεμεσό. Το άλλο καράβι πήγε στη Δεκέλεια. Από τη Λεμεσό, ταξιδεύαμε από τις 6 το πρωί, μέχρι τις 6 το απόγευμα μέχρι που φτάσαμε σε ένα ψηλό βουνό. Βγαίνανε κάθε τόσο οι οδηγοί του εγγλέζικου στρατού, Αφρικάνοι, Ινδοί, και κόβανε σταφύλια για να φάμε. Μετά μας βάλανε στην καραντίνα, κάναμε μπάνιο, μας έδωσαν από ένα κουπάκι του γιαουρτιού σούπα, μια φρυγανιά και ένα κλωναράκι σταφύλι. Κάτσαμε στο βουνό τρεις μέρες.
Μετά από τρεις μέρες, μας κατέβασαν σε ένα παραθαλάσσιο μέρος με παράγκες. Μείναμε εκεί. Οι Κύπριοι μας μαγείρευαν, μας φρόντισαν καλά. Υστερα έγινε ανεμοστρόβιλος, μας πλάκωσαν οι παράγκες, έπεσαν πάνω μας… Μας έβγαλαν οι Αγγλοι, μας βάλανε μέσα στα λεωφορεία, ταξιδεύαμε δυο ώρες και φτάσαμε σε ένα χωριό, όπου μέναμε ανά τρεις οικογένειες στα στρατιωτικά τα σπίτια. Είχανε φύγει οι στρατιώτες και μπήκαμε εμείς οι πρόσφυγες.
Κάτσαμε δυο μήνες. Από εκεί μας κατεβάσανε σε ένα άλλο χωριό, στο Ξερό, εκεί κάτσαμε 6 μήνες. Οι Καστελλοριζιοί του εξωτερικού, έμαθαν ότι άδειασε το Καστελλόριζο και ήμασταν πρόσφυγες, και μας έστελναν λεφτά για να μας μαγειρεύουν οι Κύπριοι και να έχουμε να κινηθούμε. Το 1944, ένα πρωινό, μας ενημέρωσαν ότι θα φύγουμε από την Κύπρο. Μπήκαμε σε ένα τρένο και μας πήγαν στην Αμμόχωστο, μπήκαμε σε καράβια.
Το πρωί ξημέρωνε Πρωτοχρονιά, του Αγίου Βασιλείου. Μας πήρανε στη Χάιφα. Μας βάλανε στα λεωφορεία και μας πήγανε σε έναν στρατόπεδο που είχε κι εκεί σπιτάκια, πάλι ανά τρεις οικογένειες. Εκεί κάτσαμε δυο μήνες. Είχε Σαμιώτες, είχε Θρακιώτες, είχε Θεσσαλονικιούς, είχε στρατιώτες Ελληνες… Ως παιδιά εμάς τότε μας πρόσεχαν πάρα πολύ, μας έβγαζαν βόλτα, παίζαμε όλοι μαζί. Εγώ ήμουν 9 χρονών. Μετά μας βάλανε στο τρένο και πήγαμε στην Παλαιστίνη, πάλι σε στρατόπεδο. Στην αρχή μας βάλανε μέσα σε θαλάμους και μετά μας δώσανε σκηνές όπου σε κάθε μια μείναμε τρεις οικογένειες. Οι νησιώτες, μέναμε όλοι μαζί σε έναν καταυλισμό προσφύγων.

Διασωθέντες ναυαγοί στο H.M.S. Trouncer/ φωτο EPT

• Πόσα χρόνια συνολικά λείπατε από το Καστελλόριζο;
Τρία χρόνια. Οσο λείπαμε, πήγαιναν τα καΐκια τα επίτακτα και αδειάζαν τα σπίτια μας. Πήρε φωτιά ένα σπίτι, οι Αγγλοι δεν έσβησαν τη φωτιά, τα σπίτια ήταν κοντά το ένα με το άλλο, και έτσι πήρε φωτιά όλη η πόλη…
• Πότε γυρίσατε στο νησί σας;
Οταν τελείωσε ο πόλεμος, μας κατέβασαν στο Πορτ Σάιντ με τρένο. Μας βάλανε στο καράβι ημέρα Παρασκευή. Ηρθε ο Σύλλογός μας από το Κάιρο μάς μοίρασε τρόφιμα, ήρθε ο πρωθυπουργός της Αιγύπτου… Το πρωί του Σαββάτου, φάγαμε το πρωινό μας, και μας ανακοίνωσαν ότι αναχωρούμε για το Καστελλόριζο… Πάμε μέσα στο πλοίο. Στη 1 το μεσημέρι, πήγε μια γυναίκα να κάνει για το μωρό της γάλα, πήρε φωτιά η καμπίνα… Δεν μπόρεσε να σβήσει τη φωτιά. Καήκανε ζωντανές οι γριές όλες μέσα στις καμπίνες.
Ο γιατρός ο Πετρίδης, που μετά έγινε δήμαρχος στη Ρόδο, ήταν μαζί μας. Παίρνει τον ασύρματο μαζί με έναν άλλο Καστελλοριζιό, ειδοποιούν για τη φωτιά, πρόλαβαν να φύγουν και πέντε-εξι βάρκες με μωρά παιδιά και τις μανάδες τους…
Εσείς ήσασταν μαζί με τα πρώτα παιδιά που έφυγαν;
Οχι, εγώ ήμουν στο καράβι που καιγόταν. Ηρθε ένα μεγάλο πλοίο που πήγαινε για την Αμερική και στις 6 το απόγευμα του Σαββάτου, έριξε βάρκες και μας μάζευε λίγους λίγους. Δενόμασταν με ένα σκοινί και κατεβαίναμε από το καράβι που καιγόταν, μπαίναμε στις βάρκες για να πάμε στο μεγάλο καράβι. Τελευταία, μια γριούλα, την κατέβασαν και ίσα ίσα που πρόλαβε. Μέσα σε λίγα λεπτά το καράβι βρέθηκε στην πάτο της θάλασσας! Πήγαμε στο μεγάλο παπόρι… εκεί μας κοιτάξαν καλά. Ηταν πια Σάββατο βράδυ. Δευτέρα πρωί πήγαμε πάλι στο Πορτ Σάιντ. Εκεί ήρθε ο Σύλλογος, μάς μοίρασε ρούχα, μας έδωσε φαγητό. Κάτσαμε εκεί μια εβδομάδα. Υστερα μας πήραν κοντά στο Σουέζ όπου μείναμε δυο-τρεις μήνες.
Μετά ήρθε ένα άλλο παπόρι που λεγόταν “Κορυτσά”, μας βάλανε μέσα και πήγαμε πάλι στο Πορτ Σάιντ και από εκεί στο Καστελλόριζο. Φτάσαμε αυγές… Και τι να δούμε… Τα σπίτια μας, καμένα, λεηλατημένα… Το νησί μας μαύρο, κατάμαυρο. Δεν είχαμε σπίτι να μείνουμε. Μαζευτήκαμε στην αγορά, μας βάλανε σε μια παράγκα και μας έδιναν οι Αγγλοι αυγά, τυρί, ξηρά τροφή… Οταν γυρίσαμε από την Παλαιστίνη, θάψαμε και τους νεκρούς μας. Αυτούς που είχαν σκοτωθεί στον βομβαρδισμό, ό,τι είχε απομείνει από αυτούς.
• Ηταν άταφοι τρία χρόνια;
Ναι. Μέσα στις πέτρες, στα σοκάκια και στα ερείπια βρήκαμε τα κόκκαλά τους και τους θάψαμε χωρίς να ξέρουμε ποιος ήταν ποιος. 40 φέρετρα βάλαμε μέσα στον Αγιο Κωνσταντίνο…
• Αυτά πότε;
Το 1945. Οταν γυρίσαμε ήμουν 12 χρονών. Ηρθαν μαραγκοί και τεχνίτες από τη Ρόδο και σιγά σιγά φτιάξαμε τα σπίτια. Με αργούς ρυθμούς από το 1945 και μετά αρχίσαμε να φτιάχνουμε το Καστελλόριζο, με αγώνα και με δουλειά πολλή. Μέχρι που φτάσαμε στο σήμερα.
• Σήμερα σκέφτεστε αυτά που έχετε περάσει, τα φέρνετε στο μυαλό σας;
Πολλές φορές. Ξεχνιούνται αυτά;

Aνδρες του H.M.S. Trouncer διασώζουν ναυαγούς πρόσφυγες/ φωτο EPT

 

 

 

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ