ΕΙΔΗΣΕΙΣ

41 χρόνια από την τουρκική εισβολή: Ο ουρανός έγινε μαύρος, οι πορτοκαλιές μυρίζουν λιβάνι και η μάνα ακόμη καρτερά

news room 3 λεπτά ανάγνωση
εισβολή
Μέγεθος γραμμάτων

Του ΓΙΩΡ­ΓΟΥ ΚΑΛ­ΛΙ­ΝΙ­ΚΟΥ

Όλα τα κα­λο­καί­ρια του Ιούλη είναι καυτά. Εκεί­νο, όμως, ήταν δια­φο­ρε­τι­κό. Ο ου­ρα­νός σκε­πά­στη­κε. Τε­ρά­στια μαύρα που­λιά έκρυ­ψαν το βαθύ μπλε. Άρ­χι­σαν από ψηλά να ρί­χνουν εκα­το­ντά­δες λύ­κους. Την ίδια στιγ­μή, χά­θη­κε και το μπλε της θά­λασ­σας της λα­τρε­μέ­νης Κε­ρύ­νειας. Τι πα­ρά­ξε­νο; Τε­ρά­στια μαύρα κήτη απο­βί­βα­ζαν χι­λιά­δες ύαι­νες. Μαύ­ρος ο ου­ρα­νός, μαύρη και η θά­λασ­σα. Μαύρη και κόκ­κι­νη βά­φτη­κε λίγο μετά και η γη του χρυ­σο­πρά­σι­νου φύλ­λου.

Φω­τιές ξε­πη­δού­σαν από πα­ντού. Οι πύ­ρι­νες γλώσ­σες ρου­φού­σαν αχόρ­τα­γα ό,τι έβρι­σκαν στο πέ­ρα­σμα τους. Ρου­φού­σαν και προ­χω­ρού­σαν. Οι λύκοι και οι ύαι­νες αναρ­ρι­χού­νταν στη ράχη του πα­λι­κα­ρό­βου­νου και στα χωριά και στα αλώ­νια. Αι­μο­βό­ρα, πει­να­σμέ­να, ανα­ζη­τώ­ντας αν­θρώ­πι­νη σάρκα. Αδια­κρί­τως ηλι­κί­ας. Σάρκα να ήταν… Το μαύρο που άφη­ναν πίσω τους οι αδη­φά­γες φλό­γες, ανα­μι­γνύ­ο­νταν με το κόκ­κι­νο αίμα που έρρεε από τα θύ­μα­τα των υαι­νών.

Πα­ντού κυ­ριαρ­χού­σε η οσμή του θα­νά­του…Κάτω από τον καυτό ήλιο και δίπλα από την κάψα της φω­τιάς, κά­ποιοι νέοι να σκά­βουν. Αστα­μά­τη­τα. Αμέ­τρη­τοι τάφοι… Πα­ρα­δί­πλα, με­ρι­κά παι­δά­κια κρα­τά­νε με­ρι­κές φω­το­γρα­φί­ες. Εκεί­νες οι φω­το­γρα­φί­ες ση­μά­δε­ψαν τη ζωή τους για πάντα. Και τη δική μας… Μαζί με εκεί­νες των αντί­σκη­νων, είναι τα απο­λι­θώ­μα­τα που βα­σα­νί­ζουν μό­νι­μα το μυαλό μας.

Πα­ντού κυ­ριαρ­χού­σε ο τρό­μος. Είδα και την ελ­πί­δα. Έτρε­χε κυ­νη­γη­μέ­νη. Πε­ρί­με­νε τη Μη­τέ­ρα να έρθει. Χρό­νια ζούσε με εκεί­νη την προ­σμο­νή. Στις πιο τρα­γι­κές στιγ­μές, οι μη­τέ­ρες γί­νο­νται θυσία για τα παι­διά τους. Οποία απο­γο­ή­τευ­ση. Δεν ήρθε ποτέ. Έχο­ντας ήδη κα­τρα­κυ­λή­σει και βρε­θεί στα τάρ­τα­ρα, η ελ­πί­δα έμαθε την πικρή αλή­θεια. Η Μη­τέ­ρα που γνώ­ρι­σε τότε, δεν ήταν η πραγ­μα­τι­κή. Φο­ρού­σε προ­σω­πείο. Την πραγ­μα­τι­κή την είχαν αλυ­σο­δέ­σει και την πέ­τα­ξαν σε κά­ποιο μπου­ντρού­μι. Το ψεύ­τι­κο προ­σω­πείο το φο­ρού­σε ο Εφιάλ­της. Αυτός δεν θα ερ­χό­ταν ποτέ. Είχε φρο­ντί­σει απλώς, να ανοί­ξει την πόρτα για να ξε­χυ­θούν οι λύκοι και οι ύαι­νες…

Από εκεί­νο το φρι­κτό κα­λο­καί­ρι, μαύ­ρι­σε ο ήλιος. Μαύ­ρι­σε το φεγ­γά­ρι. Μαύ­ρι­σαν και οι ψυχές. Για πάντα… Οι λε­μο­νιές της Λα­πή­θου και οι πορ­το­κα­λιές του Κα­ρα­βά είχαν αν­θί­σει για τε­λευ­ταία φορά. Έκτο­τε, το άρωμά τους χά­θη­κε για πάντα. Κάθε Ιούλη μυ­ρί­ζουν μόνο λι­βά­νι. Κά­νουν κι αυτές το δικό τους μνη­μό­συ­νο!

Από εκεί­νο το φρι­κτό κα­λο­καί­ρι, οι γέροι έχα­σαν το δι­καί­ω­μα να πε­θά­νουν. Πώς να κου­βα­λή­σουν τόσο πόνο στον άλλο κόσμο; Ούτε κι αυτός ο άσπλα­χνος χάρος δεν τους δέ­χε­ται. Τους στέλ­νει πίσω, ζη­τώ­ντας τους να απα­λύ­νουν τον πόνο τους και μετά να επι­στρέ­ψουν για την αιώ­νια ανά­παυ­ση. Ατυ­χής επι­λο­γή. Απλώς, κάθε κα­λο­καί­ρι, ο πόνος τους με­γα­λώ­νει ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Εκεί­νοι που ήταν νέοι τότε; Αυτοί έχα­σαν το δι­καί­ω­μα να κά­νουν όνει­ρα. Ή, του­λά­χι­στον, μόνο όνει­ρα.

Κα­τα­δι­κά­στη­καν τα όνει­ρα τους να συ­νο­δεύ­ο­νται πά­ντο­τε και από εφιάλ­τες. Φορ­τώ­θη­καν το ασή­κω­το βάρος της ευ­θύ­νης να βρουν τρόπο να διώ­ξουν τους λύ­κους και τους ύαι­νες, που έκτο­τε ρί­ζω­σαν. Και όσοι γεν­νή­θη­καν μετά; Αυτοί δεν έχουν εφιάλ­τες από εκεί­νο το φρι­κτό κα­λο­καί­ρι. Απει­λού­νται, όμως, να εγκλω­βι­στούν στο χει­ρό­τε­ρο εφιάλ­τη απ’ όλους. Να δουν τη μοι­ρα­σμέ­νη πα­τρί­δα να με­τα­τρέ­πε­ται σε χα­μέ­νη πα­τρί­δα. Αυτή η απει­λή σκιά­ζει τη δική τους ζωή…

Και η μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νη πα­τρί­δα; Ακόμη αντέ­χει, υπο­μέ­νει και πε­ρι­μέ­νει. Πε­ρι­μέ­νει το πα­λι­κα­ρό­βου­νο να ανα­ση­κώ­σει τη ράχη του και να απο­τι­νά­ξει τους λύ­κους. Πε­ρι­μέ­νει τον ου­ρα­νό να ξα­να­γί­νει μπλε. Δυ­στυ­χώς, αυτό δεν θα το δει ούτε αύριο. Θα δει πάλι τον σουλ­τά­νο της βαρ­βα­ρό­τη­τας να γιορ­τά­ζει 41 χρό­νια μετά, εκεί­νο το πρω­ι­νό, που μαύ­ρι­σαν ο ου­ρα­νός και η θά­λασ­σα… Θα συ­νε­χί­σει, ωστό­σο, να πε­ρι­μέ­νει την στιγ­μή, που τα παι­διά της θα βρουν τη δύ­να­μη και τον τρόπο να αφαι­ρέ­σουν το μαύρο από την ψυχή της!

Έτσι όπως προ­στά­ζει και ο Δη­μή­τρης Λι­πέρ­της: Καρ­τε­ρού­μεν μέραν νύ­χταν/ να φυ­σή­σει ένα αέρας/ στουν τον τόπον πο ‘ν κα­μέ­νος/ τζι’ εν θωρεί ποτέ δρο­σιάν./ Για να φέξει καρ­τε­ρού­μεν/ το φως τζι­ή­νης της μέρας/ πο ‘ν να φέρει στον καθ’ έναν/ τζαι δρο­σιάν τζαι πο­στα­σιάν.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.