ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Οι επιδημίες που δοκίμασαν τη σύγχρονη Ελλάδα

news room 1 λεπτό ανάγνωση
85

«Η ελο­νο­σία ενδη­μούσε στην Ελλάδα του­λά­χι­στον από τα νεο­λι­θικά χρόνια», λέει η ανα­πλη­ρώ­τρια καθη­γή­τρια Νεό­τε­ρης Ελλη­νι­κής Ιστο­ρίας του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών Κατε­ρίνα Γαρδίκα, η οποία τα τελευ­ταία 15 χρόνια έχει επι­κε­ντρω­θεί στην κοι­νω­νική ιστορία της υγείας. Το βιβλίο της «Landscapes of Disease: Malaria in Modern Greece» («Τοπία της ασθέ­νειας: η ελο­νο­σία στη σύγ­χρονη Ελλάδα»), που εκδό­θηκε το 2018, θεω­ρεί­ται κορυ­φαίο επι­στη­μο­νικό έργο. Η κ. Γαρδίκα μίλησε στην «Κ» για τις επι­δη­μίες που άλλαξαν την Ιστορία, ξεκι­νώ­ντας από την ελο­νο­σία, αφού τον 19ο και τον 20ό αιώνα η Ελλάδα είχε το πιο έντονο πρό­βλημα ελο­νο­σίας στην Ευρώπη: ένας στους τρεις ή ένας στους τέσ­σε­ρις Ελληνες πάθαινε ελο­νο­σία κάθε χρόνο.

«Για τη νεότερη εποχή γνω­ρί­ζουμε ότι η ελο­νο­σία ή, με την ιππο­κρα­τική ορο­λο­γία της εποχής, οι δια­λεί­πο­ντες πυρετοί, ως ενδη­μική ασθέ­νεια βρι­σκό­ταν παντού και παρου­σί­αζε κατά καιρούς και κατά τόπους επι­δη­μι­κές εξάρ­σεις. Ο κατα­κερ­μα­τι­σμέ­νος κοι­νω­νι­κός και οικο­νο­μι­κός χώρος, όπως και ο γεω­γρα­φικά κατα­κερ­μα­τι­σμέ­νος χώρος της ελλη­νι­κής χερ­σο­νή­σου, στα­διακά ενο­ποιείτο οικο­νο­μικά και κοι­νω­νικά. Αυτό το φαι­νό­μενο συνο­δευό­ταν από αυξη­μέ­νες επο­χι­κές καθώς και μόνιμες μετα­κι­νή­σεις του πλη­θυ­σμού και, κατά συνέ­πεια, από εξά­πλωση της ελο­νο­σίας».


Το βιβλίο «Landscapes of Disease: Malaria in Modern Greece» («Τοπία της ασθέ­νειας: Η ελο­νο­σία στη σύγ­χρονη Ελλάδα») της αν. καθη­γή­τριας Νεό­τε­ρης Ελλη­νι­κής Ιστο­ρίας του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών, Κατε­ρί­νας Γαρδίκα, θεω­ρεί­ται κορυ­φαίο επι­στη­μο­νικό έργο.

Οι προ­σφυ­γι­κές ροές σε όλο τον 19ο και τις πρώτες δεκα­ε­τίες του 20ού επίσης προ­κα­λού­σαν επι­δη­μι­κές εξάρ­σεις. «Πέρα από τις περι­πέ­τειες των προ­σφύ­γων της Μικράς Ασίας και του Πόντου, που είναι ίσως πιο γνωστές, κάθε προ­σφυ­γική μετα­κί­νηση συνο­δευό­ταν από επι­δη­μίες ελο­νο­σίας. Το ίδιο συνέ­βαινε και με εποι­κι­σμούς πλη­θυ­σμια­κών ομάδων σε πιο παρα­γω­γικά, πεδινά εδάφη ή για την ίδρυση νέων πόλεων.

Χαρα­κτη­ρι­στικό παρά­δειγμα βλέ­πουμε στους Χιώτες πρό­σφυ­γες στο νησί της Σύρου, μετά την κατα­στροφή της Χίου το 1822. Ορι­σμέ­νοι από αυτούς, στη συνέ­χεια, μετε­γκα­τα­στά­θη­καν στον Πειραιά το 1835 με την ίδρυση της πόλης, για να έλθουν και πάλι αντι­μέ­τω­ποι με τους πυρε­τούς και τους θανά­τους των παιδιών τους». Η κυρία Γαρδίκα εξηγεί ότι «η έκθεση των μετα­κι­νού­με­νων πλη­θυ­σμών, που δεν διέ­θε­ταν την προ­στα­σία της ανοσίας, καθι­στούσε την εμφά­νιση μιας επι­δη­μίας ελο­νο­σίας όχι μόνο πολύ πιο έκδηλη αλλά, κυρίως, πιο επι­κίν­δυνη για την ίδια τους τη ζωή. Ο μεγάλος ιστο­ρι­κός Φερνάν Μπρο­ντέλ στο “Η Μεσό­γειος και ο μεσο­γεια­κός κόσμος την εποχή του Φιλίπ­που Β΄” το έχει πει: “Ο εποι­κι­σμός της πεδιά­δας συχνά σημαί­νει να πεθαί­νεις εκεί”. Η τελευ­ταία καθο­λική επι­δη­μία ελο­νο­σίας σε όλη την Ελλάδα συν­δέ­ε­ται με συν­θή­κες πολέμου και κατοχής και είναι η μεγάλη επι­δη­μία ελο­νο­σίας το 1942, μετά την πείνα του προη­γού­με­νου χειμώνα».


Η αν. καθη­γή­τρια Νεό­τε­ρης Ελλη­νι­κής Ιστο­ρίας του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών, Κατε­ρίνα Γαρδίκα.

«Η ελο­νο­σία ενδη­μούσε κυρίως στην ύπαιθρο και συνι­στούσε μέρος της καθη­με­ρι­νό­τη­τας των αγρο­τι­κών πλη­θυ­σμών. Ενώ σκότωνε τα παιδιά τους, η συχνή έκθεση στα παρά­σιτα της νόσου με την πάροδο των ετών τούς εξα­σφά­λιζε μεν ένα επίπεδο ανοσίας, αλλά τους εξα­σθε­νούσε και τους έκανε λιγό­τερο παρα­γω­γι­κούς. Ο “ανθε­λο­νο­σια­κός αγώνας”, που ξεκί­νησε συστη­μα­τικά στο τέλος του 19ου αιώνα, ακο­λου­θούσε τις μεθό­δους που δοκι­μά­ζο­νταν διεθνώς και περι­λάμ­βα­ναν απο­ξη­ράν­σεις, ψεκα­σμούς, χορή­γηση κινίνου και, μια πιο ήπια μέθοδο, τη φύτευση ευκα­λύ­πτων, ένα υδρό­φιλο δένδρο που εισήχθη από την Αυστρα­λία αλλά που έχει κατα­στεί πλέον μέρος του ελλη­νι­κού τοπίου. Οι παρεμ­βά­σεις στο περι­βάλ­λον όμως απο­δεί­χθη­καν ελά­χι­στα απο­τε­λε­σμα­τι­κές και εξαι­ρε­τικά δαπα­νη­ρές. Γι’ αυτό, όταν εισήχθη στην Ελλάδα η χρήση του DDT από τους υγειο­νο­μι­κούς της UNRRA το 1946, οι Ελληνες που είδαν να μειώ­νε­ται η νόσος στο 10% μέσα σε ένα χρόνο, υιο­θέ­τη­σαν τη χρήση του DDT με ζήλο. Ωστόσο, οι ενα­πο­μέ­νου­σες εστίες ελο­νο­σίας ήσαν επί­μο­νες. Απαι­τή­θηκε συστη­μα­τική επι­τή­ρηση της νόσου σε όλη τη χώρα, με εργα­στή­ρια και συνερ­γεία που, μετά την αμε­ρι­κα­νική βοήθεια, μπόρεσε να εξα­σφα­λί­σει η ίδια η μετα­πο­λε­μική οικο­νο­μική ανά­πτυξη της χώρας. Ετσι, η απαλ­λαγή της Ελλάδας από την ελο­νο­σία ήταν ταυ­τό­χρονα και προ­ϋ­πό­θεση και απο­τέ­λε­σμα της οικο­νο­μι­κής ανά­πτυ­ξης».


Διανομή κινίνου σε σχολείο, Μαρα­θώ­νας, 1908.

Παράλ­ληλα με την εξά­λειψη της ελο­νο­σίας, η έλευση των αντι­βιο­τι­κών δημιούρ­γησε την απατηλή βεβαιό­τητα ότι ο άνθρω­πος έχει νικήσει τις μετα­δο­τι­κές ασθέ­νειες.

«To 1980 o Παγκό­σμιος Οργα­νι­σμός Υγείας δια­κή­ρυξε την εξά­λειψη της ευλο­γιάς ύστερα από μια παγκό­σμια, συστη­μα­τική εκστρα­τεία εμβο­λια­σμών, που είχε ξεκι­νή­σει είκοσι ένα χρόνια νωρί­τερα», λέει η κ. Γαρδίκα. «Η ευλογιά παρα­μέ­νει έως σήμερα η μόνη λοι­μώ­δης ασθέ­νεια που έχει εξα­λει­φθεί ύστερα από ανθρώ­πινη προ­σπά­θεια. Αυτό το γεγονός, μαζί με τον περιο­ρι­σμό των άλλων λοι­μω­δών ασθε­νειών χάρη στα αντι­βιο­τικά, απο­κρυ­στάλ­λωνε στην ιατρική κοι­νό­τητα την πεποί­θηση ότι πλη­σί­αζε το τέλος των επι­δη­μιών από αυτές τις ασθέ­νειες. Ωστόσο, αυτή η αισιο­δο­ξία απο­δεί­χθηκε ανε­δα­φική. Η ανά­πτυξη μικρο­βια­κής αντοχής στα αντι­βιο­τικά έχει περιο­ρί­σει επι­κίν­δυνα την απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τητά τους. Παράλ­ληλα, έκανε την εμφά­νισή του το φάσμα των ανα­δυό­με­νων ασθε­νειών (emerging diseases) είτε επρό­κειτο για ευρύ­τερη εξά­πλωση παλαιών, όπως η φυμα­τί­ωση και η ελο­νο­σία, είτε για νέες ασθέ­νειες, όπως το AIDS και ο COVID-19, που κατόρ­θω­σαν να πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν με επι­τυ­χία το άλμα από άλλα είδη θηλα­στι­κών στον άνθρωπο».

Αρχαία ανα­μέ­τρηση

«Είναι ενδια­φέ­ρον ότι το βιβλίο της Λόρι Γκάρετ “The coming plague: newly emerging diseases in a world out of balance”, που κυκλο­φό­ρησε, ήδη από το 1994 απέ­βλεπε στην αφύ­πνιση των κυβερ­νή­σεων και της κοινής γνώμης για τις μελ­λο­ντι­κές απειλές που θα αντι­με­τώ­πιζε η ανθρω­πό­τητα. Στο φαι­νό­μενο των ανα­δυό­με­νων ασθε­νειών συμ­βάλ­λουν οι χωρίς προη­γού­μενο ανθρω­πο­γε­νείς οικο­λο­γι­κές πιέσεις στο περι­βάλ­λον και η υπερ­θέρ­μανση του πλανήτη. Πάντως, η σημε­ρινή παν­δη­μία αιφ­νι­δί­ασε περισ­σό­τερο τις πολι­τι­κές ηγεσίες παρά τους επι­στή­μο­νες, καθώς εκδη­λώ­θηκε μέσα σε ανα­με­νό­μενο πλαίσιο. Η ανα­μέ­τρηση του είδους μας με άλλα είδη στον πλανήτη είναι μια ανα­μέ­τρηση αρχαία από τότε που υφί­στα­ται το ανθρώ­πινο είδος, το οποίο και υπερ­βαί­νει. Τώρα όμως, μετά το σοκ της παν­δη­μίας COVID-19, είναι απα­ραί­τητο να απο­κτή­σουμε ένα ανα­νε­ω­μένο πλαίσιο ανα­φο­ράς: να ζούμε καθη­με­ρινά τη σχέση μας με την υπό­λοιπη ζωή στον πλανήτη. Οπως έγραψε σε πρό­σφατο άρθρο της στον New Yorker η Κέιτ Μπράουν, καθη­γή­τρια στο MIT, “για να αντα­πο­κρι­θούμε πλήρως στα όσα έχουν συμβεί, πρέπει να στο­χα­στούμε πάνω στα παγκό­σμια οικο­λο­γικά δίκτυα που μας συνε­νώ­νουν όλους”».

Οταν η επι­δη­μία χολέρας σκότωσε το 10% των κατοί­κων της Αθήνας

Οι επι­δη­μίες δεν εμφα­νί­ζο­νται τυχαία. Κάθε πολι­τι­σμός έχει τη δική του παν­δη­μία. Η κ. Γαρδίκα εκτιμά ότι αυτός ο προ­βλη­μα­τι­σμός συν­δέ­ε­ται με την έννοια της «δεξα­με­νής ασθε­νειών» από το βιβλίο «Plagues and Peoples» του Ουίλιαμ Χ. Μακνίλ, του συγ­γρα­φέα της «Ανόδου της Δύσης» και της «Μετα­μόρ­φω­σης της Ελλάδας». «Σύμφωνα με τον Μακνίλ, κάθε αρχική συνά­ντηση ανθρώ­πων και μικρο­βίων ή ιών προ­κα­λούσε στους ανθρώ­πους σφοδρή επι­δη­μία. Οσοι επι­βί­ω­ναν, κλη­ρο­δο­τού­σαν στους απο­γό­νους τους τις ανθε­κτι­κές γενε­τι­κές τους ιδιό­τη­τες. Ετσι στα­διακά οι κοι­νω­νίες, μέσα στα όρια ευρύ­τε­ρων πολι­τι­σμι­κών συνόλων, ανέ­πτυσ­σαν την ανοσία τους και στα­θε­ρο­ποιού­νταν τα επι­δη­μιο­λο­γικά χαρα­κτη­ρι­στικά τους σε μια ιστο­ρική “δεξα­μενή ασθε­νειών”, έννοια κεντρική στην ανάλυση του Μακνίλ. Στις συνα­ντή­σεις τους όμως με ξένους λαούς, οι φορείς του παλαιού, επι­δη­μιο­λο­γικά δοκι­μα­σμέ­νου, πολι­τι­σμέ­νου κόσμου διέ­θε­ταν ένα φονικό πλε­ο­νέ­κτημα και γίνο­νταν πρό­ξε­νοι σοβαρών επι­δη­μιών στους παρ­θέ­νους ξένους λαούς. Χαρα­κτη­ρι­στικό παρά­δειγμα τέτοιας τρα­γι­κής συνά­ντη­σης απο­τε­λεί η εξό­ντωση των παλαιών αμε­ρι­κα­νι­κών πολι­τι­σμών από τις ασθέ­νειες των Ευρω­παίων κατα­κτη­τών γύρω στο 1500».


Αυτο­πορ­τρέτο του Εντβαρτ Μουνκ την περίοδο που είχε προ­σβλη­θεί από την ισπα­νική γρίπη (1919), αλλά επέζησε.

Για την αντι­με­τώ­πιση των επι­δη­μιών υπάρ­χουν δύο επι­λο­γές: τα φάρμακα και τα εμβόλια και η καρα­ντίνα. Οταν δεν υπάρ­χουν τα πρώτα, ο άνθρω­πος επι­βάλ­λει τη δεύτερη. «Η καρα­ντίνα, δηλαδή η απο­μό­νωση πλοίων, πλη­ρω­μά­των και φορτίων, εγκαι­νιά­στηκε από τις αρχές της εμπο­ρι­κής πόλης Ραγού­σας (Ντου­μπρόβ­νικ) το 1377, στο πλαίσιο της δεύ­τε­ρης παν­δη­μίας της πανώ­λους, που έπληξε την Ευρώπη τον 14ο αιώνα», λέει η κ. Γαρδίκα. «Χάρη στην επι­τυ­χία της στην απο­τροπή των επι­δη­μιών, η καρα­ντίνα εφαρ­μό­στηκε στη συνέ­χεια και στα άλλα ευρω­παϊκά λιμάνια». Και βέβαια η σημε­ρινή καρα­ντίνα δεν είναι η πρώτη που επι­βάλ­λε­ται στην Ελλάδα. Η καρα­ντίνα σφρα­γί­ζει τα 200 χρόνια ελεύ­θε­ρου βίου. «Στην Ελλάδα, μέτρα καρα­ντί­νας εφαρ­μό­στη­καν κατά περί­σταση από τις αρχές της Επα­νά­στα­σης και από τη διοί­κηση του κυβερ­νήτη Ιωάννη Καπο­δί­στρια», σημειώ­νει η κ. Γαρδίκα. «Συστη­μα­τι­κό­τερο δίκτυο καρα­ντί­νας και λοι­μο­κα­θαρ­τη­ρίων για προ­στα­σία κυρίως από τον κίνδυνο της πανώ­λους και της χολέρας απέ­κτησε η χώρα μετά το 1845. Δεν προ­στά­τευ­σαν όμως τη χώρα από μια επι­δη­μία χολέρας το 1854, η οποία μετα­δό­θηκε από τα πλη­ρώ­ματα του γαλ­λι­κού και του βρε­τα­νι­κού στόλου, που είχαν απο­κλεί­σει τον Πειραιά και την Αθήνα κατά την περίοδο του Κρι­μαϊ­κού Πολέμου. Σε εκείνη την επι­δη­μία η πρω­τεύ­ουσα έχασε το ένα δέκατο του πλη­θυ­σμού της.

»Τον 19ο αιώνα οι Ευρω­παίοι θεω­ρού­σαν ως έσχατο σύνορο για τον έλεγχο των επι­δη­μιών την Οθω­μα­νική Αυτο­κρα­το­ρία και την Αίγυπτο. Γι’ αυτό, το 1851 δεκα­τέσ­σε­ρις χώρες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, με γαλλική πρω­το­βου­λία εγκαι­νί­α­σαν τα διεθνή υγειο­νο­μικά συνέ­δρια για την ανταλ­λαγή πλη­ρο­φο­ριών και απόψεων για την απο­τροπή διά­δο­σης της χολέρας, της πανώ­λους και του κίτρι­νου πυρετού από την Ανατολή στην Ευρώπη. Σε αντί­θεση δε με εμπο­ρι­κές χώρες όπως η Βρε­τα­νία, οι ελλη­νι­κές κυβερ­νή­σεις του 19ου αιώνα και η κοινή γνώμη, χάρη στην ανά­μνηση της εμπει­ρίας του 1854, υπο­στή­ρι­ζαν τη δια­τή­ρηση της καρα­ντί­νας. Αλλωστε, οι πρό­σφυ­γες από τον Καύκασο το 1919 και από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο μετά το 1922 περ­νού­σαν πρώτα από τα λοι­μο­κα­θαρ­τή­ρια της χώρας».

Ανα­πά­ντητα ερω­τή­ματα

Η κ. Γαρδίκα είναι επι­φυ­λα­κτική όσον αφορά τη σύγκριση της σημε­ρι­νής παν­δη­μίας με την ισπα­νική γρίπη του 1918, και τελικά εμφα­νί­ζε­ται μάλλον αισιό­δοξη. «Γίνεται συχνά η σύγκριση της παν­δη­μίας της COVID-19 με τη γρίπη του 1918, η οποία εκδη­λώ­θηκε πριν από το τέλος του Α΄ Παγκο­σμίου Πολέμου με θύματα που εκτι­μώ­νται σε 50 με 100 εκα­τομ­μύ­ρια. Με τα σημε­ρινά πλη­θυ­σμιακά δεδο­μένα, αυτό θα αντι­στοι­χούσε σε πάνω από 200 εκα­τομ­μύ­ρια θανά­τους. Κανείς όμως δεν υπο­στη­ρί­ζει ότι τα θύματα της σημε­ρι­νής παν­δη­μίας θα φτάσουν σε αυτό το ύψος, παρόλο που, όπως μαθαί­νουμε από τους ειδι­κούς, η μετα­δο­τι­κό­τητα της COVID-19 είναι μεγα­λύ­τερη από εκείνη της γρίπης του ’18 (που έχει ταυ­τι­στεί με τη γρίπη H1N1). Ευτυχώς, δια­νύ­ουμε περίοδο ειρήνης, γεγονός που επι­τρέ­πει στη διεθνή επι­στη­μο­νική συνερ­γα­σία να προ­χω­ρεί με τις ταχύ­τη­τες της ψηφια­κής εποχής και σύντομα να κατορ­θώ­σει να αντι­κα­τα­στή­σει με φάρμακα και εμβόλια τη λεγό­μενη “μη φαρ­μα­κο­λο­γική παρέμ­βαση” της κοι­νω­νι­κής απο­στα­σιο­ποί­η­σης, που δια­βρώ­νει την παγκό­σμια οικο­νο­μία. Η επι­στη­μο­νική συνερ­γα­σία δεν είναι καθόλου αυτο­νό­ητο φαι­νό­μενο και πρέπει να εξαί­ρε­ται. Σε περιό­δους πολέμου, μάλιστα, οι επι­στή­μο­νες υπο­τάσ­σο­νταν στις αντα­γω­νι­στι­κές σχέσεις των χωρών τους. Η ανθρω­πό­τητα το 1918 δεν είχε τα σημε­ρινά μέσα, αντί­θετα βρι­σκό­ταν στο έλεος αλλε­πάλ­λη­λων παν­δη­μιών γρίπης ήδη από το 1830. Το γιατί η γρίπη του 1918 είχε τόσο περισ­σό­τερα θύματα από ό,τι άλλες επι­δη­μίες γρίπης φαί­νε­ται ότι είναι ένα ερώτημα, στο οποίο οι λοι­μω­ξιο­λό­γοι και επι­δη­μιο­λό­γοι ακόμη δεν έχουν απα­ντή­σεις».

πηγή kathimerini.gr

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.