ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Στην Ελλάδα του 2014 παιδιά κοιμούνται και διαβάζουν σε ΙΧ!

news room 7 λεπτά ανάγνωση
Παιδική φτώχεια

Εικόνες-σοκ: οικο­γέ­νεια με δύο ανήλικα παιδιά ανα­γκά­στηκε να μετα­τρέ­ψει σε σπίτι το αυτο­κί­νητό της, γιατί δεν έχει να πλη­ρώ­σει ενοίκιο!

Μετέ­τρε­ψαν το αυτο­κί­νητό τους σε σπίτι, τον σιδε­ρέ­νιο ουρανό του σε ταβάνι, τα καθί­σματά του σε κρε­βά­τια. Εκεί κοι­μά­ται στρι­μωγ­μένο ένα ζευγάρι μαζί με τις δύο κόρες του, ηλικίας 16 και 14 ετών. Εκεί, κυριο­λε­κτικά στον δρόμο, ανάμεσα σε ταμπλό, τιμόνι, χει­ρό­φρενο και πορ­τμπα­γκάζ σφρα­γί­ζε­ται η απο­πνι­κτική καθη­με­ρι­νό­τητα μιας οικο­γέ­νειας που το σοκ της πτώ­χευ­σης και της έξωσης την υπο­βί­βασε αιφ­νι­δια­στικά στην ανα­σφαλή κατά­σταση του νεο­ά­στε­γου. Εκεί, πάνω σε τέσ­σε­ρις ακι­νη­το­ποι­η­μέ­νους τροχούς ένα άλλοτε αξιο­πρε­πές μέσο ελλη­νικό νοι­κο­κυ­ριό βιώνει την ανέχεια σαν τιμωρία για ένα έγκλημα που ποτέ δεν διέ­πραξε.

Αυτοί οι άνθρω­ποι δεν γεν­νή­θη­καν άστεγοι, δεν μεγά­λω­σαν στον δρόμο, δεν μετα­νά­στευ­σαν από εξα­θλιω­μέ­νες χώρες, δεν επέ­λε­ξαν από ιδιο­τρο­πία να ζήσουν χωρίς τα ανα­γκαία και τα στοι­χειώδη σε ένα επι­βα­τικό αυτο­κί­νητο. Είναι συμπα­τριώ­τες μας που πάνω τους προ­βάλ­λε­ται με τον πιο απεχθή τρόπο η εκδή­λωση της διά­χυ­της πενίας. Ανήκουν στη σημα­ντική μερίδας των δοκι­μα­ζό­με­νων από την κρίση Ελλήνων που στα πρόσωπά τους καθρε­φτί­ζο­νται η ματαί­ωση των προσ­δο­κιών, το άνυδρο μέλλον, ο κοι­νω­νι­κός απο­κλει­σμός. Είναι εκείνο το ηττη­μένο κομμάτι της κοι­νω­νίας που, όπως υπεν­θυ­μί­ζει απο­θαρ­ρυ­ντικά η έκθεση της Βουλής για τη φτώχεια, αντι­με­τω­πί­ζει πρω­το­φανή για καιρό ειρήνης οικο­νο­μική κατα­στροφή και υφί­στα­ται με πρω­τό­γνωρη βιαιό­τητα την απειλή της απο­σά­θρω­σής του.

Κι όμως, αυτοί οι άνθρω­ποι που σήμερα ρίχνο­νται στον Καιάδα της κοι­νω­νι­κής ζωής σαν τα άχρηστα εξαρ­τή­ματα μιας ελατ­τω­μα­τι­κής μηχανής, μέχρι χθες δεν υπέ­φε­ραν καν. Είχαν σπίτι, δουλειά, ευπρέ­πεια και το υπε­ρή­φανο ανά­στημα που τους χάριζε η αξιο­πρε­πής εργα­σιακή τους κατά­σταση και η μαθη­σιακή πρόοδος των μικρών παιδιών τους. Η Μαρία και ο Νίκος, ένα ζευγάρι από το Ηρά­κλειο Αττικής, μπορεί να μην έζησαν ποτέ με πολυ­τέ­λεια, διέ­θε­ταν όμως πάντα τα βασικά, ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι και μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους. Το σπίτι τους δεν ήταν το μεγα­λύ­τερο του κόσμου, αλλά ήταν ζεστό, φιλό­ξενο, πλημ­μυ­ρι­σμένο από τρυ­φε­ρό­τητα και αγάπη και φωτι­σμένο από τα χαμό­γελα των δύο παιδιών τους.

Ο πατέρας εργα­ζό­ταν σε αρτο­βιο­μη­χα­νία και η μητέρα ως σχολική τρο­χο­νό­μος, ενώ στο παρελ­θόν είχε δου­λέ­ψει και ως τηλε­φω­νή­τρια σε ραδιο­ταξί. Τα έφερναν βόλτα με σωστό οικο­νο­μικό κου­μά­ντο, δίχως πολυ­έ­ξο­δες υπερ­βο­λές. Κατά­φε­ραν το 2010 να αγο­ρά­σουν ένα μετα­χει­ρι­σμένο αυτο­κί­νητο 20ετίας, ένα ταλαι­πω­ρη­μένο Rover, για κάποιες μικρές μετα­κι­νή­σεις, μια βόλτα με τα παιδιά.

Δεν φαντά­ζο­νταν τότε ότι απει­λού­νταν από την απόλυτη υπο­βάθ­μιση των υλικών συν­θη­κών της ζωής τους. Δεν δια­νο­ού­νταν ότι κιν­δύ­νευαν, εξαι­τίας της οικο­νο­μι­κής κρίσης, να μετα­βούν βίαια από το στάτους του μικρο­με­σαίου στην κατά­σταση του νεό­πτω­χου. Εβλεπαν μεν τα οικο­νο­μικά ζόρια να πυκνώ­νουν στη γει­το­νιά, στους φίλους, στους συγ­γε­νείς που τους προϊ­δέ­α­ζαν για τα χει­ρό­τερα, αλλά έλπιζαν. Νέοι και προ­κομ­μέ­νοι ήταν, θα τα ξεπερ­νού­σαν.

Θύματα της κρίσης

Ολα αυτά μέχρι το 2012. Τότε ακριβώς η αρτο­βιο­μη­χα­νία όπου δούλευε ο σύζυγος έκλεισε χτυ­πη­μένη από την κρίση κι εκείνος βγήκε στην ανεργία. Εναν χρόνο μετά έχασε τη δουλειά της και η σύζυγός εξαι­τίας περι­κο­πών. Ανα­σκου­μπώ­θη­καν. Το πρώτο διά­στημα, έστω στρι­μωγ­μέ­νοι, κατά­φε­ραν να αντα­πο­κρι­θούν στις υπο­χρε­ώ­σεις τους χάρη στην απο­ζη­μί­ωση από τη δουλειά τους. Ο καιρός όμως περ­νούσε, η ανεργία μεγά­λωνε, τα χρήματα λιγό­στευαν δρα­μα­τικά και οι δυσχέ­ρειες αυξά­νο­νταν με γεω­με­τρική πρόοδο. Το αγκο­μα­χητό για να τα βγάλουν πέρα γινόταν αφόρητα πιε­στικό. Δεν το έβαλαν κάτω. Δεν υπο­τά­χθη­καν μοι­ρο­λα­τρικά στην ανεργία και την εξα­φά­νιση του εισο­δή­μα­τός τους.

Προ­σπά­θη­σαν να βρουν μια χαρα­μάδα επι­σφα­λούς προ­σω­ρι­νής απα­σχό­ληση για να αγο­ρά­σουν το ψωμί των παιδιών τους. Μπροστά τους, όμως, έβρι­σκαν ερμη­τικά κλει­στές τις πόρτες. Χώρια που τα μαξι­λά­ρια των άλλοτε κοι­νω­νι­κών βοη­θη­μά­των και των προ­νοια­κών δομών είχαν πια ξεπου­που­λια­στεί. Περή­φα­νοι καθώς ήταν και οι δύο, δεν θέλησαν να στρα­φούν στην προ­σω­ρινή βοήθεια της συμπο­νε­τι­κής φιλαν­θρω­πίας, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν είναι το απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τερο εργα­λείο δια­χεί­ρι­σης -πόσο μάλλον αντιμετώπισης- της φτώ­χειας. Περιέ­κο­ψαν λοιπόν ό,τι μπο­ρού­σαν, αλλά η τραυ­μα­τική δια­δρομή επί δυόμισι χρόνια στον Γολγοθά της ανερ­γίας εξα­ΰ­λωνε βήμα-βήμα τον τυπικά ασφαλή πρότερο βίο τους.

Μόλις πριν από τέσ­σε­ρις μήνες ο εργα­σιακά μετέ­ω­ρος πατέρας βρήκε δουλειά σε ένα περί­πτερο με μισθό 300 ευρώ τον μήνα, το μόνο εισό­δημα που έχει η οικο­γέ­νεια σήμερα. Πρό­κει­ται για ένα ποσό ασή­μα­ντο, που δεν φτάνει καν για να καλύψει τις βασικές ανάγκες ενός τετρα­με­λούς νοι­κο­κυ­ριού. Ευά­λω­τοι οικο­νο­μικά, έμελλε να κατα­βυ­θι­στούν ακόμα πιο οδυνηρά στο αδυ­σώ­πητο σπιράλ της φτώ­χειας. Πριν από έναν μήνα ο ιδιο­κτή­της του σπιτιού όπου έμεναν τους έκανε έξωση, καθώς είχαν συσ­σω­ρευ­τεί απλή­ρω­τοι λογα­ρια­σμοί μηνών. Οι επι­λο­γές τους ήταν πλέον μετρη­μέ­νες ώσπου κατέ­λη­ξαν στον μονό­δρομο. Αφού έμειναν προ­σω­ρινά σε συγ­γε­νικό τους άτομο, στη συνέ­χεια απο­φά­σι­σαν, κου­ρα­σμέ­νοι, ζαρω­μέ­νοι και κατη­φείς, να «μετα­κο­μί­σουν» σε εκείνο το παλιό αυτο­κί­νητο που είχαν κάποτε αγο­ρά­σει για τις ξένοια­στες εκδρο­μές που ονει­ρεύ­ο­νταν. Και ως απο­συ­νά­γω­γοι του κόσμου της εργα­σίας, στο περι­θώ­ριο της συνή­θους κοι­νω­νι­κής ζωής εξα­να­γκά­στη­καν να μετα­τρέ­ψουν την καμπίνα του σιδε­ρέ­νιου τετρά­τρο­χου κου­βού­κλιου σε νέο τους σπίτι, βιώ­νο­ντας πρω­τό­γνωρα μια επώδυνη υλική και ψυχική εμπει­ρία.

Οι γονείς έστρω­σαν σεντό­νια, κου­βέρ­τες και μαξι­λά­ρια για να κοι­μού­νται τα βράδια, κάλυψαν τα παρά­θυρα με φελιζόλ και πετσέ­τες, έβαλαν μια γλα­στρούλα στο ταμπλό του παρ­μπρίζ του αυτο­κι­νή­του για να θυμίζει το μπαλ­κόνι τους, ενώ πήραν μαζί και τον γάτο τους, τον Εντι. Σαν να ’θελαν με μικρές αισθη­τι­κές παρεμ­βά­σεις να ξεγε­λά­σουν την ήττα που σημά­δευε προ­σω­ρινά, όπως θέλουν να πιστεύ­ουν, τη ζωή τους. Οσο όμως και αν προ­σπά­θη­σαν να δια­σκε­δά­σουν την οικο­νο­μική τους εξα­θλί­ωση, η πραγ­μα­τι­κό­τητα ξεγυ­μνω­νό­ταν μέσα από τα δακρυ­σμένα μάτια των παιδιών τους. «Οταν είπα στις δύο κόρες μου ότι θα πρέπει να μεί­νουμε στο αυτο­κί­νητο, έβαλαν τα κλάματα. Δεν περί­μενα ποτέ ότι στα 49 μου χρόνια θα φτάσω σε αυτή την κατά­σταση. Είχαμε ένα ευπρε­πέ­στατο σπίτι, το μαγει­ρε­μένο φαγητό μας, πλη­ρώ­ναμε φρο­ντι­στή­ρια για τα παιδιά μας και τους προ­σφέ­ραμε ό,τι μπο­ρού­σαμε. Περι­μέ­ναμε ότι περ­νώ­ντας τα χρόνια θα υπάρ­ξουν δυσκο­λίες, όχι όμως ότι θα βρι­σκό­μα­σταν στον δρόμο», δηλώνει στο «ΘΕΜΑ» η Μαρία. Οσο για το τι τρώνε, «η σωστή ερώτηση είναι “κάθε πότε τρώμε”. Και η απά­ντηση είναι “κάθε δύο με τρεις ημέρες”, όταν θα κατα­φέ­ρει να φέρει φαγητό ο σύζυγός μου ή θα μας δώσει κάποιος γεί­το­νας».

Η εικόνα της πενι­χρής δια­βί­ω­σης μιας τετρα­με­λούς οικο­γέ­νειας με ανε­παρκή δια­τροφή και ατε­λέ­στατη υγιεινή σε ένα καθη­λω­μένο αυτο­κί­νητο δεν μοιάζει με εκείνες τις από­μα­κρες και κατα­χω­νια­σμέ­νες μνήμες της φτωχής Ελλάδας των πρώτων μετα­πο­λε­μι­κών χρόνων. Δεν φέρνει καν στις σεκάνς των ασπρό­μαυ­ρων ταινιών της εποχής του ’50 που απει­κό­νι­ζαν τις ταπει­νές αυλές με τις μίζερες χαμο­κέ­λες, τις από κοινού μπου­γά­δες σε μια σκάφη και το κοι­νό­χρη­στο απο­χω­ρη­τή­ριο. Είναι παρά­λογα ξένες, βγαλ­μέ­νες σαν από το κραχ του ’29 στην Αμερική, γι’ αυτό και πέρα από ντρο­πια­στι­κές είναι ακα­τα­νό­η­τες σήμερα. Κι όμως, αυτές οι εικόνες υπάρ­χουν για να επι­βε­βαιώ­σουν κυνικά ότι τα θύματα μιας χρε­ο­κο­πη­μέ­νης κοι­νω­νίας δεν είναι μόνο αριθμοί αλλά άνθρω­ποι.

«Είναι επι­κίν­δυνα όταν νυχτώ­νει»

Το πρώτο βράδυ που πέρασε η οικο­γέ­νεια στο αυτο­κί­νητο ήταν και το πιο δύσκολο ψυχο­λο­γικά. Ο πατέρας κοι­μή­θηκε στη θέση του οδηγού, η 16χρονη Φαίη σε εκείνη του συνο­δη­γού, ενώ η μικρό­τερη, η Κατε­ρίνα, η οποία πάσχει από κλη­ρο­νο­μικό μετα­βο­λικό νόσημα, ξάπλωσε στα πίσω καθί­σματα. Η μητέρα πέρασε τη νύχτα ως άγρυ­πνος φρουρός σε ένα παγκάκι, δίπλα από το αυτο­κί­νητο. «Ενα βράδυ ήρθαν κάτι νεαροί με μηχανές και άρχισαν να χτυπάνε το αυτο­κί­νητο και να φωνά­ζουν. Φοβή­θη­καν οι κόρες μου. Είναι επι­κίν­δυνα έξω όταν νυχτώ­νει». Εκτοτε, όταν ξημε­ρώ­νει, τα δύο κορί­τσια ετοι­μά­ζο­νται για το σχολείο τους. Η Φαίη πηγαί­νει σε Τεχνικό Λύκειο έχοντας όνειρο να γίνει τεχνο­λό­γος τρο­φί­μων και ποτών.

Η Κατε­ρίνα είναι μαθή­τρια Γυμνα­σίου και λατρεύει την Ιστορία, το βιβλίο της οποίας δια­βά­ζει συχνά στο κάθισμα του συνο­δη­γού. Με δυσκο­λία ενη­με­ρώ­νε­ται για τις συγκλο­νι­στι­κές εξε­λί­ξεις από την ανα­σκαφή στην Αμφί­πολη, αφού ούτε τηλε­ό­ραση έχει, ούτε υπο­λο­γι­στή, ενώ «ψαρεύει» κάποια πλη­ρο­φο­ρία από τα πρω­το­σέ­λιδα των εφη­με­ρί­δων στα περί­πτερα. «Διαβάζω τα μαθή­ματά μου, αλλά είναι δύσκολο υπό αυτές τις συν­θή­κες. Είναι χάλια. Χθες ξύπνησα στις 4 το πρωί και βγήκα από το αυτο­κί­νητο για να κάνω παρέα στη μητέρα μου που είχε ξαπλώ­σει στο παγκάκι», λέει η μικρή Κατε­ρίνα, η οποία ανα­γκά­ζε­ται καθη­με­ρινά να περ­πα­τή­σει 45 λεπτά για να φτάσει στο σχολείο της, αφού δεν έχει χρήματα ούτε για το εισι­τή­ριο του λεω­φο­ρείου. Το μόνο που ζητάει αφο­πλι­στικά είναι «ένα σπίτι και την ησυχία μου για να μπορώ να διαβάσω τα μαθή­ματά μου», ενόσω οι αντοχές λιγο­στεύ­ουν και τα πρώτα κρύα του χειμώνα πλη­σιά­ζουν.

protothema.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.