• Υπηρεσιακό έγγραφο του ΥΠΕΝ καταγράφει την παράταση και τις υποχρεώσεις των υπηρεσιών, την ώρα που η υπόθεση της Ρόδου δείχνει πώς οι γνωμοδοτήσεις, οι αμφιβολίες για τον αιγιαλό και οι αντικρουόμενες γραμμές εντός της διοίκησης μετατρέπουν τις κατεδαφίσεις σε οιονεί άσκηση επί χάρτου
Η κατεδάφιση αυθαιρέτων, ειδικά σε αιγιαλό, παραλίες και δάση, έχει παρουσιαστεί επανειλημμένα ως απάντηση στην κατάχρηση δημόσιου χώρου και ως μήνυμα ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους.
Στην πράξη όμως, η εικόνα που εκπέμπεται από τις διαδοχικές αποφάσεις παράτασης και από τις αντιφατικές κινήσεις υπηρεσιών και υπουργείων, μοιάζει περισσότερο με διοικητική αναβολή που ανακυκλώνεται, παρά με συνεκτική πολιτική.
Η νέα παράταση έως 30 Ιουνίου 2026 δεν έρχεται σε κενό αέρος. Πατά πάνω σε μια αλυσίδα μεταβατικών ρυθμίσεων, σε ένα πεδίο όπου η κυβέρνηση δηλώνει αποφασιστικότητα, αλλά η διοίκηση κινείται με χειρόφρενο, άλλοτε επικαλούμενη τεχνικές δυσκολίες, άλλοτε νομικές αμφιβολίες, και συχνά αποφεύγοντας την ουσία, την πραγματική εκτέλεση.
Το έγγραφο της παράτασης και τι αλλάζει στα χαρτιά
Το υπηρεσιακό έγγραφο προέρχεται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, από τη Γενική Διεύθυνση Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών, Σώμα Επιθεώρησης Βορείου Ελλάδος, Τμήμα Επιθεώρησης Δόμησης και Κατεδαφίσεων, με αριθμό πρωτοκόλλου οικ. ΥΠΕΝ/ΣΕΒΕ/15613/1123 και ημερομηνία 11/02/2026.
Το κεντρικό σημείο είναι ότι παρατείνεται η προθεσμία που μέχρι πρότινος έληγε 31 Μαρτίου 2026 και πλέον μεταφέρεται στις 30 Ιουνίου 2026, μέσω παραπομπής στο άρθρο 43 παρ. 6 του ν. 5270/2026 και στην παρ. 5 του άρθρου 125ΚΑ του ν. 4495/2017.
Παράλληλα, το έγγραφο περιγράφει ποιος εκτελεί και με ποια λογική προτεραιότητας. Η εκτέλεση έως την 30ή Ιουνίου 2026 παραμένει στις υπηρεσίες που είχαν την ευθύνη πριν την 1η Μαΐου 2024, με κριτήριο προτεραιότητας τη χρονική εγγύτητα της αυθαιρεσίας προς την 30ή Ιουνίου 2026. Πρόκειται για διατύπωση που δείχνει ότι η διοίκηση προσπαθεί να βάλει σειρά, αλλά ταυτόχρονα παραδέχεται έμμεσα ότι υπάρχει μεγάλος όγκος εκκρεμοτήτων, τόσο μεγάλος ώστε χρειάζεται νέο χρονικό παράθυρο.
Το τρίτο σκέλος είναι η λογοδοσία, τουλάχιστον στα χαρτιά. Οι αρμόδιες υπηρεσίες καλούνται εντός 10 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας να διαβιβάσουν στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών όλα τα πρωτόκολλα που δεν έχουν εκτελεστεί, μαζί με έκθεση για τις κατεδαφίσεις που εκτελέστηκαν από 1η Μαΐου 2024. Η διατύπωση αυτή αποτυπώνει ένα μοντέλο μεταβίβασης που μοιάζει να ετοιμάζει το έδαφος ώστε στο τέλος της παράτασης να υπάρχει καθαρή εικόνα του τι έμεινε πίσω. Το πρόβλημα είναι ότι ο ίδιος ο μηχανισμός παρατείνεται πριν προλάβει να αποδώσει, ενισχύοντας την εντύπωση ότι η πολιτεία διαχειρίζεται την αδυναμία εκτέλεσης με παράταση και όχι με λύση.
Τέλος, ζητείται από τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις να δηλώσουν συγκεκριμένες διευθύνσεις και τμήματα που θα ασχοληθούν με την εκτέλεση των κατεδαφίσεων, με ονόματα και στοιχεία επικοινωνίας υπαλλήλων, ώστε να υπάρχει άμεση συνεργασία.

Η διγλωσσία της πολιτείας, αυστηρό αφήγημα, ήπιες συνέπειες
Η κριτική που αναδύεται από τη διαδοχή παρατάσεων δεν αφορά μια απλή τεχνική μεταβολή ημερομηνιών. Αφορά το μήνυμα που εκπέμπεται. Από τη μία πλευρά, η αυθαίρετη δόμηση παρουσιάζεται ως κόκκινη γραμμή, ειδικά όταν αφορά παραλίες και δάση. Από την άλλη, η κρατική πρακτική χτίζει έναν ορίζοντα όπου οι συνέπειες μετακινούνται προς τα εμπρός, ξανά και ξανά, δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο ο χρόνος λειτουργεί ως άτυπο καταφύγιο για τους παρανομούντες.
Σε αυτή την εικόνα, η παράταση μέχρι 30 Ιουνίου 2026 δεν διαβάζεται μόνο ως διοικητική ανάγκη. Διαβάζεται και ως πολιτικό σήμα ότι η σύγκρουση με την παρανομία μπορεί να αναγγέλλεται, αλλά η υλοποίηση να αναβάλλεται. Όσο αυτό συμβαίνει, το κράτος εμφανίζεται να μιλά με δύο γλώσσες. Μια γλώσσα δημόσιων δηλώσεων περί αποκατάστασης της νομιμότητας και μια γλώσσα πράξεων που παράγουν χρόνο.
Η Ρόδος ως καθρέφτης, από το σύνθημα στο αδιέξοδο
Η υπόθεση της Ρόδου, όπως κατ’ επανάληψη έγραψε η «δημοκρατική», περιγράφει με ενάργεια το πώς ένα πρόγραμμα κατεδαφίσεων μπορεί να διαφημίζεται ως τομή, αλλά να καταλήγει να μοιάζει με όνειρο θερινής νυκτός.
Προβλέπονταν 219 τελεσίδικα πρωτόκολλα, εκ των οποίων 135 σε αιγιαλό, 54 σε δάση και 30 πολεοδομικά, με γεωγραφική διασπορά σε σημεία υψηλής τουριστικής και οικονομικής δραστηριότητας. Παρά τη βαρύτητα αυτών των αριθμών, το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι οι κατεδαφίσεις δεν προχώρησαν με τον τρόπο που είχε προαναγγελθεί, ιδίως για τις υποθέσεις που είχαν προτεραιότητα λόγω παλαιότητας.
Το μοτίβο που περιγράφηκε είναι γνώριμο. Κατεδαφίσεις αναστέλλονται μετά από τροπολογίες. Το καλοκαίρι υπάρχει επιχειρησιακό πάγωμα με επίκληση προστασίας του τουρισμού. Ενδιάμεσα δημιουργούνται εκκρεμότητες, αμφιβολίες, νέοι έλεγχοι, και η διοίκηση καταλήγει να κινείται σε κύκλους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και η ύπαρξη τελεσίδικων πρωτοκόλλων δεν λειτουργεί ως τελικός σταθμός, αλλά ως αφετηρία νέων διαδικασιών.

Η γνωμοδότηση 60/2024 και το παιχνίδι της ευθύνης μεταξύ υπηρεσιών
Στη Ρόδο, σημείο καμπής αποτέλεσε η γνωμοδότηση 60/2024 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και ο τρόπος που αυτή διαβάστηκε από τις εμπλεκόμενες αρχές. Η ουσία, όπως αποτυπώθηκε στο ρεπορτάζ, ήταν ότι τα πρωτόκολλα κατεδάφισης στα Δωδεκάνησα έπρεπε να επανεξεταστούν με νέες αυτοψίες πριν εκτελεστούν, λόγω μεταβολών που συνδέονται με την οριοθέτηση του αιγιαλού και την ένταξη στο Εθνικό Κτηματολόγιο. Με αυτό το δεδομένο, το έργο των κατεδαφίσεων έμπαινε σε νέο γύρο, όχι επειδή άλλαξε η πραγματικότητα επί του εδάφους, αλλά επειδή άλλαξαν ή αμφισβητήθηκαν τα διοικητικά θεμέλια.
Η δεύτερη πράξη της ίδιας ιστορίας γράφτηκε από τη γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, Μαριάννα Νικολαΐδου, η οποία, σύμφωνα με το κείμενο που παραθέσατε, έθεσε ζήτημα ως προς το αν απαιτείται επανακαθορισμός αιγιαλού σε περιοχές εντός ορίων οικισμού και σχεδίου πόλης, μετά και την κοινοποίηση του υπ’ αρ. 6/2024 Πρακτικού της Επιτροπής Καθορισμού.
Εδώ βρίσκεται η καρδιά της διγλωσσίας. Όταν το κράτος δεν έχει ενιαία φωνή, τότε η παρανομία κερδίζει χρόνο. Όχι επειδή δικαιώνεται, αλλά επειδή το σύστημα δεν κλείνει τους δρόμους διαφυγής. Η μια υπηρεσία θεωρεί ότι μπορεί να προχωρήσει. Η άλλη προειδοποιεί για σφάλματα και αμφιβολίες. Το αρμόδιο υπουργείο δεν ξεκαθαρίζει, ή καθυστερεί να πάρει θέση. Και στο τέλος, η κατεδάφιση γίνεται αντικείμενο συσκέψεων, όχι αντικείμενο πράξης.
Όταν οι παρατάσεις γίνονται κανονικότητα, ποιος πληρώνει το κόστος
Η κριτική διάσταση δεν εξαντλείται στο πολιτικό μήνυμα. Υπάρχει και το διοικητικό και οικονομικό κόστος, που στη Ρόδο εμφανίστηκε με την εικόνα αναδόχων που επένδυσαν σε μέσα και προσωπικό, με ενεργές συμβάσεις, ενώ το έργο δεν προχωρούσε στον ρυθμό που είχε συμφωνηθεί. Όταν η εκτέλεση μετατρέπεται σε εκκρεμότητα, το Δημόσιο κινδυνεύει να βρεθεί εκτεθειμένο, όχι μόνο απέναντι στην κοινωνία που ζητά ελεύθερες παραλίες, αλλά και απέναντι σε συμβατικές υποχρεώσεις και πιθανές διεκδικήσεις.
Η νέα παράταση του 2026, ακόμη και αν παρουσιάζεται ως οργανωτική διευκόλυνση, έρχεται να προστεθεί σε αυτή τη συσσωρευμένη δυσπιστία. Κάθε νέα μετακίνηση προθεσμίας, κάθε νέα μεταβατική διάταξη, κάθε νέο σχήμα διαβίβασης αρμοδιοτήτων, μπορεί να είναι χρήσιμο τεχνικά. Αλλά πολιτικά και κοινωνικά λειτουργεί σωρευτικά. Ενισχύει την αίσθηση ότι η πολιτεία βρίσκει τρόπους να διαχειρίζεται το πρόβλημα χωρίς να το λύνει, και ότι απέναντι στην παρανομία το κράτος δεν επιβάλλει χρόνο τιμωρίας, αλλά προσφέρει χρόνο αναμονής.















