• Προγραμματική σύμβαση υπέγραψαν οι Λ. Μενδώνη – Γ. Χατζημάρκος
Στην υπογραφή Προγραμματικής Σύμβασης για την «Αναπαραγωγή εκμαγείων (αντιγράφων) των ορειχάλκινων ανάγλυφων ιταλικών πλακών και επανατοποθέτησή τους στον αρχαιολογικό χώρο της Φιλερήμου» προχώρησαν προ ημερών στην Αθήνα, το Υπουργείο Πολιτισμού και η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου. Τη σύμβαση υπέγραψαν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο περιφερειάρχης Νοτίου Αιγαίου Γιώργος Χατζημάρκος.
Η συμφωνία, που αφορά ειδικό έργο προστασίας και αποκατάστασης, τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία υπογραφής της, έχει διάρκεια δώδεκα μηνών και θα υλοποιηθεί σύμφωνα με το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα.
Η παρέμβαση προβλέπει τη δημιουργία πιστών εκμαγείων των ορειχάλκινων αναγλύφων της Via Crucis, τα οποία είχαν αποσπαστεί βίαια από τα προσκυνητάρια του λεγόμενου «Δρόμου του Μαρτυρίου» στον λόφο της Φιλερήμου και την επανατοποθέτησή τους στον αρχαιολογικό χώρο, με στόχο την αποκατάσταση της ιστορικής και λειτουργικής ενότητας του μνημειακού συνόλου.
Έργα του γλύπτη Antonio Maraini
Τα ανάγλυφα των Σταθμών του Πάθους συνδέονται με τον Ιταλό γλύπτη Antonio Maraini (Ρώμη, 5 Απριλίου 1886 – Φλωρεντία, 23 Μαΐου 1963). Το 1925, κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου και ενώ η Ρόδος τελούσε υπό ιταλική κατοχή, ο Maraini έλαβε παραγγελία για την κατασκευή δεκατεσσάρων αναγλύφων από πέτρα του Arezzo, με την απεικόνιση των Σταθμών του Πάθους (Via Crucis), προορισμένων για τον τότε Καθεδρικό Ναό του Αγίου Ιωάννη της Ρόδου, τον σημερινό Ευαγγελισμό. Τρία από τα πέτρινα ανάγλυφα εκτέθηκαν το 1926 στη Μπιενάλε της Βενετίας, ενώ το σύνολο παρουσιάστηκε το 1927 στην Galleria d’Arte Antica, στο Palazzo Feroni της Φλωρεντίας.
Το 2011, γύψινα μοντέλα των ίδιων Σταθμών του Πάθους, εκτέθηκαν από το Ίδρυμα G. Pratesi στη Φλωρεντία. Η ύπαρξη τόσο πέτρινων όσο και γύψινων εκδοχών των έργων επιτρέπει σήμερα τη συγκριτική μελέτη τους με τα χάλκινα αντίγραφα που τοποθετήθηκαν στη Φιλέρημο. Οι ομοιότητες στις συνθέσεις είναι εμφανείς, με βασική διαφοροποίηση τις επιγραφές υπομνηματισμού των Σταθμών του Πάθους. Αυτές απουσιάζουν από τα πέτρινα ανάγλυφα, ενώ συναντώνται τόσο στα γύψινα, όσο και στα χάλκινα. Η απουσία επιγραφών από τα πέτρινα έργα αποδίδεται είτε σε φθορά του υλικού λόγω μακρόχρονης έκθεσης σε εξωτερικό χώρο είτε -πιθανότερα- στο ότι δεν κατασκευάστηκαν εξαρχής. Αντιθέτως, στα χάλκινα της Φιλερήμου οι επιγραφές εμφανίζονται συχνά «στριμωγμένες» δεξιά και αριστερά του σταυρού ή στο κάτω μέρος των συνθέσεων, διαταράσσοντας την αυστηρή γεωμετρική και κλασικιστική ισορροπία που χαρακτήριζε το έργο του Maraini.
Ενδεικτική είναι η παράσταση της Βερόνικας που σκουπίζει το πρόσωπο του Χριστού, όπου το αρχικό γράμμα της λέξης «asciugato» (σκουπισμένος) τοποθετείται οριακά στο πλαίσιο του αναγλύφου, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι οι επιγραφές προστέθηκαν μεταγενέστερα, πιθανώς για να καταστήσουν τα επεισόδια περισσότερο κατανοητά σε ένα ευρύτερο, μη αμιγώς καθολικό κοινό.
Η κλοπή και η αποκατάσταση
Από τα δεκατέσσερα επεισόδια της Via Crucis στη Φιλέρημο, είχαν κλαπεί επτά που απεικόνιζαν, μεταξύ άλλων, τη Βερόνικα, τις πτώσεις του Ιησού, τον διαμελισμό των ιματίων, τη Σταύρωση και την Ταφή. Τα κλεμμένα χάλκινα αντίγραφα εντοπίστηκαν από τις διωκτικές αρχές του νησιού και παραδόθηκαν στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου. Μεταφέρθηκαν στα εργαστήρια της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας για συντήρηση και τεχνικό έλεγχο.
Έξι από τα επτά ανάγλυφα βρέθηκαν ακέραια, με βάρος που υπολογίζεται περίπου στα 67 κιλά το καθένα. Το γλυπτό ορειχάλκινο της Βερόνικας εντοπίστηκε σπασμένο στα δύο, καθώς η ύπαρξη παλαιότερου ελάσματος στο πίσω μέρος φαίνεται ότι δυσχέρανε τη βίαιη απόσπαση. Οι υπόλοιπες φθορές κρίνονται μικρότερης έκτασης και αναστρέψιμες.
Η δημιουργία εκμαγείων και η επανατοποθέτησή τους στα προσκυνητάρια του Δρόμου του Μαρτυρίου σηματοδοτεί ένα ουσιαστικό βήμα για την αποκατάσταση της ιστορικής συνέχειας του μνημείου, διασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία των αυθεντικών έργων και την ανάδειξη ενός ιδιαίτερου κεφαλαίου της καλλιτεχνικής και ιστορικής ταυτότητας της Ρόδου.


















