Οι 50 ρυθμίσεις χρεών από το 2001 και γιατί δεν έφεραν αποτελέσματα. Οι «φτωχοί» ελεύθεροι επαγγελματίες και το πλαστικό χρήμα.

Το όργιο της φοροδιαφυγής στην ελληνική οικονομία περιγράφει έκθεση του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία, η οποία συνοδεύει αυτή του άρθρου 4.

Στην έκθεση εξαπολύονται πυρά για τις ρυθμίσεις οφειλών που γίνονται κατά καιρούς από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Όπως υποστηρίζει το Ταμείο υπήρξαν αναποτελεσματικές και χαρακτηρίστηκαν από μεγάλα ποσοστά εγκατάλειψης, καθώς δεν είχαν λεπτομερή καταγραφή για τις δυνατότητες αποπληρωμής του οφειλέτη, ούτε έλαβαν υπόψη το ιστορικό συμμόρφωσής του.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η «μαύρη οικονομία» στην Ελλάδα είναι από τις υψηλότερες και επικαλείται μελέτη του 2011 η οποία την τοποθετεί στο 30% του ΑΕΠ (με την «μαύρη εργασία» στο 25%). Άλλη έρευνα, του 2013, αποφαίνεται ότι κατά μέσο όρο το 27,5% του ΑΕΠ ήταν αφορολόγητο μεταξύ 1999 – 2007. Ερευνα του 2018 τοποθετεί την μαύρη οικονομία το 2017 μεταξύ 14-21,5% του ΑΕΠ με βάση επιμέρους μεθοδολογίες, πολύ πάνω από την υπόλοιπη Ευρώπη.

Η μαύρη οικονομία διευκολύνεται από την χρήση μετρητών. Η Ελλάδα παραμένει έβδομη από το τέλος σε ηλεκτρονικές συναλλαγές ως ποσοστό της κατανάλωσης του ιδιωτικού τομέα (18% το 2017 έναντι μέσου όρου 36% στην ΕΕ), παρά τα μέτρα που ελήφθησαν τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη αν η χώρα έφτανε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο πλαστικό χρήμα θα μπορούσε να αυξήσει τη συμμόρφωση του ΦΠΑ κατά 3,3 δισ. ευρώ το χρόνο!

Εμπειρικά στοιχεία δείχνουν ότι προ κρίσης σχεδόν το μισό από το εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών δεν καταγράφονταν, με τα επαγγέλματα «πρωταθλητές» να περιλαμβάνουν γιατρούς, δικηγόρους, μηχανικούς κ.ά.

Η μεγάλη φοροδιαφυγή, όμως, προκύπτει και από την εξέταση των επίσημων στοιχείων. Από τις δηλώσεις φορολογίας φαίνεται ότι η συντριπτική πλειοψηφία όσων δεν είναι μισθωτοί δηλώνουν ποσά πολύ χαμηλότερα από το μέσο όρο του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Το 2017 περίπου το 85% των φορολογουμένων μην μισθωτών ήταν κάτω από το μέσο όρο των 16.736 ευρώ.

Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι από το 2001 και μετά υπήρξαν πάνω από 50 ρυθμίσεις χρεών προς εφορία και ασφαλιστικά ταμεία. Καθώς όμως δεν ελήφθησαν παράλληλα μέτρα το ποσοστό εγκατάλειψης αυτών των ρυθμίσεων κινείται μεταξύ 50-80% ήδη από τον πρώτο χρόνο! Όπως εξηγεί βασική αιτία πίσω από αυτή την εικόνα ήταν η προσδοκία μιας νέας ρύθμισης ακόμα πιο φιλόδοξης.

Το Ταμείο σημειώνει ότι από τα μέσα του 2015 έως το 2018 δεν υπήρξαν νέες ρυθμίσεις χρεών, αλλά παρά τις προσπάθειες που έγιναν πέρυσι σχεδόν τα 2/3 των φορολογουμένων έχει χρέη στην Εφορία και 1,4 εκατομμύρια χρωστούν στα ασφαλιστικά ταμεία. Παράλληλα για περίπου 45% του πληθυσμού υπάρχουν και άλλα χρέη (π.χ. ΔΕΗ)

Σύμφωνα με το Ταμείο η ρυθμίσεις που εφάρμοσε φέτος η προηγούμενη κυβέρνηση (120 δόσεις σε ταμεία-εφορία) είχαν «φτωχή» στόχευση και ήταν περισσότερο γενναιόδωρες. Σημειώνει δε, ότι η σημερινή τις έκανε ακόμα πιο γενναιόδωρες. Παράλληλα, τρέχουν προγράμματα  και για άλλα χρέη (ηλεκτρισμό, οφειλές σε δήμους, τραπεζικές οφειλές).

Υπό το πρίσμα των παραπάνω το ΔΝΤ πιστεύει ότι αυτές οι έκτακτες ρυθμίσεις πρέπει να σταματήσουν καθώς μπορεί να είχαν ένα ρόλο την περίοδο της κρίσης, τώρα όμως, διαιωνίζουν την αδύναμη κουλτούρα πληρωμών.

ΠΗΓΉ euro2day.gr

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ