ΕΙΔΗΣΕΙΣ

«Ξεπαγώνουν» με υπουργικές αποφάσεις οι μεταβιβάσεις ακινήτων

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
Ακίνητα χαράτσι

Εκδό­θη­καν από το υπουρ­γείο Οικο­νο­μι­κών δύο κρί­σι­μες απο­φά­σεις για την εφαρ­μογή του φόρου υπε­ρα­ξίας στις μετα­βι­βά­σεις ακι­νή­των οι οποίες οδεύουν προς το Εθνικό Τυπο­γρα­φείο, μετά από συμ­φω­νία που επι­τεύ­χθηκε και με την Ένωση των Συμ­βο­λαιο­γρά­φων. Με τις δύο απο­φά­σεις «ξεμπλο­κά­ρει» η αγορά ακι­νή­των καθώς η εκκρε­μό­τητα της υπο­γρα­φής και έκδοσής τους είχε σαν απο­τέ­λε­σμα να μην γίνο­νται αγο­ρα­πω­λη­σίες ακι­νή­των από τους συμ­βο­λαιο­γρά­φους.

Η πρώτη απόφαση αφορά κρίσιμα ζητή­ματα καθο­ρι­σμού του χρόνου κτήσης του ακι­νή­του, τα οποία δημιουρ­γού­σαν ερμη­νευ­τι­κές ασά­φειες υπό το παλαιό νομο­θε­τικό καθε­στώς και αβε­βαιό­τητα όσον αφορά τον προσ­διο­ρι­σμό του φόρου. Τα κύρια σημεία της από­φα­σης σχετικά με το χρόνο κτήσης είναι τα ακό­λουθα:

1. Σε περι­πτώ­σεις πράξεων σύστα­σης ορι­ζό­ντιας ή κάθετης ιδιο­κτη­σίας χωρίς μετα­βολή του δικαιώ­μα­τος που αντι­στοι­χεί στο μετα­βι­βά­ζο­ντα πριν από τις πράξεις αυτές, ως χρόνος κτήσης θεω­ρεί­ται αντί­στοιχα ο χρόνος από­κτη­σης του αρχικού δικαιώ­μα­τος.

2. Σε περι­πτώ­σεις που μετά την κύρωση των οικείων πράξεων εφαρ­μο­γής μετα­βι­βά­ζο­νται οικό­πεδα, τα οποία έχουν απο­κτη­θεί είτε ως οικό­πεδα, είτε ως αγρο­τε­μά­χια με οποιο­δή­ποτε τίτλο κτήσης, ως χρόνος κτήσης θεω­ρεί­ται ο χρόνος κύρωσης της πράξης εφαρ­μο­γής.

3. Σε περι­πτώ­σεις που μετά την έγκριση της πολε­ο­δο­μι­κής μελέτης ή την έκδοση της αντί­στοι­χης διοι­κη­τι­κής πράξης καθο­ρι­σμού των ορίων οικι­σμού μετα­βι­βά­ζο­νται οικό­πεδα, τα οποία έχουν απο­κτη­θεί είτε ως οικό­πεδα, είτε ως αγρο­τε­μά­χια με οποιο­δή­ποτε τίτλο κτήσης, ως χρόνος κτήσης θεω­ρεί­ται ο χρόνος έγκρι­σης της πολε­ο­δο­μι­κής μελέτης ή έκδοσης της αντί­στοι­χης διοι­κη­τι­κής πράξης καθο­ρι­σμού των ορίων οικι­σμού.

4. Σε περι­πτώ­σεις κτήσης ακι­νή­του με ανώμαλη δικαιο­πρα­ξία και εν συνε­χεία επι­κύ­ρω­σης αυτής, ως χρόνος κτήσης λογί­ζε­ται εκείνος της επι­κύ­ρω­σης.

5. Σε περι­πτώ­σεις κτήσης ακι­νή­του αιτία θανάτου ή δωρεάς εν ζωή-γονικής παροχής, ως χρόνος κτήσης θεω­ρεί­ται ο χρόνος επα­γω­γής της κλη­ρο­νο­μίας ή ο χρόνος κατάρ­τι­σης του συμ­βο­λαίου δωρεάς εν ζωή – γονικής παροχής, ακόμη και στις περι­πτώ­σεις που συνέ­τρεχε νόμιμος λόγος μετά­θε­σης του χρόνου γένεσης της φορο­λο­γι­κής υπο­χρέ­ω­σης.

6.Σε περι­πτώ­σεις κτήσης ακι­νή­του δυνάμει μετα­βι­βα­στι­κού συμ­βο­λαίου στο οποίο έχει τεθεί ανα­βλη­τική αίρεση ή προ­θε­σμία, ως χρόνος κτήσης του ακι­νή­του θεω­ρεί­ται ο χρόνος πλή­ρω­σης της ανα­βλη­τι­κής αίρεσης ή παρόδου της προ­θε­σμίας. Η διάταξη του προη­γού­με­νου εδαφίου ισχύει και στις περί­πτωση κτήσης ακι­νή­του δυνάμει δωρεάς αιτία θανάτου.

7. Σε περι­πτώ­σεις κτήσης ακι­νή­του δυνάμει συμ­βο­λαίου μετα­βι­βα­στι­κού συμ­βο­λαίου, στο οποίο έχει τεθεί δια­λυ­τική αίρεση ή προ­θε­σμία, ως χρόνος κτήσης του ακι­νή­του θεω­ρεί­ται ο χρόνος κατάρ­τι­σης του οικείου συμ­βο­λαίου.

8.Σε περι­πτώ­σεις κτήσης ακι­νή­του με ανα­γκα­στικό πλει­στη­ρια­σμό, ως χρόνος κτήσης λογί­ζε­ται η ημε­ρο­μη­νία έκδοσης της περί­λη­ψης κατα­κυ­ρω­τι­κής έκθεσης.

9.Στα παρα­χω­ρη­θέ­ντα ακίνητα λόγω αγρο­τι­κής ή αστικής απο­κα­τά­στα­σης ή ανα­δα­σμού, ως χρόνος κτήσης θεω­ρεί­ται ο χρόνος κύρωσης της δια­νο­μής ή του ανα­δα­σμού, εφόσον αυτός ανα­γρά­φε­ται στον σχετικό τίτλο κυριό­τη­τας, και σε κάθε άλλη περί­πτωση ο χρόνος έκδοσης του τίτλου κυριό­τη­τας, ανε­ξάρ­τητα από την ημε­ρο­μη­νία του χορη­γη­θέ­ντος από την Υπη­ρε­σία αντι­γρά­φου ή της μετα­γρα­φής του.

10. Όταν ο τίτλος κτήσης έχει διορ­θω­θεί ως προς τα περι­γρα­φικά στοι­χεία του ακι­νή­του, με μετα­γε­νέ­στερο συμ­βό­λαιο, χρόνος κτήσης θεω­ρεί­ται η ημε­ρο­μη­νία του αρχικού συμ­βο­λαίου.

11. Στις περι­πτώ­σεις μετα­βί­βα­σης της πλήρους κυριό­τη­τας ακι­νή­του που απο­κτή­θηκε κατά ψιλή κυριό­τητα και επι­καρ­πία αντί­στοιχα σε δια­φο­ρε­τι­κούς χρόνους, ως χρόνος κτήσης της πλήρους κυριό­τη­τας θεω­ρεί­ται ο χρόνος κατά τον οποίο απο­κτή­θηκε κατά ποσοστό 75% του­λά­χι­στον η αξία της πλήρους κυριό­τη­τας, σύμφωνα με τις δια­τά­ξεις του άρθρου 15 ν. 2961/2001.

Με τη δεύτερη απόφαση καθο­ρί­ζε­ται η δια­δι­κα­σία και αλλά και το έντυπο της υπο­βο­λής της δήλωσης φόρου υπε­ρα­ξίας, τα κύρια σημεία της οποίας έχουν ως εξής:

– Ο φορο­λο­γού­με­νος που μετα­βι­βά­ζει ακίνητη περιου­σία υπο­χρε­ού­ται, πριν τη σύνταξη του συμ­βο­λαίου, να δηλώνει το σύνολο των στοι­χείων που αφορούν τον προσ­διο­ρι­σμό του φόρου υπε­ρα­ξίας.

Η δήλωση περι­λαμ­βά­νει τα στοι­χεία του πωλητή, του συμ­βο­λαιο­γρά­φου που καταρ­τί­ζει την συμ­βο­λαιο­γρα­φική πράξη και θα διε­νερ­γή­σει την παρα­κρά­τηση και την απόδοση του φόρου, τα στοι­χεία του αγο­ρα­στή, τον χρόνο και την αξία κτήσης και μετα­βί­βα­σης, το είδος της ακί­νη­της περιου­σίας ή των ιδα­νι­κών μερι­δίων αυτής ή του εμπράγ­μα­του δικαιώ­μα­τος, τα έτη δια­κρά­τη­σης, τους συντε­λε­στές και τον υπο­λο­γι­σμό του φόρου. Ο συμ­βο­λαιο­γρά­φος υπο­χρε­ού­ται να ελέγχει και να βεβαιώ­νει την ακρί­βεια των στοι­χείων αυτών καθώς και να θεωρεί τη δήλωση, δεν έχει, όμως, ευθύνη για όσα στοι­χεία δεν έχουν περιέλ­θει σε γνώση του και δεν περι­λαμ­βά­νο­νται στο συμ­βό­λαιο που συντάσ­σει.

Αν με το ίδιο συμ­βό­λαιο μετα­βι­βά­ζο­νται περισ­σό­τερα εμπράγ­ματα δικαιώ­ματα, ο φορο­λο­γού­με­νος (πωλητής) υπο­βάλ­λει μία δήλωση στην οποία θα περι­γρά­φο­νται τα στοι­χεία που αφορούν το κάθε δικαί­ωμα. Αν με το ίδιο συμ­βό­λαιο περισ­σό­τερα πρόσωπα (πωλητές) μετα­βι­βά­ζουν, υπο­βάλ­λε­ται από το καθένα χωριστή δήλωση.

Η δήλωση παρα­λαμ­βά­νε­ται από υπάλ­ληλο της Δ.Ο.Υ. της έδρας του συμ­βο­λαιο­γρά­φου. Η δήλωση υπο­γε­γραμ­μένη από τον συμ­βο­λαιο­γράφο και τον πωλητή υπο­βάλ­λε­ται σε τρία αντί­τυπα, από τα οποία το πρώτο παρα­μέ­νει στη Δ.Ο.Υ., και τα υπό­λοιπα αντί­τυπα επι­στρέ­φο­νται θεω­ρη­μένα. Την ίδια ημέρα ή το αργό­τερο την επόμενη ημέρα της σύντα­ξης του συμ­βο­λαίου ο συμ­βο­λαιο­γρά­φος κατα­χω­ρεί σε ανε­ξάρ­τητη εφαρ­μογή του πλη­ρο­φο­ρια­κού συστή­μα­τος του Υπουρ­γείου Οικο­νο­μι­κών (δίκτυο TAXISnet) του­λά­χι­στον τα εξής στοι­χεία: τον Αριθμό Φορο­λο­γι­κού Μητρώου (ΑΦΜ) του πωλητή, τον αριθμό και την ημε­ρο­μη­νία σύντα­ξης του συμ­βο­λαίου, το ποσό της υπε­ρα­ξίας επί του οποίου υπο­λο­γί­ζε­ται ο φόρος, τη Δ.Ο.Υ. παρα­λα­βής της δήλωσης, τον αριθμό της δήλωσης και το φορο­λο­γικό έτος που αφορά. Με την κατα­χώ­ριση ορι­στι­κο­ποιεί­ται η δήλωση, βεβαιώ­νε­ται η οφειλή στον Α.Φ.Μ. του συμ­βο­λαιο­γρά­φου και παρά­γε­ται μονα­δι­κός κωδικός πλη­ρω­μής του παρα­κρα­τη­θέ­ντος φόρου και η «Ταυ­τό­τητα Οφειλής»(Τ.Ο.). Θεω­ρη­μένο αντί­γραφο της δήλωσης που υπο­βάλ­λει ο πωλητής στη Δ.Ο.Υ. επι­συ­νά­πτε­ται στο συμ­βό­λαιο.

– Ο φόρος που παρα­κρα­τεί­ται από το συμ­βο­λαιο­γράφο με τη σύνταξη του συμ­βο­λαίου απο­δί­δε­ται από αυτόν με τρα­πε­ζική επιταγή που έχει ήδη εκδώσει κατά το χρόνο σύντα­ξης του συμ­βο­λαίου ο πωλητής σε διαταγή του Ελλη­νι­κού Δημο­σίου, εντός πέντε εργά­σι­μων ημερών από την υπο­γραφή του συμ­βο­λαίου, η οποία κατα­τί­θε­ται απο­κλει­στικά στην τράπεζα έκδοσης της τρα­πε­ζι­κής επι­τα­γής.

Ο συμ­βο­λαιο­γρά­φος για την κατά­θεση της τρα­πε­ζι­κής επι­τα­γής ενεργεί ως πλη­ρε­ξού­σιος του Ελλη­νι­κού Δημο­σίου και νόμιμος κομι­στής της επι­τα­γής. Η κατά­θεση των τρα­πε­ζι­κών επι­τα­γών γίνεται από τους φορείς είσπρα­ξης, όπως αυτοί έχουν οριστεί στην αριθμ. Δ5Α 1123655 ΕΞ 2013 (Β΄1964) Απόφαση του Υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών σε μετα­βα­τι­κούς λογα­ρια­σμούς με την ονο­μα­σία «Λογα­ρια­σμός Ελλη­νι­κού Δημο­σίου Από­δο­σης Φόρου Υπε­ρα­ξίας Ακι­νή­των».

Οι λογα­ρια­σμοί αυτοί είναι ειδικού σκοπού για την απόδοση των ποσών αυτών για την πληρωμή της Ταυ­τό­τη­τας Οφειλής που συνο­δεύει εκάστη επιταγή. Η Ταυ­τό­τητα Οφειλής εξο­φλεί­ται αυθη­με­ρόν από τους φορείς είσπρα­ξης. Η οφειλή δεν βαρύνει τον συμ­βο­λαιο­γράφο πριν παρέλ­θει η προ­θε­σμία από­δο­σης του φόρου , δηλαδή κατά τις πέντε εργά­σι­μες ημέρες από την υπο­γραφή του συμ­βο­λαίου, και κατά το διά­στημα αυτό δεν λαμ­βά­νο­νται ασφα­λι­στικά ή διοι­κη­τικά μέτρα είσπρα­ξης εις βάρος αυτού, και η οφειλή δεν λαμ­βά­νε­ται υπόψη για τη χορή­γηση απο­δει­κτι­κού ενη­με­ρό­τη­τας και δεν συμ­ψη­φί­ζε­ται με τυχόν απαι­τή­σεις του συμ­βο­λαιο­γρά­φου έναντι του Δημο­σίου.

Η δήλωση υπο­βάλ­λε­ται και όταν δεν προ­κύ­πτει υπε­ρα­ξία (μηδε­νική) ή όταν αυτή θεω­ρεί­ται μηδε­νική. Στην περί­πτωση που η υπε­ρα­ξία θεω­ρεί­ται μηδε­νική λόγω από­κτη­σης του δικαιώ­μα­τος προ του 1995, στη δήλωση συμπλη­ρώ­νε­ται μόνο το έτος κτήσης.

Πηγή Καθη­με­ρινή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.