• Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής συζητήθηκε επί της ουσίας, με τη Βρετανή υπήκοο που ζει στη Ρόδο από το 2007 να ζητά προστασία παραμονής και να αμφισβητεί τον πλειστηριασμό ως προϊόν λάθους ιδιοκτησίας, ενώ ο υπερθεματιστής αντιτείνει ότι η διαδικασία ήταν νόμιμη, ότι στηρίχθηκε σε κτηματολογικές εγγραφές και τεχνικούς και νομικούς ελέγχους, και ζητά την πλήρη απόρριψη ως αόριστης και νομικά αβάσιμης
Υπόθεση που έφερε στη δημοσιότητα η «δημοκρατική» δεν βρίσκεται πλέον στο στάδιο των πρώτων προσωρινών κρίσεων, αλλά πέρασε στο πραγματικό πεδίο της δικαστικής αξιολόγησης, καθώς συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου στην ουσία της.
Το επίδικο δεν είναι μια απλή διαφωνία ιδιωτών για ένα ακίνητο, αλλά μια σύγκρουση που ακουμπά την εμπιστοσύνη στις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, τη λειτουργία του Κτηματολογίου, την προστασία της κατοικίας, και τα όρια της καλής πίστης στις συναλλαγές όταν το φυσικό αντικείμενο ενός πλειστηριασμού αμφισβητείται ευθέως.
Από την πλευρά της Βρετανής υπηκόου, την υπόθεση χειρίζεται η δικηγόρος κ. Δωροθέα Αθανασάκη. Από την πλευρά του υπερθεματιστή ο δικηγόρος κ. Μηνάς Τσέρκης.
Η ουσία της διαφοράς, συνδέεται με την τακτική αγωγή χρησικτησίας με αριθμό 52/02.05.2025 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία, σύμφωνα με όσα αναφέρονται, δεν έχει συζητηθεί ακόμη λόγω χορηγηθείσας παράτασης.
Η σημασία της συζήτησης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου είναι ότι εδώ συναντώνται δύο γραμμές που δεν αλληλοακυρώνονται απλώς, αλλά συγκρούονται στο πιο ευαίσθητο σημείο. Στο ποιο ακίνητο περιγράφηκε, ποιο ακίνητο κατασχέθηκε, ποιο ακίνητο πλειστηριάστηκε, ποιος είχε πραγματική κατοχή και νομή, ποιος ενημερώθηκε νόμιμα, και ποιος όφειλε να αντιληφθεί εγκαίρως ότι κάτι δεν ταυτίζεται στην πράξη με τα χαρτιά.
Το ιστορικό της αιτούσας
Η Βρετανή υπήκοος, που ζει και εργάζεται στη Ρόδο από το 2007, υποστηρίζει ότι απέκτησε ακίνητο στη Λάρδο με συμβολαιογραφική πράξη το 2007, ολοκλήρωσε την κατοικία της με χρηματοδότηση από ελληνική τράπεζα και προσημείωση, και διατηρεί στοιχεία που τεκμηριώνουν συνεχή νομή και κατοχή. Προβάλλεται επίσης ότι η ιδιοκτησία είναι καταχωρισμένη στα κτηματολογικά βιβλία και ότι υπάρχει άδεια τουριστικής εκμετάλλευσης με ΜΗΤΕ.
Σύμφωνα με την περιγραφή της, το σπίτι της βγήκε σε πλειστηριασμό όχι λόγω δικού της χρέους, αφού δεν υφίσταται οφειλή, αλλά λόγω χρεών άλλων προσώπων που σχετίζονται με γειτονική ιδιοκτησία στο ίδιο οικόπεδο, σε καθεστώς οριζόντιων ιδιοκτησιών. Το κρίσιμο επιχείρημα είναι ότι κατά την αναγκαστική εκτέλεση περιγράφηκε λάθος ιδιοκτησία, με αποτέλεσμα να συμπεριληφθούν τμήματα της δικής της κατοικίας, και ότι η ίδια δεν έλαβε ποτέ πραγματική ενημέρωση, καθώς οι επιδόσεις, όπως υποστηρίζει, έγιναν σε τρίτο μη εξουσιοδοτημένο δικηγόρο.
Στο ακροατήριο, το πρακτικό βάρος τέτοιων ισχυρισμών δεν είναι θεωρητικό. Αν αποδειχθεί ότι το περιγραφόμενο αντικείμενο της εκτέλεσης δεν αντιστοιχεί στο ακίνητο όπου ασκείται η νομή και κατοχή, τότε η υπόθεση παύει να είναι μια τυπική σύγκρουση για τη νομή και μετατρέπεται σε υπόθεση σύγχυσης περιγραφών με ευρύτερες συνέπειες.
Οι τρεις άξονες της νομικής της γραμμής, χρησικτησία, επιδόσεις, καταχρηστικότητα
Η πλευρά της αιτούσας, μέσω της κ. Δωροθέας Αθανασάκη, στηρίζει τη θέση της σε τρία βασικά σημεία όπως τα έχει ήδη δημοσιοποιήσει η «δημοκρατική». Πρώτον, επικαλείται εμπράγματο δικαίωμα χρησικτησίας, με συνεχή και αδιατάρακτη νομή και κατοχή από το 2007. Δεύτερον, προβάλλει ακυρότητα επιδόσεων, υποστηρίζοντας ότι οι κοινοποιήσεις έγιναν σε αναρμόδιο αντίκλητο και ότι η ίδια δεν έλαβε γνώση της διαδικασίας. Τρίτον, μιλά για καταχρηστικότητα και δόλο, υποστηρίζοντας ότι όσοι είχαν καθήκον να αποτυπώσουν και να προστατεύσουν την πραγματική κατάσταση δεν το έπραξαν, με αποτέλεσμα να προκύψει πλειστηρίασμα από κατοικία σε καλή κατάσταση.
Η ίδια πλευρά έχει επίσης συνδέσει την υπόθεση με εισαγγελική ενημέρωση και με προαναγγελία ποινικής κίνησης, καθώς και με σκέψεις προσφυγής σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στοιχεία που προσθέτουν πολιτική και κοινωνική πίεση στην εξέλιξή της, ανεξάρτητα από το τελικό δικαστικό αποτέλεσμα.
Η απάντηση του υπερθεματιστή, νόμιμη διαδικασία και πλήρης επιμέλεια πριν την πλειοδοσία
Η άλλη πλευρά, μέσα από το σημείωμα που κατατέθηκε, παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Ο υπερθεματιστής δηλώνει ότι αναζητούσε ακίνητο στη Νότια Ρόδο για τουριστική αξιοποίηση, ότι εντόπισε τον πλειστηριασμό στην πλατφόρμα e-auction, και ότι το αντικείμενο περιγραφόταν ως συγκεκριμένη οριζόντια ιδιοκτησία με σαφή στοιχεία και μεταγραφή στα κτηματολογικά βιβλία Ρόδου. Επικαλείται ότι στην πλατφόρμα υπήρχαν αναρτημένα στοιχεία, μεταξύ των οποίων έκθεση εκτίμησης αγοραίας αξίας, με γεωγραφικές συντεταγμένες, πολεοδομικά χαρακτηριστικά, περιγραφή κατάστασης του κτηρίου και αναφορά σε λειτουργία τουριστικού καταλύματος.
Στο πεδίο της επιμέλειας, ο υπερθεματιστής αναφέρει ότι επισκέφθηκε το ακίνητο 3 φορές πριν τον πλειστηριασμό και ότι χτύπησε επανειλημμένα κουδούνι χωρίς ανταπόκριση, συμπεραίνοντας ότι δεν κατοικεί κάποιος εκεί. Δηλώνει ότι προσέλαβε δικηγόρο και μηχανικό σύμβουλο, ώστε να ελεγχθεί η νομική και πραγματική κατάσταση, και ότι οι σύμβουλοί του επιβεβαίωσαν την ταύτιση του ακινήτου με την περιγραφή της κατάσχεσης και της εκτίμησης.
Κατόπιν, περιγράφεται ότι στις 05/02/2025 ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός ολοκληρώθηκε με κατακύρωση στον ίδιο ως υπερθεματιστή με τίμημα 323.002,00 ευρώ, συντάχθηκε έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού, και ακολούθησε μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης στο Κτηματολόγιο.
Στο καθαρά δικονομικό επίπεδο, η πλευρά του υπερθεματιστή ζητά από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ως αόριστη και νόμω αβάσιμη. Επικαλείται ότι το αίτημα αναγνώρισης προσωρινής συννομής δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοτελές αντικείμενο ασφαλιστικών μέτρων, ότι δεν περιγράφεται πραγματική διατάραξη νομής με τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, και ότι προβάλλονται αιτήματα που, όπως ισχυρίζεται, κινούνται σε απαγορευμένο πεδίο μελλοντικών και αβέβαιων γεγονότων.
Επιπλέον, απορρίπτει την κατηγορία περί δόλου. Υποστηρίζει ότι δεν θα είχε κανένα λογικό τρόπο να γνωρίζει σφάλμα περί το ποιο ακίνητο κατέχει η αντίδικος, ειδικά όταν, όπως αναφέρει, η ίδια φέρεται να ομολογεί ότι αντιλήφθηκε κρίσιμο λάθος σχετικά με το τι της μεταβιβάστηκε μόλις στις 26/04/2025.













