ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η Ρόδος του Γιώργου Οικονόμου

news room 1 λεπτό ανάγνωση
761
Μέγεθος γραμμάτων

Ο σκη­νο­θέ­της Γιώρ­γος Οι­κο­νό­μου γρά­φει για τη δικιά του Ρόδο.

Πρω­το­βρέ­θη­κα μι­κρός με την οι­κο­γέ­νεια στη Ρόδο ένα Πάσχα στα μέσα της δε­κα­ε­τί­ας του ’60. Σαν να βρέ­θη­κα σε σκη­νι­κό ται­νί­ας του Κων­στα­ντά­ρα. Ολί­γον του­ρι­στι­κή, ολί­γον κο­σμο­πο­λί­τι­κη και πάρα πολύ ωραία. Δεν είχαν πε­ρά­σει πολλά χρό­νια απ’ την εν­σω­μά­τω­ση του νη­σιού και ήταν προ­φα­νές πως η ατζέ­ντα ήταν μία: Του­ρι­σμός. Η Παλιά Πόλη είχε αρ­χί­σει να αξιο­ποιεί­ται, το Ήχος και Φως εντυ­πω­σί­α­ζε τους επι­σκέ­πτες κι οι ξε­να­γοί είχαν υλικό να λεν απ’ την αρ­χαιό­τη­τα, τον Κο­λοσ­σό, τους Ιπ­πό­τες μέχρι και την Ιτα­λο­κρα­τία. Στις τα­βέρ­νες και τα εστια­τό­ρια έρεε η Cair και οι πρώ­τοι του­ρί­στες έφευ­γαν ευ­τυ­χείς και φορ­τω­μέ­νοι με ομπρέ­λες κι άλλα duty free αγαθά. Οι Ρο­δί­τισ­σες μάνες εγκυ­μο­νού­σαν τα πρώτα ηρω­ι­κά κα­μά­κια της επό­με­νης δε­κα­ε­τί­ας.

Ο προ­ο­ρι­σμός μας όμως ήταν και πα­ρέ­μει­νε για πολλά χρό­νια η Λίν­δος. Εκεί η ατμό­σφαι­ρα ήταν πολύ δια­φο­ρε­τι­κή. Ήταν αναμ­φί­βο­λα το ωραιό­τε­ρο και πιο αρ­μο­νι­κό μέρος του κό­σμου. Οι λίγοι ξένοι που ζού­σαν εκεί ήταν ένα κράμα από καλ­λι­τέ­χνες κι εκ­κε­ντρι­κούς τυ­χο­διώ­κτες, όλοι τους άν­θρω­ποι με στιλ και από­λυ­το σε­βα­σμό στον τόπο και τους κα­τοί­κους του. Η ομορ­φιά του το­πί­ου, το πά­ντρε­μα του λόφου με τη θά­λασ­σα, τα κα­πε­τα­ναί­ι­κα σπί­τια, τα ρο­δί­τι­κα δά­πε­δα, οι μυ­ρω­διές απ’ την αρ­μύ­ρα, τις αμυ­γδα­λιές και τις κα­βα­λί­νες με μά­γευαν. Είχα πιά­σει και παρέα με όλη τη μα­ρί­δα του χω­ριού και δεν με στα­μά­τα­γε τί­πο­τα. Οι γο­νείς ήταν απροσ­δό­κη­τα ελα­στι­κοί για τον απλού­στα­το λόγο ότι δεν φο­βό­ντου­σαν μη με πα­τή­σει κα­νέ­να αυ­το­κί­νη­το. Ο Του­ρι­σμός ήταν ημε­ρή­σιος. Ένα σα­ρά­βα­λο της γραμ­μής έφερ­νε κά­ποιους τα­λαί­πω­ρους του­ρί­στες. Τους φόρ­τω­ναν οι ντό­πιοι άρον-άρον στα γαϊ­δου­ρά­κια, τους ανέ­βα­ζαν στο κά­στρο, τους κάναν μια γρή­γο­ρη ξε­νά­γη­ση κι άντε στο καλό. Η πα­ρα­λία ήταν έρημη, το ίδιο κι η πα­ρα­λία του Άγιου Παύ­λου και υπέ­ρο­χα ανα­ξιο­ποί­η­τη. Θυ­μά­μαι δύο τα­βέρ­νες. Του Μαυ­ρί­κου στην πλα­τεία και μια στην άκρη της πα­ρα­λί­ας που την έφτα­νες μόνο πε­ρι­πα­τώ­ντας στην άμμο.

Μετά από με­ρι­κά χρό­νια στα­μα­τή­σα­με να πη­γαί­νου­με και ξα­να­γύ­ρι­σα με την κόρη μου και μια φίλη της γύρω στο 2000. Τη μυ­ρω­διά απ’ την αρ­μύ­ρα, τις αμυ­γδα­λιές, αντα­γω­νι­ζό­ταν πια η μυ­ρω­διά απo μπέι­κον, Piz Buin και χθε­σι­νή μπίρα. Για κά­ποιο λόγο μεί­να­με σε κάτι δω­μά­τια στη μικρή πα­ρα­λία πάνω από ένα all day bar που λε­γό­ταν Sunburned Arms. Νο­μί­ζω πως το όνομα του μα­γα­ζιού πε­ριέ­γρα­φε εξαι­ρε­τι­κά και την πλειο­ψη­φία των θα­μώ­νων: Τα Ηλιο­κα­μέ­να Μπρά­τσα. Γλώσ­σα η Αγ­γλι­κή. Η Λίν­δος είχε πια τρι­πλα­σια­στεί, στις πα­ρα­λί­ες οι ομπρέ­λες κα­βά­λα­γαν η μία την άλλη. Το ίδιο κι οι λουό­με­νοι αλλά όχι ανα­γκα­στι­κά για σε­ξουα­λι­κούς λό­γους. Με τόση μπίρα τι να σου κάνει ο άν­θρω­πος; Κάθε σπίτι και μα­γα­ζί, μπαρ ή φα­γά­δι­κο. Αν κυ­κλο­φο­ρή­σεις θα συ­να­ντή­σεις όλες τα κου­ζί­νες του κό­σμου. Άλλες φορές θα ’σαι τυ­χε­ρός κι άλλες άτυ­χος. Αν δεν ρω­τή­σεις δεν θα μά­θεις. Πε­ρά­σα­με καλά και τε­λεί­ως απε­νο­χο­ποι­η­μέ­να με τα κο­ρί­τσια. Είχαν μόλις τε­λειώ­σει το δη­μο­τι­κό, χά­ρη­καν την ελευ­θε­ρία τους και γε­λά­σα­με πολύ. Συ­νά­ντη­σα και παι­δι­κούς φί­λους που είχα χρό­νια να δω κι αυτό ήταν με­γά­λη χαρά.

Το 2006 βρέ­θη­κα στη Ρόδο για δου­λειά. Καλ­λι­τε­χνι­κός διευ­θυ­ντής στο ΔΗ­ΠΕ­ΘΕ Ρόδου. Δεν ήταν εύ­κο­λα χρό­νια. Αλλά όταν έστρι­βα αυτή τη στρο­φή στα 50 χι­λιό­με­τρα της Ρόδου – Λίν­δου έβρι­σκα πάλι την όασή μου. Έβρι­σκα τους πα­λιούς μου φί­λους, έβρι­σκα και τον Μι­χά­λη και τον Δη­μή­τρη τον Μαυ­ρί­κο και στο ιστο­ρι­κό τους εστια­τό­ριο μου λέγαν ιστο­ρί­ες για όλα τα χρό­νια που εί­χα­με χαθεί. Πι­κά­ντι­κες κι ωραί­ες ιστο­ρί­ες, όπως και το μενού τους. Γιατί η Λίν­δος μπο­ρεί να άλ­λα­ξε αλλά για μένα δεν έχασε ποτέ τη μα­γεία της.

Η Ρόδος πια ζει από τον μα­ζι­κό του­ρι­σμό. Όπως στην ται­νία «Η μέρα της μαρ­μό­τας» ο χρό­νος έχει κολ­λή­σει. Απέ­να­ντι απ’ το πα­ρά­θυ­ρο μου είχε μια τα­βέρ­να: Ο Να­πο­λέ­ων. Ίδια μέρα κάθε χρόνο άνοι­γε, ίδια μέρα έκλει­νε. Με το ίδιο μενού, το ίδιο προ­σω­πι­κό και σί­γου­ρα με την ίδια πε­λα­τεία. Κι έτσι λει­τουρ­γεί σχε­δόν όλη η πόλη, εκτός από δυο τρία ξε­νο­δο­χεία και το Κα­ζί­νο. Η αυ­λαία ανοί­γει το Πάσχα και πέ­φτει τον Νο­έμ­βριο. Το κα­λο­καί­ρι έχει για όλα τα γού­στα. Ορ­φα­νί­δου για ξε­φά­ντω­μα, Colorado για ρο­κιές, εστια­τό­ρια για κάθε ου­ρα­νί­σκο και βα­λά­ντιο, γνή­σια μέρη και δη­θε­νιές όπως και πα­ντού εξάλ­λου. Μπαρ και χο­ρευ­τά­δι­κα στην Παλιά Πόλη που θα έπρε­πε να κλεί­σουν όλα μα κα­νείς δεν το τολ­μά­ει. Αν θέ­λε­τε κάτι πιο ψαγ­μέ­νο ρω­τή­στε να σας πουν πού υπάρ­χουν κα­ντί­νες. Είναι ημι­πα­ρά­νο­μα δια­κρι­τι­κά τα­βερ­νά­κια σε διά­φο­ρες αμ­μου­διές, όπως η Τρα­ου­νού ή η Καλ­λι­θέα με ευ­χά­ρι­στη ατμό­σφαι­ρα και συ­νή­θως τίμιο φαΐ. Όποιος όμως θέλει πραγ­μα­τι­κά να χαρεί το νησί ας πάει το χει­μώ­να. Η Παλιά Πόλη, η Λίν­δος, το Φα­λη­ρά­κι κι όλες οι του­ρι­στι­κές πε­ριο­χές είναι ερη­μω­μέ­νες σαν στοι­χειω­μέ­να σκη­νι­κά πα­λιάς ται­νί­ας. Η θά­λασ­σα, όμως, κι η ιστο­ρία του νη­σιού ζω­ντα­νεύ­ουν. Αυτή την πα­νέ­μορ­φη Ρόδο συ­στή­νω στους φί­λους μου.

Πηγή: athensvoice.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.