Με την υπ’ αρίθμ. 77/2020 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου, απορρίφθηκε η αγωγή, που άσκησε, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ένας πρώην υπάλληλος του ΣΔΟΕ Νοτίου Αιγαίου, που βρέθηκε στο επίκεντρο δικαστικής και υπηρεσιακής έρευνας η οποία προκάλεσε θόρυβο στο νησί της Ρόδου, μετά από καταγγελίες σε βάρος του για έκνομες ενέργειες κατά την άσκηση των καθηκόντων του, οι οποίες διαψεύστηκαν μετά από μακροχρόνια ταλαιπωρία του, με τη «βούλα» αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων.
Με απόφαση του υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, τον Ιανουάριο του 1992, διορίστηκε σε κενή οργανική θέση δόκιμου υπαλλήλου του Κλάδου ΠΕ Φοροτεχνικών (σήμερα Εφοριακών) και ορκίστηκε τον Μάιο του ίδιου έτους στη Δ.Ο.Υ. Λέρου.
Τον Απρίλιο του ίδιου έτους μετατέθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Λέρου στη Δ.Ο.Υ. Ρόδου, όπου υπηρέτησε συνεχώς με το βαθμό Γ΄ του Κλάδου ΠΕ Εφοριακών μέχρι τον Ιούλιο του 1997.
Ακολούθως μετατέθηκε στην Περιφερειακή Διεύθυνση Σ.Δ.Ο.Ε. Νοτίου Αιγαίου.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1998, κατόπιν νόμιμης εντολής προληπτικού ελέγχου της προϊσταμένης αρχής του, που εδόθη στον ίδιο και σε δύο συναδέλφους του, διενήργησε έλεγχο του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και Φ.Π.Α. σε ατομική επιχείρηση κατασκευής, πώλησης και τοποθέτησης κουφωμάτων αλουμινίου.
Ο έλεγχος αυτός, όπως επισημαίνεται στην αγωγή, ήταν καθ΄ όλα νόμιμος και εντός των πλαισίων άσκησης των καθηκόντων του.
Από τον έλεγχο διαπιστώθηκαν μεγάλες οικονομικές παραβάσεις στην επιχείρηση, οι οποίες και καταλογίστηκαν από τη Δ.Ο.Υ. Ρόδου, στην οποία είχε σταλεί αρμοδίως η σχετική έκθεση ελέγχου.
Για τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν επιβλήθηκε στον επιχειρηματία πρόστιμο ύψους 600.000 δρχ..
Οι παραβάσεις δε αυτές, οι οποίες ήταν ουσιώδεις, επιβεβαιώθηκαν από επανελέγχους που διενεργήθηκαν αργότερα.
Στη συνέχεια και συνεπεία των παραπάνω διαπιστωθεισών παραβάσεων, δυνάμει έγγραφης εντολής τακτικού ελέγχου φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογικών αντικειμένων, των ανέλεγκτων οικονομικών ετών 1993 έως 1999 του τότε Διευθυντή του Τοπικού Ελεγκτικού Κέντρου Ρόδου, προς Εφοριακό Υπάλληλο του Τ.Ε.Κ. Ρόδου, διενεργήθηκε τακτικός έλεγχος στην επιχείρηση, διαπιστώθηκαν παραβάσεις και επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ποσού 60.115.735 δρχ.
Τον Ιανουάριο του 2000, όπως περιγράφεται στην αγωγή, κατηγορήθηκε ψευδώς από κοινού με τους παραπάνω συναδέλφους του, για τα εγκλήματα της δωροδοκίας χάριν νομίμων πράξεων και της εκβίασης προκειμένου να επιτευχθεί, χωρίς ωστόσο να καταφερθεί, η απαλλαγή της επιχείρησης με βάση το άρθρο 50 του Ν. 2065/92 από πρόστιμα, προσαυξήσεις και κάθε δίωξη εν γένει, με κατασκευή κατηγοριών και το συνακόλουθο διασυρμό του, τόσο ενώπιον του Προϊσταμένου της Περιφερείας Νοτίου Αιγαίου του Σ.Δ.Ο.Ε. και του Οικονομικού Επιθεωρητή, όσο και ενώπιον των Εισαγγελικών και Ανακριτικών Αρχών και Δικαστηρίων.
Εξαιτίας των καταγγελιών αυτών, με την από 26 Ιανουαρίου 2000 απόφαση του υπουργού Οικονομικών μετακινήθηκε από την Περιφερειακή Διεύθυνση Σ.Δ.Ο.Ε. Νοτίου Αιγαίου στη Δ.Ο.Υ. Ρόδου και στη συνέχεια αποσπάστηκε από την Περιφερειακή Διεύθυνση Νοτίου Αιγαίου στη Δ.Ο.Υ Ρόδου.
Η απόσπασή του δε αυτή παρατάθηκε μέχρι 30 Αυγούστου 2002.
Στη συνέχεια όμως βεβαιώθηκε η θέση του στην κατάσταση της υποχρεωτικής αργίας από 16 Φεβρουαρίου 2001, ημερομηνία έκδοσης κατηγορητηρίου του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου, με το οποίο παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.
Με απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, καταδικάστηκαν πρωτοδίκως.
Στη συνέχεια, και αφού άσκησαν έφεση επί της παραπάνω απόφασης, εκδόθηκε απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, με την οποίαν οι δύο συνάδελφοί του απαλλάχθηκαν από όλες τις κατηγορίες, ενώ ο ίδιος αθωώθηκε για την κατηγορία της εκβίασης, κηρύχθηκε όμως ένοχος για την κατηγορία της παθητικής δωροδοκίας.
Για την πράξη αυτή του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους με αναστολή.
Στη συνέχεια και αφού άσκησε αναίρεση κατά της παραπάνω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, εκδόθηκε απόφαση του ΣΤ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε.
Ακολούθως, με απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, η σκευωρία που εξυφάνθη εναντίον του, όπως τονίζει, με τις «διάτρητες και πεποιημένες κατηγορίες» που του αποδόθηκαν, κατέπεσε πανηγυρικά, αφού κηρύχθηκε ομοφώνως και μετά από σύμφωνη πρόταση του Αντιεισαγγελέα Εφετών αθώος και της κατηγορίας της παθητικής δωροδοκίας.
Στο μεταξύ όμως με την από 19 Ιουλίου 2005 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών μετατέθηκε από την Περιφερειακή Διεύθυνση του Σ.Δ.Ο.Ε. Νοτίου Αιγαίου στη Δ.Ο.Υ. Ρόδου ως υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Εφοριακών και με βαθμό πλέον Β΄.
Στη συνέχεια όταν η παραπάνω αθωωτική απόφαση κατέστη αμετάκλητη με απόφαση του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών την 27η Ιανουαρίου 2006 βεβαιώθηκε η αυτοδίκαιη επαναφορά του στην υπηρεσία.
Σε συνέχεια της παραπάνω απόφασης, με την οποίαν τέθηκε σε υποχρεωτική αργία, εκδόθηκαν δύο καταλογιστικές αποφάσεις του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με τις οποίες του καταλογίστηκε το ποσό των 15.468,05 ευρώ για αποδοχές που αχρεωστήτως είχε εισπράξει.
Μετά την αμετάκλητη αθώωσή του δικαιούται όλες τις αποδοχές του για το χρονικό διάστημα που ήταν εκτός υπηρεσίας, ήτοι σε αργία, σύμφωνα με το άρθρο 56 παρ. 1 του Ν. 2065/1992.
Για το λόγο αυτό με αίτησή του προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ζήτησε την αποκατάστασή του. Του επέστρεψαν τις αποδοχές του παραπάνω χρονικού διαστήματος, που του είχαν παρακρατηθεί, όχι όμως και το Κίνητρο Απόδοσης, τα ΔΙΒΕΕΤ και τα Έξοδα Κίνησης, ούτε οι αποδοχές λόγω μη χορήγησης της κανονικής άδειας, αλλά ούτε και η διαφορά λόγω τη χορήγησης των μισθολογικών κλιμακίων που εδικαιούτο.
Διεκδικεί έτσι να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει όσα δικαιούται.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ