ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Γιάννης Κεφάλας: Ο εμπνευστής της φημισμένης Ζωντανής Φάτνης Σαλάκου

Μαίρη Φώτη 9 λεπτά ανάγνωση
Γιάννης Κεφάλας
Ο εμπνευστής της φημισμένης Ζωντανής Φάτνης Σαλάκου

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

Πριν από 43 χρόνια, μια παρέα από τη Σάλακο σε μια ανάβαση στο βουνό, απο­φά­σισε να μπει σε μια σπηλιά που κανένας δεν πλη­σί­αζε, αφού οι παλαιό­τε­ροι έλεγαν ιστο­ρίες που προ­κα­λού­σαν φόβο για το τι κρύ­βε­ται εκεί μέσα…

Σήμερα η σπηλιά αυτή είναι πλέον γνωστή ως η ξακου­στή και φημι­σμένη Ζωντανή Φάτνη Σαλάκου, που απο­τε­λεί σημείο ανα­φο­ράς της εορ­τα­στι­κής περιό­δου για τους κατοί­κους και τους επι­σκέ­πτες της Ρόδου. Φέτος, εκτι­μά­ται ότι περισ­σό­τε­ροι από 25.000 άνθρω­ποι πέρασαν την εορ­τα­στική περίοδο από τη Ζωντανή Φάτνη Σαλάκου.

Πώς όμως από την ανάβαση μιας παρέας στο βουνό, έφτασε να λει­τουρ­γεί η Φάτνη Σαλάκου 40 συνε­χό­μενα χρόνια;

Ο πρω­τερ­γά­της της προ­σπά­θειας, κ. Γιάννης Κεφάλας, ήταν εκείνος ο τολ­μη­ρός νέος που πριν από 43 χρόνια μπήκε μέσα στη σπηλιά που ήταν ταυ­τι­σμένη με τρο­με­ρές ιστο­ρίες… Και η πρώτη ιδέα που του ήρθε αντι­κρύ­ζο­ντας το εσω­τε­ρικό της σπηλιάς ήταν πως εκεί θα μπο­ρούσε να λει­τουρ­γή­σει μια ζωντανή Φάτνη. Και έτσι κι έγινε.

Την πολύ ενδια­φέ­ρουσα αυτή ιστορία αφη­γεί­ται σήμερα στη «δημο­κρα­τική» ο εμπνευ­στής της Ζωντα­νής Φάτνης Σαλάκου, ο 82χρονος σήμερα, κ. Γιάννης Κεφάλας, ο οποίος μέχρι σήμερα επι­με­λεί­ται της συντα­γής για το τσάι, το «χαίρε-παίδι», που προ­σφέ­ρε­ται δωρεάν στους χιλιά­δες επι­σκέ­πτες.

Κυριε Κεφάλα, φέτος η Ζωντανή Φάτνη Σαλάκου, που έχει γίνει σημείο ανα­φο­ράς για την εορ­τα­στική περίοδο, έκλεισε 40 χρόνια συνε­χούς λει­τουρ­γίας. Θα θέλαμε από εσάς, ως πρω­τερ­γάτη και εμπνευ­στή αυτής της προ­σπά­θειας, να μας πείτε πώς ξεκί­νησε η ιδέα και πώς υλο­ποι­ή­θηκε.

Εγώ, είχα μαγαζί στην πλατεία του χωριού. Πάντα ήμουν πρώτος σε όλα τα θέματα του χωριού και ασχο­λιό­μουν όπου μπο­ρούσα να βοηθήσω. Μια μέρα, όπως κου­βε­ντιά­ζαμε με συγ­χω­ρια­νούς για τα νερά του χωριού μας, απο­φα­σί­σαμε να πάμε να δούμε από πού βγαίνει αυτό το τρε­χού­μενο νερό. Κάποιος είπε να ανε­βούμε στο βουνό όπου εκεί είχε μια τρύπα που όταν πετού­σες μια πέτρα, άκουγες μετά από λίγο τον θόρυβο που έκανε πέφτο­ντας σε νερό. Την άλλη μέρα, τρεις φίλοι, εγώ, ο Ζαγο­ρια­νός ο Γιάννης και ο Καπάκης ο Γιώργης, ανε­βή­καμε στο βουνό να βρούμε την τρύπα, αλλά δεν τη βρήκαμε. Εκείνος που μας είχε πει για εκείνη την τρύπα με το νερό, ο Βασίλης ο Τρια­ντα­φύλ­λου, ούτε εκείνος κατά­φερε να τη βρει και μας άφησε μόνους εκεί να ψάξουμε γιατί ο άνθρω­πος είχε δουλειά, έπρεπε να φύγει. Κατε­βαί­ναμε λοιπόν εμείς οι τρεις σιγά σιγά… Φτά­νο­ντας στο σπήλαιο, όπου σήμερα γίνεται η Φάτνη, απο­φα­σί­σαμε να μπούμε μέσα. Είχαμε μαζί μας σκοινιά, εργα­λεία, φακούς. Είπαμε να μπούμε λοιπόν, να δούμε μήπως ήταν αυτό το σημείο που μας είπε ο Τρια­ντα­φύλ­λου.

Για να δείτε αν βγαίνει από εκεί το νερό.

Ναι. Μπήκα μέσα πρώτος εγώ, αλλά μπήκα φοβι­σμένα, διότι από μικρά παιδιά, οι άνθρω­ποι μεγα­λύ­τε­ρης ηλικίας του χωριού μάς είχαν φοβίσει με διά­φο­ρες ιστο­ρίες και φαντα­σίες γι΄αυτό το σπήλαιο, κι εμείς τα μικρά παιδιά δεν μπαί­ναμε μέσα. Μας είχαν φοβε­ρί­σει. Όταν μπήκα εγώ μέσα, είδα απλώς ένα σπήλαιο. Απ έξω ακριβώς, ένας συγ­χω­ρια­νός, έδενε πάντα τον γάιδαρό του. Μπήκα λοιπόν μέσα και μετά φώναξα και τους άλλους δύο. Τότε εγώ είπα στους άλλους δύο πως αυτό το σπήλαιο αν αξιο­ποι­η­θεί μπορεί να γίνει Φάτνη για το χωριό μας. Κι έτσι σκέ­φτηκα τότε, να βρούμε μια γυναίκα με ένα μικρό παιδί και άλλους συγ­χω­ρια­νούς για να κάνουν την ανα­πα­ρά­σταση μέσα στο σπήλαιο. Τέτοιες φαντα­σίες είπα… Στην αρχή βέβαια ακου­γό­ταν παρά­ξενο, αλλά σιγά σιγά εγώ και ο Καπάκης αρχί­σαμε να το λέμε και οι συγ­χω­ρια­νοί μετά άρχισαν να το ακούν πιο εύκολα. Πέρασε ο πρώτος χρόνος δεν έγινε τίποτα. Πέρασε ο δεύ­τε­ρος χρόνος πάλι δεν έγινε τίποτα. Τον τρίτο χρόνο, έγινε το εξής˙ ήταν στο Υπουρ­γείο Νέας Γενιάς, ο Λαλιώ­της. Και έδωσε κάποια λεφτά στην τοπική κοι­νό­τητα για πολι­τι­στι­κούς σκοπούς. Τα λεφτά αυτά ήταν 100.000 δρχ και υπήρχε η σκέψη να γίνει ένα τραπέζι, να έρθει και μια ορχή­στρα, να ψήσουνε στην πλατεία του χωριού για τον κόσμο. Φαγο­πότι με λίγα λόγια. Όταν το άκουσα εγώ αυτό, μαζί με έναν άλλο φίλο μου, τον Μοσχίδη -τότε ήμουν και πρό­ε­δρος της τοπικής οργά­νω­σης του ΠΑΣΟΚ- απο­φα­σί­σαμε να πάμε στην νομάρχη Αγγε­λική Συνο­δι­νού να προ­τεί­νουμε αντί για γλέντι, να δώσουμε τα λεφτά για να γίνει η Φάτνη. Η αδελφή του Μοσχίδη ήταν γραμ­μα­τέας της νομάρχη. Κατα­θέ­σαμε την πρότασή μας στη νομάρχη, της άρεσε  και μας είπε ότι θα το δει. Όμως έπρεπε κάποιος φορέας να πάρει τα χρήματα και της εξη­γή­σαμε ότι εμείς δεν είμαστε φορέας αλλά είμαστε πολίτες, κάτοι­κοι του χωριού. Στον δρόμο για το χωριό, βλέπω τον Γιώργο τον Καρα­γιάννη, ο οποίος ήταν πρό­ε­δρος του Αθλη­τι­κού Συλ­λό­γου. Τότε του εξήγησα την κατά­σταση πώς είχε με την Φάτνη και τον ρώτησα αν τον ενδιέ­φερε ως φορέας να πάρει τις 50.000 δρχ -από τις 100.000 δρχ θα παίρ­ναμε τα μισά- και αφού συμ­φώ­νησε πήγαμε στην νομάρχη. Κι έτσι ξεκί­νησε η Φάτνη Σαλάκου.

Και με τη χρη­μα­το­δό­τηση των 50.000 δρχ ξεκί­νησε η Φάτνη;

Ναι, αλλά είχε πάρα πολλή δουλειά. Επρεπε και τον κοι­νο­τάρχη να πεί­σουμε τότε, τον Γιάννη Παπα­πο­στό­λου αφού θα παίρ­ναμε τα μισά λεφτά από τις 100.000 δρχ. Επρεπε όμως και να βρούμε χέρια να πάμε να καθα­ρί­σουμε. Εξω από τη σπηλιά είχε κλαδιά, λάσπες, πέτρες… Το τι γινόταν δεν μπορώ να σας πω. Πράγ­ματι πήγαμε, καθα­ρί­σαμε… Υπήρχε και ο γάι­δα­ρος απ΄έξω που έπρεπε να φύγει. Ο ιδιο­κτή­της χρη­σι­μο­ποιούσε το σημείο εκείνο ως στάβλο. Στην αρχή είχε αντιρ­ρή­σεις, αλλά τελικά τον πείσαμε. Αφού τα τακτο­ποι­ή­σαμε αυτά, ξεκι­νή­σαμε. Εγώ έβαλα πρώτος λεφτά για να γίνει η Φάτνη, και ο Ζαγο­ρια­νός και ο Καπάκης, και είχαμε και τις 50.000 δρχ. Θέλαμε να γίνει κάτι όμορφο. Και βέβαια θα κάναμε απο­λο­γι­σμό και θα τον δίναμε στον πρόεδρο για το πώς και πού ξοδεύ­τη­καν τα λεφτά.

Ποια χρονιά τότε;

Φτάσαμε πια στο 1983.

Ενώ στο σπήλαιο είχατε μπει το ’80.

Ναι, σωστά. Το ’83 λοιπόν πήραμε τα χρήματα αυτά, κάναμε και τα κοστου­μά­κια των παιδιών και δια­μορ­φώ­σαμε τον χώρο. Ζωντανή Φάτνη εξαρχής. Τι να σας πω, ήταν για να κλαις από τη συγκί­νηση. Οι γυναί­κες ανέ­βαι­ναν γονα­τι­στές για να έρθουν να προ­σκυ­νή­σουν στον Χριστό. Τότε ήταν και λάσπες παντού. Τα παιδιά στη Φάτνη μέσα, τα είχαν χάσει από τον κόσμο και από τη συγκί­νηση. Εγώ που ήμουν εκεί, δεν μπο­ρούσα να κρατήσω τα δάκρυά μου. Δεν μπορώ να σας περι­γράψω πόσο συγκι­νη­τικά ήταν. Αυτή η πίστη του κόσμου… Την άλλη μέρα, έγινε μεγάλος ντόρος. Ενας χωρια­νός, μέσα στη νύχτα, ο Ζου­λο­γιάν­νης, με εντολή της νομάρχη έφερε χαλίκι και έστρωσε όπου ήταν λάσπη και λακ­κού­βες για να μπορεί να περνάει ο κόσμος και να ανέβει στη Φάτνη.

Οι επι­σκέ­πτες αρχικά ήταν χωρια­νοί;

Και από το χωριό και από τα γύρω χωριά και από όλο το νησί. Δεν ξέρω πώς το μάθανε. Χωρίς δια­φή­μιση, χωρίς τίποτα. Ειλι­κρινά έγινε ο χαμός από την πρώτη μέρα. Και τότε όπως σας είπα, με απόφαση της νομάρχη, έπεσε το χαλίκι γιατί ο δρόμος ήταν με λακ­κού­βες και λάσπες. Εξω λοιπόν από τη Φάτνη, είχαμε στήσει ένα καζάνι που είχε μέσα «χαι­ρε­πέτι». Στο χωριό μας, «χαι­ρε­πέτι» λέγαμε το ρόφημα που ετοι­μά­ζαμε για τη γυναίκα που γεν­νούσε, από διάφορα βότανα του χωριού. Το ρόφημα αυτό, με λίγη ζάχαρη και λίγο μέλι, το δίναμε στον κόσμο. Ενας καθη­γη­τής, που πέρασε από δω, με φώναξε και μου είπε να μην το λέμε «χαι­ρε­πέτι» διότι είναι τούρ­κικη λέξη και μας είπε να το λέμε «χαίρε-παίδι». Κι έτσι το λέμε από τότε.

Την πρώτη φορά που λει­τούρ­γησε η Φάτνη, ήταν με παιδιά από το χωριό;

Ναι, βέβαια. Τόσο ευλα­βικά συμ­με­τεί­χαν αυτά τα παιδιά και έκαναν την ανα­πα­ρά­σταση μέσα στη Φάτνη, που μας είχαν εντυ­πω­σιά­σει και εμείς τούς δώσαμε γλυκά, ό,τι είχαμε για να τα ευχα­ρι­στή­σουμε.

Η Φάτνη λει­τουρ­γούσε από την αρχή τόσες ημέρες;

Ναι, από την πρώτη φορά. Ολες τις μέρες των γιορτών. Τα παιδιά δεν είχαν σχολείο, και κάνανε ουρά για να μπουν μέσα στη Φάτνη να έχει το καθένα τη θέση του.

Αυτή η ιδέα με την ανα­πα­ρά­σταση ήταν δική σας;

Ναι, έτσι το σκέ­φτηκα μόνος μου. Δεν υπήρχε πουθενά στη Ρόδο κάτι τέτοιο.

Και έκτοτε, από το 1983 που λει­τούρ­γησε η Φάτνη δεν έχετε λείψει ποτέ.

Ποτέ. Εγώ ήμουν και 20 χρόνια συνο­λικά πρό­ε­δρος του Πολι­τι­στι­κού. Ο καθη­γη­τής που είχε έρθει τότε και μου είπε για το «χαι­ρε­πέτι», μου πρό­τεινε να βάλω ένα κουτί για να προ­σφέ­ρει χρήματα όποιος ήθελε και μπο­ρούσε, για να λει­τουρ­γή­σει η Φάτνη και την επόμενη χρονιά. Όπως σας είπα η Φάτνη τότε έγινε με τις 50.000 δρχ και τα χρήματα που βάλαμε κάποιοι χωρια­νοί. Πράγ­ματι βάλαμε ένα κουτί και μαζεύ­τη­καν αρκετά χρήματα και αμέσως δημιουρ­γή­σαμε Σύλλογο για να τα δια­χει­ρί­ζε­ται κι έτσι έγινε ο Πολι­τι­στι­κός Σύλ­λο­γος. Μέχρι που βρέθηκε ο Πανα­γιώ­της ο Εγγλέ­ζος, ένα καλό και άξιο παιδί, που μαζί με την ομάδα του ανέ­βα­σαν τον Σύλλογο πολύ πιο ψηλά από εμένα. Τον ανέ­βα­σαν εκεί που δεν θα μπο­ρούσα να τον φτάσω εγώ και τους χαί­ρο­μαι και τους καμα­ρώνω. Εμείς πια γερά­σαμε…

Όταν ξεκί­νησε η ιδέα για την Φάτνη πόσων χρονών ήσασταν;

Ημουν 39 χρονών όταν είχα αυτή την ιδέα. Στα 42 μου έγινε η Φάτνη. Σήμερα είμαι 82 χρονών.

Την πρώτη ημέρα λει­τουρ­γίας της Φάτνης, και μετά από όλη αυτή την προ­σπά­θεια, πώς νιώσατε;

Τι να σας πω, μεγάλη συγκί­νηση. Αλλά θέλω να πω ότι βοήθησε όλο το χωριό. Ολο το χωριό έτρεξε να βοη­θή­σει να καθα­ρί­σουμε, να κερά­σουμε τον κόσμο, οι γυναί­κες να φέρνουν γλυκά, κου­ρα­μπιέ­δες, μελο­μα­κά­ρονα… Δεν υπάρχει ούτε ένας χωρια­νός που δεν βοήθησε. Δεν υπάρχει μεγα­λύ­τερη ικα­νο­ποί­ηση από το γεγονός ότι η Φάτνη συνε­χί­ζει να λει­τουρ­γεί και έρχεται τόσος κόσμος. Χιλιά­δες κόσμου έρχο­νται κάθε χρόνο. Μέχρι και ο Πρό­ε­δρος της Δημο­κρα­τίας Χρήστος Σαρ­τζε­τά­κης είχε έρθει. Και πολλοί άλλοι. Ο Δεσπό­της τότε ο μακα­ρι­στός Σπυ­ρί­δων Συνο­δι­νός όταν ανέβηκε πάνω και έβγαλε λόγο μετά την αρτο­κλα­σία, είπε «κηρύσσω τον τόπο αυτό, τόπο προ­σκυ­νή­σεως». Δεν μπορώ να σας περι­γράψω πώς αισθάν­θηκα τότε… Εγώ, δεν είμαι και άνθρω­πος των γραμ­μά­των, ούτε το Δημο­τικό Σχολείο δεν έβγαλα καλά-καλά αλλά τα πολι­τι­στικά πάντα μου άρεσαν, η προ­σφορά…

Σήμερα παρα­μέ­νετε κοντά στους ανθρώ­πους που έχουν ανα­λά­βει τη λει­τουρ­γία της Φάτνης;

Εχει ανα­λά­βει μια άξια ομάδα εθε­λο­ντών με πρώτο τον Εγγλέζο, κάνουν πολλά πράγ­ματα και δου­λεύ­ουν πάρα πολύ για τη Φάτνη. Εγω μεγά­λωσα πια, έχω και κάποια προ­βλή­ματα υγείας που δεν μου επι­τρέ­πουν να ασχο­ληθώ παρα­πάνω. Πηγαίνω όμως για να τους πω τη δόση για το τσάι, να τη δια­τη­ρή­σουν με την παρα­δο­σιακή συνταγή όπως ήταν. Νιώθω μεγάλη ικα­νο­ποί­ηση που βλέπω όλο αυτό να συνε­χί­ζε­ται. Ξέρετε, από μια μικρή ιδέα που την υλο­ποι­ή­σαμε σιγά σιγά, κατα­φέ­ραμε με τη βοήθεια όλου του χωριού να γίνει κάτι πολύ μεγάλο που το προ­ω­θούν οι νέοι μας και το αγαπάνε και το στη­ρί­ζουν.

Θέλω να σας ευχα­ρι­στήσω και εσάς προ­σω­πικά και την εφη­με­ρίδα σας που ασχο­λη­θή­κατε με αυτή μας την προ­σπά­θεια για να μάθουν οι νεό­τε­ροι και όλος ο κόσμος που ενδια­φέ­ρε­ται, πώς ξεκί­νησε η Φάτνη αυτή που συγκε­ντρώ­νει κάθε χρόνο τόσες χιλιά­δες κόσμου.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.