ΑΠΟΨΕΙΣ

Η θαλάσσια οριοθέτηση Ιταλίας–Τουρκίας του 1932 και η σημερινή ελληνοτουρκική γραμμή από το Καστελλόριζο ως τη Σάμο

Νίκος Φαρμακίδης
1 λεπτό ανάγνωση

Η σημερινή θαλάσσια οριοθέτηση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στην περιοχή των Δωδεκανήσων δεν δημιουργήθηκε το 1947. Η ιστορική και νομική της αφετηρία βρίσκεται σε μία σειρά διεθνών πράξεων που άρχισαν με τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 και συνεχίστηκαν με τις ιταλοτουρκικές συμφωνίες του 1932, όταν τα Δωδεκάνησα βρίσκονταν υπό ιταλική κυριαρχία.

Η νομική ακολουθία έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Τουρκία είχε παραιτηθεί υπέρ της Ιταλίας από τα δικαιώματα και τους τίτλους της επί των Δωδεκανήσων και των εξαρτημένων από αυτά νησίδων, καθώς και επί του Καστελλορίζου, με το άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης. Η Ιταλία και η Τουρκία προχώρησαν στη συνέχεια, το 1932, σε ειδικότερη ρύθμιση για την περιοχή του Καστελλορίζου και κατόπιν στην αποτύπωση της υπόλοιπης θαλάσσιας μεθορίου.

Το 1947 η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, περιλαμβανομένου ρητά του Καστελλορίζου και των παρακείμενων νησίδων.

Το άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης προβλέπει ότι η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας από «όλα τα δικαιώματα και τους τίτλους» επί των Δωδεκανήσων που απαριθμούνται στη Συνθήκη, καθώς και επί του Καστελλορίζου. Το ίδιο άρθρο αναφέρεται και στα εξαρτώμενα από τα νησιά αυτά νησίδια. Η σημασία του άρθρου 15 για την υπόθεση του 1932 είναι άμεση. Η ίδια η Σύμβαση της 4ης Ιανουαρίου 1932 αναφέρει στο προοίμιό της ότι η διαφορά μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας για τις νησίδες μεταξύ της ανατολικής ακτής της Ανατολίας και του Καστελλορίζου είχε προκύψει από την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάννης. Επομένως, η Σύμβαση του 1932 ήρθε να εξειδικεύσει ένα ζήτημα σε σχέση με την εφαρμογή της Συνθήκης.

Στις 4 Ιανουαρίου 1932 υπογράφηκε στην Άγκυρα η Σύμβαση μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας για την οριοθέτηση των χωρικών υδάτων μεταξύ των ακτών της Ανατολίας και της νήσου Καστελλορίζου. Τα συμβαλλόμενα μέρη ήταν η Ιταλία, εκπροσωπούμενη από τον πρέσβη Pompeo Aloisi, και η Τουρκική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον υπουργό Εξωτερικών Tevfik Rüştü. Η ίδια η Σύμβαση δηλώνει ότι σκοπός της ήταν να επιλύσει τη διαφορά σχετικά με την κυριαρχία επί των νησίδων μεταξύ της ανατολικής ακτής και του Καστελλορίζου, καθώς και επί της Kara-Ada, και να οριοθετήσει τα χωρικά ύδατα γύρω από τις συγκεκριμένες νησίδες.

Το άρθρο 1 αναγνωρίζει στην Τουρκία την κυριαρχία επί συγκεκριμένων νησίδων. Το άρθρο 2 αναγνωρίζει στην Τουρκία την Kara-Ada. Αντιστρόφως, το άρθρο 3 αναγνωρίζει στην Ιταλία την κυριαρχία επί των νησίδων της περιοχής του Καστελλορίζου στις οποίες αναφέρεται ρητά. Ιδιαίτερη σημασία έχει το άρθρο 4. Εκεί τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι όλα τα νησιά, οι νησίδες και οι βράχοι που βρίσκονται εκατέρωθεν της γραμμής οριοθέτησης των υδάτων, είτε αναφέρονται ονομαστικά είτε όχι, ανήκουν στο κράτος στη θαλάσσια ζώνη του οποίου βρίσκονται. Η διάταξη αυτή είναι κρίσιμη, διότι δείχνει ότι η γραμμή δεν είχε μόνο περιγραφική ή χαρτογραφική λειτουργία. Συνδεόταν άμεσα με την κυριαρχία επί νησίδων και βράχων και θαλάσσης.

Η τουρκική πλευρά με τον Νόμος 2106, της 14ης Ιανουαρίου 1933, ενέκρινε και κύρωσε τη συμφωνία που είχε υπογραφεί στην Άγκυρα στις 4 Ιανουαρίου 1932 μεταξύ της Ιταλικής Κυβέρνησης και της Τουρκίας για τον καθορισμό της κυριότητας των νησιών και νησίδων μεταξύ των ακτών της Ανατολίας και της νήσου Μεγίστης, καθώς και της Kara-Ada, και για την οριοθέτηση των χωρικών υδάτων που περιβάλλουν τα νησιά αυτά. Η πράξη αυτή έχει ιδιαίτερη αποδεικτική αξία, διότι αποδεικνύει ότι η Τουρκία δεν αντιμετώπισε τη Σύμβαση της 4ης Ιανουαρίου ως απλή διπλωματική δήλωση. Προχώρησε σε τυπική νομοθετική κύρωση.

Η ανταλλαγή των εγγράφων επικύρωσης πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη στις 25 Απριλίου 1933. Η Σύμβαση καταχωρίστηκε στη Συλλογή Συνθηκών της Κοινωνίας των Εθνών στις 24 Μαΐου 1933, ως Treaty Series No. 3191.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η επιστολή που ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Tevfik Rüştü απηύθυνε στον Ιταλό Πρέσβη Pompeo Aloisi την ίδια ημέρα, 4 Ιανουαρίου 1932. Ο Τούρκος Υπουργός, αφού αναφέρει ότι η Convention που υπογράφηκε εκείνη την ημέρα είχε «ευτυχώς ρυθμίσει» την οριοθέτηση της θαλάσσιας μεθορίου των νησιών και νησίδων των οποίων η κυριότητα αμφισβητούνταν μέχρι τότε, δηλώνει ρητά ότι «ολόκληρο το υπόλοιπο τμήμα της τουρκοϊταλικής θαλάσσιας μεθορίου» δεν αποτελούσε αντικείμενο «καμίας διαφοράς και καμίας αμφισβήτησης οποιασδήποτε φύσεως» μεταξύ των δύο χωρών. Και ακριβώς επειδή το θεωρούσε λυμένο, προτείνει την άμεση χάραξή του από τεχνικούς των δύο πλευρών. Η διατύπωση αυτή αποτελεί ιδιαίτερα ισχυρή πρωτογενή μαρτυρία για το πώς αντιλαμβανόταν η τουρκική κυβέρνηση, στις 4 Ιανουαρίου 1932, τη σχέση μεταξύ της Σύμβασης και του υπολοίπου τμήματος της θαλάσσιας μεθορίου: η πρώτη είχε ρυθμίσει το επίμαχο ζήτημα των νησίδων του Καστελλορίζου, ενώ για το υπόλοιπο της μεθορίου δεν υπήρχε, κατά την τουρκική επίσημη θέση εκείνη τη στιγμή, καμία υφιστάμενη διαφορά, αλλά μόνο η ανάγκη της τεχνικής χάραξής του.

Μετά από αυτό, στις 28 Δεκεμβρίου 1932 ακολούθησε η αποτύπωση της υπόλοιπης θαλάσσιας μεθορίου Ιταλίας–Τουρκίας. Εδώ αρχίζει το δεύτερο, και σήμερα ιδιαίτερα αμφισβητούμενο, μέρος της υπόθεσης. Το Πρωτόκολλο της 28ης Δεκεμβρίου 1932 δεν πρέπει να συγχέεται με τη Σύμβαση της 4ης Ιανουαρίου. Πρόκειται για διαφορετικό κείμενο, το οποίο περιγράφει τη θαλάσσια μεθόριο με σειρά σημείων και με αναφορές στους υδρογραφικούς χάρτες που χρησιμοποιήθηκαν για την αποτύπωσή της. Η γραμμή που προκύπτει από το Πρωτόκολλο δεν πρέπει επομένως να αντιμετωπίζεται ως μία απλή ευθεία. Είναι μία ακολουθία επιμέρους τμημάτων και σημείων, η οποία συνδέει διαφορετικές περιοχές της τότε ιταλοτουρκικής θαλάσσιας μεθορίου.

Όταν σήμερα γίνεται λόγος για «τη γραμμή του 1932», δημιουργείται συχνά η εντύπωση ότι πρόκειται για μία και μόνη γραμμή. Αυτό δεν αποδίδει με ακρίβεια τη νομική και γεωγραφική πραγματικότητα. Για την περιοχή που μας ενδιαφέρει πρέπει να διακρίνουμε τέσσερις γραμμές ή τμήματα γραμμών:

α) Η γραμμή της Σύμβασης του Καστελλορίζου. Είναι η γραμμή που προκύπτει από τη Σύμβαση της 4ης Ιανουαρίου 1932 και αφορά την περιοχή μεταξύ της ανατολικής ακτής της Ανατολίας και του Καστελλορίζου. Η γραμμή αυτή συνδέεται άμεσα με τα άρθρα 3, 4 και 5 της Σύμβασης και με την κατανομή κυριαρχίας επί των νησίδων και βράχων.

β) Η γραμμή Ρόδου–Σάμου. Είναι το τμήμα της χάραξης του Δεκεμβρίου 1932 που αφορά την ευρύτερη θαλάσσια μεθόριο από την περιοχή της Ρόδου προς την περιοχή της Σάμου. Το τμήμα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία διότι, από την αλληλογραφία που έχουμε εξετάσει για την περίοδο 1935–1936, δεν προκύπτει ότι αποτέλεσε αντικείμενο της συγκεκριμένης τουρκικής αντίρρησης.

γ) Η γραμμή Ρόδου–Καστελλορίζου. Πρόκειται για το πρώτο από τα δύο επίμαχα τμήματα που συνδέονται άμεσα με την περιοχή του Καστελλορίζου.

δ) Η νοτιοανατολική προέκταση πέρα από το Καστελλόριζο. Πρόκειται για το δεύτερο επίμαχο τμήμα, που συνεχίζει προς νοτιοανατολική κατεύθυνση πέρα από την περιοχή του Καστελλορίζου.

Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης. Η τουρκική διπλωματική αλληλογραφία της δεκαετίας του 1930 δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως γενική απόρριψη ολόκληρης της χάραξης του 1932.

Ένα ακόμη στοιχείο που δεν πρέπει να χαθεί είναι η λειτουργία της γραμμής του Πρωτοκόλλου σε σχέση με τα 12 ναυτικά μίλια. Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία διότι το Πρωτόκολλο δεν χρησιμοποιεί τη γραμμή με έναν και μοναδικό τρόπο. Αναφέρει ότι η περιοχή μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια από τα αντίστοιχα εδάφη, ανήκει κυριαρχικά στα κράτη που έχουν κυριαρχία και στο έδαφος. Πέρα από αυτή την απόσταση, η λειτουργία της συνοριακής γραμμής δεν επηρεάζει την κυριαρχία.

Η διπλωματική αλληλογραφία μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας κατά τα έτη 1935 και 1936, δηλαδή μεταξύ των ίδιων των κρατών που είχαν συνάψει τις πράξεις του 1932, δείχνει μια υπαναχώρηση της Τουρκίας. Στις 20 Νοεμβρίου 1935 ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών επανήλθε στο ζήτημα της χάραξης και στη σχέση της με τις πράξεις του 1932. Η τουρκική πλευρά δεν αντιμετώπιζε πλέον το ζήτημα ως απλή χαρτογραφική διαδικασία, αλλά έθετε ζήτημα ως προς τη σημασία συγκεκριμένων τμημάτων της γραμμής. Ακολούθησε η ιταλική επιστολή της 12ης Φεβρουαρίου 1936, η οποία αποτελεί σημαντικό κρίκο στην αλληλογραφία.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η συζήτηση δεν αφορούσε αδιακρίτως ολόκληρη τη γραμμή Ρόδου–Σάμου. Αφορούσε συγκεκριμένα τμήματα, τα οποία σχετίζονταν με:

α) τη σύνδεση Ρόδου–Καστελλορίζου και

β) τη νοτιοανατολική προέκταση της γραμμής πέρα από το Καστελλόριζο.

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη σημερινή χαρτογραφική παρουσίαση. Η γραμμή Ρόδου–Σάμου δεν πρέπει να χρωματίζεται ή να παρουσιάζεται ως τμήμα που είχε τότε την ίδια τουρκική αμφισβήτηση.

Η αλληλογραφία συνεχίστηκε το φθινόπωρο του 1936. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1936, ο Γενικός Γραμματέας του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών απηύθυνε επιστολή προς τον Ιταλό πρέσβη στην Άγκυρα, Carlo Galli, στην οποία επανερχόταν στο ζήτημα της οριοθέτησης. Η τουρκική επιστολή αναφέρεται στην προηγούμενη ιταλική επικοινωνία της 12ης Φεβρουαρίου 1936 και στις γραμμές που είχαν σημειωθεί με αραβικούς και ρωμαϊκούς αριθμούς. Το σημαντικότερο σημείο της τουρκικής απάντησης είναι η διατύπωση ότι, παρόλη την παραπάνω διευκρίνιση, ότι δηλαδή η γραμμή αυτή δεν δημιουργούσε κυριαρχικά δικαιώματα στις περιοχές πέρα από τα 12 ναυτικά μίλια, οι Τούρκοι θέλησαν να καταργήσουν τα δύο τμήματα της που θεωρούσαν ότι θα τους δημιουργούσαν προβλήματα και ότι ήταν ακατάλληλη οποιασδήποτε οριοθέτησης σε ελεύθερη θάλασσα. Έτσι η συζήτηση μετατοπίστηκε στη λειτουργία της γραμμής και στην έννοια της οριοθέτησης στην «ελεύθερη θάλασσα».

Η εξέλιξη ολοκληρώθηκε με την επιστολή του Ιταλού πρέσβη Carlo Galli της 28ης Νοεμβρίου 1936. Ο Galli, ενεργώντας σύμφωνα με τις οδηγίες του ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών, γνωστοποίησε στην τουρκική πλευρά ότι η ιταλική κυβέρνηση θεωρούσε πως το ζήτημα της οριοθέτησης των ιταλοτουρκικών συνόρων στο Αιγαίο είχε λυθεί με βάση τις προηγούμενες σχετικές επικοινωνίες. Η διατύπωση αυτή έχει μεγάλη αποδεικτική σημασία. Δεν έχουμε πλέον μόνο το κείμενο του Πρωτοκόλλου του 1932. Έχουμε μία μεταγενέστερη επίσημη ανταλλαγή μεταξύ των δύο κρατών, στην οποία η Ιταλία δηλώνει ότι θεωρεί το ζήτημα λυμένο.

Επομένως, η περίοδος 1935–1936 δεν μπορεί να παραλειφθεί από οποιαδήποτε σοβαρή νομικοϊστορική εξέταση της γραμμής. Ταυτόχρονα, πρέπει να διατηρηθεί η διάκριση ανάμεσα: στο αρχικό συμβατικό κείμενο του 1932, στην τουρκική αμφισβήτηση συγκεκριμένων τμημάτων, στις ιταλικές ερμηνευτικές εξηγήσεις, και στη μεταγενέστερη συμφωνημένη πρακτική των δύο κυβερνήσεων το 1936. Αυτή η αλληλουχία είναι πολύ πιο ακριβής από την απλουστευμένη διατύπωση ότι «η Τουρκία αποδέχθηκε» ή «η Τουρκία απέρριψε» συνολικά τη γραμμή.

Αντίθετα, από τα έγγραφα που έχουν εξεταστεί μέχρι σήμερα δεν προκύπτει αντίστοιχη τουρκική αντίρρηση κατά της γραμμής Ρόδου–Σάμου. Αυτό δεν είναι μία ασήμαντη λεπτομέρεια. Σημαίνει ότι η μεταγενέστερη αμφισβήτηση πρέπει να αποτυπώνεται τμηματικά και όχι συνολικά. Γι’ αυτό και ο χάρτης που θα συνοδεύσει την έρευνα πρέπει να εμφανίζει τις τέσσερις γραμμές χωριστά.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο σημείο 30 του Πρωτοκόλλου της 28ης Δεκεμβρίου 1932. Το σημείο αυτό συνδέεται με την περιοχή των Kardak/Ιμίων και αποτελεί ένα από τα σημεία στα οποία στηρίχθηκε μεταγενέστερα η νομική συζήτηση για το καθεστώς των δύο βραχονησίδων. Η σημασία του σημείου 30 είναι ότι βρίσκεται μέσα στο ίδιο το κείμενο που περιγράφει τη θαλάσσια μεθόριο Ιταλίας–Τουρκίας.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν τα Ίμια «αναφέρονται στη Λωζάννη». Το κρίσιμο νομικό ερώτημα είναι: ποιο ήταν το καθεστώς των Ιμίων κατά τον χρόνο που η Ιταλία κατείχε και ασκούσε κυριαρχία στα Δωδεκάνησα, τι προέβλεπε η μεταγενέστερη ιταλοτουρκική οριοθέτηση και ποιος τίτλος μεταβιβάστηκε στην Ελλάδα το 1947; Αυτό είναι το πραγματικό νομικό ζήτημα.

Η επόμενη κρίσιμη πράξη είναι η Συνθήκη Ειρήνης με την Ιταλία, που υπογράφηκε στο Παρίσι στις 10 Φεβρουαρίου 1947. Το άρθρο 14 ορίζει ότι: «Η Ιταλία εκχωρεί στην Ελλάδα με πλήρη κυριαρχία τα Δωδεκάνησα…» και απαριθμεί ρητά τη Ρόδο, τη Σύμη, την Κω και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, καθώς και το Καστελλόριζο, μαζί με τα παρακείμενα νησιά. Η διάταξη είναι αποφασιστική για την ιστορική ακολουθία. Η Ελλάδα δεν απέκτησε το 1947 μία νέα, αυτοτελή θαλάσσια οριοθέτηση με την Τουρκία. Απέκτησε την κυριαρχία επί των Δωδεκανήσων από την Ιταλία. Δηλαδή η Συνθήκη των Παρισίων επαναλαμβάνει το λεκτικό του άρθρου 15 της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923.

Τον Σεπτέμβριο του 1945 ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Bevin είχε προτείνει να παραχωρηθεί το Καστελλόριζο στην Τουρκία. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Byrnes διαφώνησε. Επισήμανε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία ότι η Τουρκία επιθυμούσε πραγματικά το νησί και ότι ο πληθυσμός του ήταν overwhelmingly Greek. Πρόσθεσε ότι, εφόσον το νησί παρέμενε αποστρατιωτικοποιημένο, δεν θα υπήρχε στρατιωτικός κίνδυνος για την Τουρκία από την ελληνική κυριαρχία. Το 1946, σε αμερικανική διπλωματική αναφορά, καταγράφεται επίσης ότι η Τουρκία ήταν ικανοποιημένη από την απόφαση των υπουργών Εξωτερικών να επιστραφούν τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα, αν και θα προτιμούσε την επιστροφή δύο ή τριών νησιών κοντά στις τουρκικές ακτές. Καταγράφεται ακόμη ότι ο Bevin είχε συμβουλεύσει τους Τούρκους να μην επιδιώξουν το Καστελλόριζο και τη Σύμη, διότι μία τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερες σοβιετικές πιέσεις προς την Τουρκία.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η αμερικανική τεκμηρίωση της ίδιας της διαδικασίας σύνταξης της Συνθήκης. Σε σχέδιο του άρθρου περί των Δωδεκανήσων προτάθηκε να αναφέρονται ρητά η Ρόδος, η Κως, η Σύμη, το Castelrosso (Megisti) και τα μικρότερα νησιά που εξαρτώνται από αυτά, ακριβώς για να αποφευχθεί οποιαδήποτε αμφισημία ως προς την έκταση της έκφρασης «Δωδεκάνησα». Σε μεταγενέστερο στάδιο η αρμόδια επιτροπή διατύπωσε το άρθρο με ρητή απαρίθμηση των νησιών και των εξαρτώμενων από αυτά νησίδων και πρότεινε ακόμη την προετοιμασία κειμένου και χάρτη για τη θαλάσσια μεθόριο της Ελλάδας στην περιοχή των Δωδεκανήσων.

Εδώ βρίσκεται το δυσκολότερο σημείο της υπόθεσης. Η Σύμβαση της 4ης Ιανουαρίου 1932 έχει σαφή διεθνή συμβατικό χαρακτήρα, κυρώθηκε και καταχωρίστηκε στην Κοινωνία των Εθνών ως No. 3191. Για το Πρωτόκολλο της 28ης Δεκεμβρίου 1932, αντιθέτως, η Τουρκία υποστηρίζει ότι δεν ολοκληρώθηκαν οι απαιτούμενες διαδικασίες κύρωσης και ότι το κείμενο δεν καταχωρίστηκε στην Κοινωνία των Εθνών. Αυτό αποτελεί τον πυρήνα της σύγχρονης τουρκικής νομικής θέσης. Από την άλλη πλευρά, η ελληνική επιχειρηματολογία υποστηρίζει ότι το Πρωτόκολλο αποτελεί συνακόλουθη και συμπληρωματική πράξη της Σύμβασης του Ιανουαρίου και ότι η μεταγενέστερη πρακτική των δύο κρατών πρέπει να ληφθεί υπόψη.

Η αλληλογραφία Ιταλίας–Τουρκίας του 1935–1936 έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι προέρχεται από τα ίδια τα συμβαλλόμενα κράτη και αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο αυτά αντιλαμβάνονταν, λίγα μόλις χρόνια μετά τις συμφωνίες του 1932, τη μεταξύ τους θαλάσσια μεθόριο. Η σημασία της γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη η επιστολή του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών Tevfik Rüştü της 4ης Ιανουαρίου 1932, με την οποία η τουρκική κυβέρνηση δήλωνε ότι, μετά τη Σύμβαση της ίδιας ημέρας, το υπόλοιπο της τουρκοϊταλικής θαλάσσιας μεθορίου δεν αποτελούσε αντικείμενο «καμίας διαφοράς και καμίας αμφισβήτησης οποιασδήποτε φύσεως» και πρότεινε την άμεση τεχνική χάραξή του. Υπό το φως αυτής της αρχικής τοποθέτησης, η αλληλογραφία του 1935–1936 δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή επανάληψη μιας πάγιας τουρκικής άρνησης, αλλά ως μεταγενέστερη εξέλιξη και επανεξέταση συγκεκριμένων ζητημάτων της χάραξης. Και πράγματι, από την ανταλλαγή των επιστολών προκύπτει ότι η τουρκική πλευρά δεν εμφανίζεται να απορρίπτει συνολικά τη θαλάσσια μεθόριο του 1932, αλλά να εγείρει ζήτημα ως προς δύο συγκεκριμένα τμήματα που συνδέονται με το Καστελλόριζο, το ένα προς την κατεύθυνση της Ρόδου και το άλλο προς νοτιοανατολικά του Καστελλορίζου. Αυτό αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την ερμηνεία της εξέλιξης της υπόθεσης, διότι δείχνει ότι η μεταγενέστερη τουρκική αμφισβήτηση είχε συγκεκριμένο αντικείμενο και δεν ταυτιζόταν εξαρχής με γενική απόρριψη ολόκληρης της γραμμής του 1932, η οποία είχε προ συμφωνηθεί, όπως μας διαβεβαιώνει ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Tevfik Rüştü στις 4ης Ιανουαρίου 1932.

Μία από τις σημαντικότερες ανεξάρτητες νομικές πηγές για τη μεταγενέστερη συζήτηση είναι η μελέτη της Law Library of Congress, Global Legal Research Directorate, με τίτλο Greece: Status of Imia Islets Under International Law, της Theresa Papademetriou, Μάρτιος 1999. Η μελέτη εξετάζει τη Λωζάννη, τη Σύμβαση της 4ης Ιανουαρίου 1932, το Πρωτόκολλο της 28ης Δεκεμβρίου 1932 και τη Συνθήκη Ειρήνης του 1947. Η αξία της όμως πρέπει να οριοθετηθεί σωστά. Δεν αποτελεί απόφαση διεθνούς δικαστηρίου. Δεν αποτελεί δεσμευτική γνωμοδότηση της αμερικανικής κυβέρνησης. Αποτελεί νομική μελέτη της Νομικής Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου, με αντικείμενο την εξέταση των πηγών και των επιχειρημάτων των δύο πλευρών. Ακριβώς γι’ αυτό έχει αξία ως ανεξάρτητη αμερικανική νομική επεξεργασία, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως διεθνής δικαστική κρίση. Διαφορετικό τεκμήριο αποτελεί η αμερικανική πολιτική και κοινοβουλευτική θέση της περιόδου μετά την κρίση των Ιμίων. Στα Congressional Records του 1999 καταγράφηκε θέση μελών του Κογκρέσου υπέρ της ελληνικής κυριαρχίας στα Ίμια και υπέρ της άποψης ότι η σχετική νομική αλυσίδα ανάγεται στη Λωζάννη, στις ιταλοτουρκικές πράξεις του 1932 και στη Συνθήκη του 1947.

Η σημερινή συζήτηση έχει υπερβολικά επικεντρωθεί στα Ίμια. Τα Ίμια είναι βεβαίως σημαντικά, επειδή το σημείο 30 του Πρωτοκόλλου συνδέεται άμεσα με αυτά. Όμως η ευρύτερη νομική εικόνα είναι πολύ μεγαλύτερη. Αφορά ολόκληρη τη διαδρομή: Καστελλόριζο – Ρόδος – Δωδεκάνησα – Σάμος. Και, κυρίως, αφορά τη διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικές γραμμές διαφορετικής συμβατικής προέλευσης με κύριο στόχο την Μαρμαρίδα και την διέξοδό της στην «ελεύθερη θάλασσα». Γι’ αυτό η παρουσίαση του ζητήματος με μία ενιαία «γραμμή του 1932» είναι ανεπαρκής. Το Πρωτόκολλο της 28ης Δεκεμβρίου 1932 πρέπει να εξεταστεί με βάση τα σημεία της, τους χάρτες στους οποίους παραπέμπει, τη ρύθμιση των 12 ναυτικών μιλίων και — κυρίως — τη νομική του σχέση με τη Σύμβαση του Ιανουαρίου.

Η διπλωματική αλληλογραφία 1935–1936 είναι καθοριστικής σημασίας, επειδή δείχνει ότι η διαφωνία δεν αφορούσε αδιακρίτως ολόκληρη τη χάραξη, αλλά συγκεκριμένα τμήματα που συνδέονται με το Καστελλόριζο. Η επιστολή της 26ης Σεπτεμβρίου 1936 και η απάντηση του Carlo Galli της 28ης Νοεμβρίου 1936 πρέπει να εξεταστούν ως μεταγενέστερη πρακτική των ίδιων των συμβαλλομένων μερών.

Και, τέλος, η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, με το άρθρο 14, μεταβίβασε στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, ρητά περιλαμβανομένου του Καστελλορίζου και των παρακείμενων νησίδων. Η τουρκική διπλωματική αμφισβήτηση της δεκαετίας του 1930 όχι μόνον δεν αποτελεί γενική αμφισβήτηση της γραμμής από τη Ρόδο ως τη Σάμο, αλλά ξεκαθαρίζει ότι οι αντιρρήσεις τις Τουρκίας ήταν περιορισμένες και ότι εντοπίζονταν στα δύο τμήματα που σχετίζονται με την γραμμή κυριαρχίας του Καστελλορίζου: το τμήμα Ρόδου–Καστελλορίζου και τη νοτιοανατολική προέκτασή της. Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να αποτυπωθεί και στον τελικό χάρτη, που πρέπει να δείχνει χωριστά:

1. τη γραμμή της Σύμβασης της 4ης Ιανουαρίου 1932 στην περιοχή του Καστελλορίζου,

2. τη γραμμή Ρόδου–Σάμου του Πρωτοκόλλου και τα 12 μίλια της κυριαρχίας,

3. τη γραμμή Ρόδου–Καστελλορίζου του Πρωτοκόλλου,

4. τη νοτιοανατολική προέκταση πέρα από τη γραμμή του Καστελλορίζου, όπως προβλέπεται στο Πρωτόκολλο.

Μόνο έτσι γίνεται ορατή η πραγματική νομική δομή της μεθορίου και, κυρίως, γίνεται κατανοητό ποιο ακριβώς τμήμα αμφισβητήθηκε από την Τουρκία και ποιο όχι. Το πρωτόκολλο του Δεκεμβρίου του 1932, μας ξεκαθαρίζει όλο το καθεστώς που ισχύει στα Δωδεκάνησα φτάνει κανείς να το διαβάσει ολόκληρο και σωστά.

 

Βασικές πηγές

1.    Συνθήκη της Λωζάννης, 24 Ιουλίου 1923, ιδίως άρθρα 15 και 16.

2.    Σύμβαση Ιταλίας–Τουρκίας, Άγκυρα, 4 Ιανουαρίου 1932,

3.    League of Nations Treaty Series, No. 3191, καταχώριση 24 Μαΐου 1933.

4.    Τουρκικός Νόμος 2106/14.1.1933.

5.    Πρωτόκολλο Ιταλίας–Τουρκίας, 28 Δεκεμβρίου 1932.

6.    Ιταλοτουρκική διπλωματική αλληλογραφία 1935–1936.

7.    Συνθήκη Ειρήνης με την Ιταλία, Παρίσι, 10 Φεβρουαρίου 1947, άρθρο 14.

8.    U.S. Department of State, Foreign Relations of the United States, 1945–1946.

9.    Law Library of Congress, Global Legal Research Directorate, Theresa Papademetriou, Greece: Status of Imia Islets Under International Law, March 1999.

10. Congressional Record, 1999, σχετικά με τα Ίμια.

11. Επίσημες τουρκικές τοποθετήσεις.

12. Επίσημες ελληνικές τοποθετήσεις.

 

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗

Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

Σχετικά

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.