ΑΠΟΨΕΙΣ

Η θαλάσσια οριοθέτηση Ιταλίας–Τουρκίας του 1932 και η σημερινή ελληνοτουρκική γραμμή από το Καστελλόριζο ως τη Σάμο

Νίκος Φαρμακίδης
1 λεπτό ανάγνωση

Η ση­με­ρι­νή θα­λάσ­σια οριο­θέ­τη­ση με­τα­ξύ Ελ­λά­δας και Τουρ­κί­ας στην πε­ριο­χή των Δω­δε­κα­νή­σων δεν δη­μιουρ­γή­θη­κε το 1947. Η ιστο­ρι­κή και νο­μι­κή της αφε­τη­ρία βρί­σκε­ται σε μία σειρά διε­θνών πρά­ξε­ων που άρ­χι­σαν με τη Συν­θή­κη της Λω­ζάν­νης του 1923 και συ­νε­χί­στη­καν με τις ιτα­λο­τουρ­κι­κές συμ­φω­νί­ες του 1932, όταν τα Δω­δε­κά­νη­σα βρί­σκο­νταν υπό ιτα­λι­κή κυ­ριαρ­χία.

Η νο­μι­κή ακο­λου­θία έχει ιδιαί­τε­ρη ση­μα­σία. Η Τουρ­κία είχε πα­ραι­τη­θεί υπέρ της Ιτα­λί­ας από τα δι­καιώ­μα­τα και τους τί­τλους της επί των Δω­δε­κα­νή­σων και των εξαρ­τη­μέ­νων από αυτά νη­σί­δων, καθώς και επί του Κα­στελ­λο­ρί­ζου, με το άρθρο 15 της Συν­θή­κης της Λω­ζάν­νης. Η Ιτα­λία και η Τουρ­κία προ­χώ­ρη­σαν στη συ­νέ­χεια, το 1932, σε ει­δι­κό­τε­ρη ρύθ­μι­ση για την πε­ριο­χή του Κα­στελ­λο­ρί­ζου και κα­τό­πιν στην απο­τύ­πω­ση της υπό­λοι­πης θα­λάσ­σιας με­θο­ρί­ου.

Το 1947 η Ιτα­λία εκ­χώ­ρη­σε στην Ελ­λά­δα τα Δω­δε­κά­νη­σα, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου ρητά του Κα­στελ­λο­ρί­ζου και των πα­ρα­κεί­με­νων νη­σί­δων.

Το άρθρο 15 της Συν­θή­κης της Λω­ζάν­νης προ­βλέ­πει ότι η Τουρ­κία πα­ραι­τεί­ται υπέρ της Ιτα­λί­ας από «όλα τα δι­καιώ­μα­τα και τους τί­τλους» επί των Δω­δε­κα­νή­σων που απα­ριθ­μού­νται στη Συν­θή­κη, καθώς και επί του Κα­στελ­λο­ρί­ζου. Το ίδιο άρθρο ανα­φέ­ρε­ται και στα εξαρ­τώ­με­να από τα νησιά αυτά νη­σί­δια. Η ση­μα­σία του άρ­θρου 15 για την υπό­θε­ση του 1932 είναι άμεση. Η ίδια η Σύμ­βα­ση της 4ης Ια­νουα­ρί­ου 1932 ανα­φέ­ρει στο προ­οί­μιό της ότι η δια­φο­ρά με­τα­ξύ Ιτα­λί­ας και Τουρ­κί­ας για τις νη­σί­δες με­τα­ξύ της ανα­το­λι­κής ακτής της Ανα­το­λί­ας και του Κα­στελ­λο­ρί­ζου είχε προ­κύ­ψει από την ερ­μη­νεία των σχε­τι­κών δια­τά­ξε­ων της Συν­θή­κης της Λω­ζάν­νης. Επο­μέ­νως, η Σύμ­βα­ση του 1932 ήρθε να εξει­δι­κεύ­σει ένα ζή­τη­μα σε σχέση με την εφαρ­μο­γή της Συν­θή­κης.

Στις 4 Ια­νουα­ρί­ου 1932 υπο­γρά­φη­κε στην Άγκυ­ρα η Σύμ­βα­ση με­τα­ξύ Ιτα­λί­ας και Τουρ­κί­ας για την οριο­θέ­τη­ση των χω­ρι­κών υδά­των με­τα­ξύ των ακτών της Ανα­το­λί­ας και της νήσου Κα­στελ­λο­ρί­ζου. Τα συμ­βαλ­λό­με­να μέρη ήταν η Ιτα­λία, εκ­προ­σω­πού­με­νη από τον πρέ­σβη Pompeo Aloisi, και η Τουρ­κι­κή Δη­μο­κρα­τία, εκ­προ­σω­πού­με­νη από τον υπουρ­γό Εξω­τε­ρι­κών Tevfik Rüştü. Η ίδια η Σύμ­βα­ση δη­λώ­νει ότι σκο­πός της ήταν να επι­λύ­σει τη δια­φο­ρά σχε­τι­κά με την κυ­ριαρ­χία επί των νη­σί­δων με­τα­ξύ της ανα­το­λι­κής ακτής και του Κα­στελ­λο­ρί­ζου, καθώς και επί της Kara-Ada, και να οριο­θε­τή­σει τα χω­ρι­κά ύδατα γύρω από τις συ­γκε­κρι­μέ­νες νη­σί­δες.

Το άρθρο 1 ανα­γνω­ρί­ζει στην Τουρ­κία την κυ­ριαρ­χία επί συ­γκε­κρι­μέ­νων νη­σί­δων. Το άρθρο 2 ανα­γνω­ρί­ζει στην Τουρ­κία την Kara-Ada. Αντι­στρό­φως, το άρθρο 3 ανα­γνω­ρί­ζει στην Ιτα­λία την κυ­ριαρ­χία επί των νη­σί­δων της πε­ριο­χής του Κα­στελ­λο­ρί­ζου στις οποί­ες ανα­φέ­ρε­ται ρητά. Ιδιαί­τε­ρη ση­μα­σία έχει το άρθρο 4. Εκεί τα συμ­βαλ­λό­με­να μέρη συμ­φω­νούν ότι όλα τα νησιά, οι νη­σί­δες και οι βρά­χοι που βρί­σκο­νται εκα­τέ­ρω­θεν της γραμ­μής οριο­θέ­τη­σης των υδά­των, είτε ανα­φέ­ρο­νται ονο­μα­στι­κά είτε όχι, ανή­κουν στο κρά­τος στη θα­λάσ­σια ζώνη του οποί­ου βρί­σκο­νται. Η διά­τα­ξη αυτή είναι κρί­σι­μη, διότι δεί­χνει ότι η γραμ­μή δεν είχε μόνο πε­ρι­γρα­φι­κή ή χαρ­το­γρα­φι­κή λει­τουρ­γία. Συν­δε­ό­ταν άμεσα με την κυ­ριαρ­χία επί νη­σί­δων και βρά­χων και θα­λάσ­σης.

Η τουρ­κι­κή πλευ­ρά με τον Νόμος 2106, της 14ης Ια­νουα­ρί­ου 1933, ενέ­κρι­νε και κύ­ρω­σε τη συμ­φω­νία που είχε υπο­γρα­φεί στην Άγκυ­ρα στις 4 Ια­νουα­ρί­ου 1932 με­τα­ξύ της Ιτα­λι­κής Κυ­βέρ­νη­σης και της Τουρ­κί­ας για τον κα­θο­ρι­σμό της κυ­ριό­τη­τας των νη­σιών και νη­σί­δων με­τα­ξύ των ακτών της Ανα­το­λί­ας και της νήσου Με­γί­στης, καθώς και της Kara-Ada, και για την οριο­θέ­τη­ση των χω­ρι­κών υδά­των που πε­ρι­βάλ­λουν τα νησιά αυτά. Η πράξη αυτή έχει ιδιαί­τε­ρη απο­δει­κτι­κή αξία, διότι απο­δει­κνύ­ει ότι η Τουρ­κία δεν αντι­με­τώ­πι­σε τη Σύμ­βα­ση της 4ης Ια­νουα­ρί­ου ως απλή δι­πλω­μα­τι­κή δή­λω­ση. Προ­χώ­ρη­σε σε τυ­πι­κή νο­μο­θε­τι­κή κύ­ρω­ση.

Η ανταλ­λα­γή των εγ­γρά­φων επι­κύ­ρω­σης πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στη Ρώμη στις 25 Απρι­λί­ου 1933. Η Σύμ­βα­ση κα­τα­χω­ρί­στη­κε στη Συλ­λο­γή Συν­θη­κών της Κοι­νω­νί­ας των Εθνών στις 24 Μαΐου 1933, ως Treaty Series No. 3191.

Ιδιαί­τε­ρη ση­μα­σία έχει η επι­στο­λή που ο Τούρ­κος Υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών Tevfik Rüştü απηύ­θυ­νε στον Ιταλό Πρέ­σβη Pompeo Aloisi την ίδια ημέρα, 4 Ια­νουα­ρί­ου 1932. Ο Τούρ­κος Υπουρ­γός, αφού ανα­φέ­ρει ότι η Convention που υπο­γρά­φη­κε εκεί­νη την ημέρα είχε «ευ­τυ­χώς ρυθ­μί­σει» την οριο­θέ­τη­ση της θα­λάσ­σιας με­θο­ρί­ου των νη­σιών και νη­σί­δων των οποί­ων η κυ­ριό­τη­τα αμ­φι­σβη­τού­νταν μέχρι τότε, δη­λώ­νει ρητά ότι «ολό­κλη­ρο το υπό­λοι­πο τμήμα της τουρ­κοϊ­τα­λι­κής θα­λάσ­σιας με­θο­ρί­ου» δεν απο­τε­λού­σε αντι­κεί­με­νο «κα­μί­ας δια­φο­ράς και κα­μί­ας αμ­φι­σβή­τη­σης οποιασ­δή­πο­τε φύ­σε­ως» με­τα­ξύ των δύο χωρών. Και ακρι­βώς επει­δή το θε­ω­ρού­σε λυ­μέ­νο, προ­τεί­νει την άμεση χά­ρα­ξή του από τε­χνι­κούς των δύο πλευ­ρών. Η δια­τύ­πω­ση αυτή απο­τε­λεί ιδιαί­τε­ρα ισχυ­ρή πρω­το­γε­νή μαρ­τυ­ρία για το πώς αντι­λαμ­βα­νό­ταν η τουρ­κι­κή κυ­βέρ­νη­ση, στις 4 Ια­νουα­ρί­ου 1932, τη σχέση με­τα­ξύ της Σύμ­βα­σης και του υπο­λοί­που τμή­μα­τος της θα­λάσ­σιας με­θο­ρί­ου: η πρώτη είχε ρυθ­μί­σει το επί­μα­χο ζή­τη­μα των νη­σί­δων του Κα­στελ­λο­ρί­ζου, ενώ για το υπό­λοι­πο της με­θο­ρί­ου δεν υπήρ­χε, κατά την τουρ­κι­κή επί­ση­μη θέση εκεί­νη τη στιγ­μή, καμία υφι­στά­με­νη δια­φο­ρά, αλλά μόνο η ανά­γκη της τε­χνι­κής χά­ρα­ξής του.

Μετά από αυτό, στις 28 Δε­κεμ­βρί­ου 1932 ακο­λού­θη­σε η απο­τύ­πω­ση της υπό­λοι­πης θα­λάσ­σιας με­θο­ρί­ου Ιτα­λί­ας–Τουρ­κί­ας. Εδώ αρ­χί­ζει το δεύ­τε­ρο, και σή­με­ρα ιδιαί­τε­ρα αμ­φι­σβη­τού­με­νο, μέρος της υπό­θε­σης. Το Πρω­τό­κολ­λο της 28ης Δε­κεμ­βρί­ου 1932 δεν πρέ­πει να συγ­χέ­ε­ται με τη Σύμ­βα­ση της 4ης Ια­νουα­ρί­ου. Πρό­κει­ται για δια­φο­ρε­τι­κό κεί­με­νο, το οποίο πε­ρι­γρά­φει τη θα­λάσ­σια με­θό­ριο με σειρά ση­μεί­ων και με ανα­φο­ρές στους υδρο­γρα­φι­κούς χάρ­τες που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν για την απο­τύ­πω­σή της. Η γραμ­μή που προ­κύ­πτει από το Πρω­τό­κολ­λο δεν πρέ­πει επο­μέ­νως να αντι­με­τω­πί­ζε­ται ως μία απλή ευ­θεία. Είναι μία ακο­λου­θία επι­μέ­ρους τμη­μά­των και ση­μεί­ων, η οποία συν­δέ­ει δια­φο­ρε­τι­κές πε­ριο­χές της τότε ιτα­λο­τουρ­κι­κής θα­λάσ­σιας με­θο­ρί­ου.

Όταν σή­με­ρα γί­νε­ται λόγος για «τη γραμ­μή του 1932», δη­μιουρ­γεί­ται συχνά η εντύ­πω­ση ότι πρό­κει­ται για μία και μόνη γραμ­μή. Αυτό δεν απο­δί­δει με ακρί­βεια τη νο­μι­κή και γε­ω­γρα­φι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Για την πε­ριο­χή που μας εν­δια­φέ­ρει πρέ­πει να δια­κρί­νου­με τέσ­σε­ρις γραμ­μές ή τμή­μα­τα γραμ­μών:

α) Η γραμ­μή της Σύμ­βα­σης του Κα­στελ­λο­ρί­ζου. Είναι η γραμ­μή που προ­κύ­πτει από τη Σύμ­βα­ση της 4ης Ια­νουα­ρί­ου 1932 και αφορά την πε­ριο­χή με­τα­ξύ της ανα­το­λι­κής ακτής της Ανα­το­λί­ας και του Κα­στελ­λο­ρί­ζου. Η γραμ­μή αυτή συν­δέ­ε­ται άμεσα με τα άρθρα 3, 4 και 5 της Σύμ­βα­σης και με την κα­τα­νο­μή κυ­ριαρ­χί­ας επί των νη­σί­δων και βρά­χων.

β) Η γραμ­μή Ρόδου–Σάμου. Είναι το τμήμα της χά­ρα­ξης του Δε­κεμ­βρί­ου 1932 που αφορά την ευ­ρύ­τε­ρη θα­λάσ­σια με­θό­ριο από την πε­ριο­χή της Ρόδου προς την πε­ριο­χή της Σάμου. Το τμήμα αυτό έχει ιδιαί­τε­ρη ση­μα­σία διότι, από την αλ­λη­λο­γρα­φία που έχου­με εξε­τά­σει για την πε­ρί­ο­δο 1935–1936, δεν προ­κύ­πτει ότι απο­τέ­λε­σε αντι­κεί­με­νο της συ­γκε­κρι­μέ­νης τουρ­κι­κής αντίρ­ρη­σης.

γ) Η γραμ­μή Ρόδου–Κα­στελ­λο­ρί­ζου. Πρό­κει­ται για το πρώτο από τα δύο επί­μα­χα τμή­μα­τα που συν­δέ­ο­νται άμεσα με την πε­ριο­χή του Κα­στελ­λο­ρί­ζου.

δ) Η νο­τιο­α­να­το­λι­κή προ­έ­κτα­ση πέρα από το Κα­στελ­λό­ρι­ζο. Πρό­κει­ται για το δεύ­τε­ρο επί­μα­χο τμήμα, που συ­νε­χί­ζει προς νο­τιο­α­να­το­λι­κή κα­τεύ­θυν­ση πέρα από την πε­ριο­χή του Κα­στελ­λο­ρί­ζου.

Η διά­κρι­ση αυτή είναι ου­σιώ­δης. Η τουρ­κι­κή δι­πλω­μα­τι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία της δε­κα­ε­τί­ας του 1930 δεν πρέ­πει να πα­ρου­σιά­ζε­ται ως γε­νι­κή απόρ­ρι­ψη ολό­κλη­ρης της χά­ρα­ξης του 1932.

Ένα ακόμη στοι­χείο που δεν πρέ­πει να χαθεί είναι η λει­τουρ­γία της γραμ­μής του Πρω­το­κόλ­λου σε σχέση με τα 12 ναυ­τι­κά μίλια. Η ανα­φο­ρά αυτή έχει ιδιαί­τε­ρη ση­μα­σία διότι το Πρω­τό­κολ­λο δεν χρη­σι­μο­ποιεί τη γραμ­μή με έναν και μο­να­δι­κό τρόπο. Ανα­φέ­ρει ότι η πε­ριο­χή μέχρι τα 12 ναυ­τι­κά μίλια από τα αντί­στοι­χα εδάφη, ανή­κει κυ­ριαρ­χι­κά στα κράτη που έχουν κυ­ριαρ­χία και στο έδα­φος. Πέρα από αυτή την από­στα­ση, η λει­τουρ­γία της συ­νο­ρια­κής γραμ­μής δεν επη­ρε­ά­ζει την κυ­ριαρ­χία.

Η δι­πλω­μα­τι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία με­τα­ξύ Ιτα­λί­ας και Τουρ­κί­ας κατά τα έτη 1935 και 1936, δη­λα­δή με­τα­ξύ των ίδιων των κρα­τών που είχαν συ­νά­ψει τις πρά­ξεις του 1932, δεί­χνει μια υπα­να­χώ­ρη­ση της Τουρ­κί­ας. Στις 20 Νο­εμ­βρί­ου 1935 ο Τούρ­κος υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών επα­νήλ­θε στο ζή­τη­μα της χά­ρα­ξης και στη σχέση της με τις πρά­ξεις του 1932. Η τουρ­κι­κή πλευ­ρά δεν αντι­με­τώ­πι­ζε πλέον το ζή­τη­μα ως απλή χαρ­το­γρα­φι­κή δια­δι­κα­σία, αλλά έθετε ζή­τη­μα ως προς τη ση­μα­σία συ­γκε­κρι­μέ­νων τμη­μά­των της γραμ­μής. Ακο­λού­θη­σε η ιτα­λι­κή επι­στο­λή της 12ης Φε­βρουα­ρί­ου 1936, η οποία απο­τε­λεί ση­μα­ντι­κό κρίκο στην αλ­λη­λο­γρα­φία.

Το κρί­σι­μο στοι­χείο είναι ότι η συ­ζή­τη­ση δεν αφο­ρού­σε αδια­κρί­τως ολό­κλη­ρη τη γραμ­μή Ρόδου–Σάμου. Αφο­ρού­σε συ­γκε­κρι­μέ­να τμή­μα­τα, τα οποία σχε­τί­ζο­νταν με:

α) τη σύν­δε­ση Ρόδου–Κα­στελ­λο­ρί­ζου και

β) τη νο­τιο­α­να­το­λι­κή προ­έ­κτα­ση της γραμ­μής πέρα από το Κα­στελ­λό­ρι­ζο.

Αυτό είναι εξαι­ρε­τι­κά ση­μα­ντι­κό για τη ση­με­ρι­νή χαρ­το­γρα­φι­κή πα­ρου­σί­α­ση. Η γραμ­μή Ρόδου–Σάμου δεν πρέ­πει να χρω­μα­τί­ζε­ται ή να πα­ρου­σιά­ζε­ται ως τμήμα που είχε τότε την ίδια τουρ­κι­κή αμ­φι­σβή­τη­ση.

Η αλ­λη­λο­γρα­φία συ­νε­χί­στη­κε το φθι­νό­πω­ρο του 1936. Στις 26 Σε­πτεμ­βρί­ου 1936, ο Γε­νι­κός Γραμ­μα­τέ­ας του τουρ­κι­κού Υπουρ­γεί­ου Εξω­τε­ρι­κών απηύ­θυ­νε επι­στο­λή προς τον Ιταλό πρέ­σβη στην Άγκυ­ρα, Carlo Galli, στην οποία επα­νερ­χό­ταν στο ζή­τη­μα της οριο­θέ­τη­σης. Η τουρ­κι­κή επι­στο­λή ανα­φέ­ρε­ται στην προη­γού­με­νη ιτα­λι­κή επι­κοι­νω­νία της 12ης Φε­βρουα­ρί­ου 1936 και στις γραμ­μές που είχαν ση­μειω­θεί με αρα­βι­κούς και ρω­μαϊ­κούς αριθ­μούς. Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο ση­μείο της τουρ­κι­κής απά­ντη­σης είναι η δια­τύ­πω­ση ότι, πα­ρό­λη την πα­ρα­πά­νω διευ­κρί­νι­ση, ότι δη­λα­δή η γραμ­μή αυτή δεν δη­μιουρ­γού­σε κυ­ριαρ­χι­κά δι­καιώ­μα­τα στις πε­ριο­χές πέρα από τα 12 ναυ­τι­κά μίλια, οι Τούρ­κοι θέ­λη­σαν να κα­ταρ­γή­σουν τα δύο τμή­μα­τα της που θε­ω­ρού­σαν ότι θα τους δη­μιουρ­γού­σαν προ­βλή­μα­τα και ότι ήταν ακα­τάλ­λη­λη οποιασ­δή­πο­τε οριο­θέ­τη­σης σε ελεύ­θε­ρη θά­λασ­σα. Έτσι η συ­ζή­τη­ση με­τα­το­πί­στη­κε στη λει­τουρ­γία της γραμ­μής και στην έν­νοια της οριο­θέ­τη­σης στην «ελεύ­θε­ρη θά­λασ­σα».

Η εξέ­λι­ξη ολο­κλη­ρώ­θη­κε με την επι­στο­λή του Ιτα­λού πρέ­σβη Carlo Galli της 28ης Νο­εμ­βρί­ου 1936. Ο Galli, ενερ­γώ­ντας σύμ­φω­να με τις οδη­γί­ες του ιτα­λι­κού Υπουρ­γεί­ου Εξω­τε­ρι­κών, γνω­στο­ποί­η­σε στην τουρ­κι­κή πλευ­ρά ότι η ιτα­λι­κή κυ­βέρ­νη­ση θε­ω­ρού­σε πως το ζή­τη­μα της οριο­θέ­τη­σης των ιτα­λο­τουρ­κι­κών συ­νό­ρων στο Αι­γαίο είχε λυθεί με βάση τις προη­γού­με­νες σχε­τι­κές επι­κοι­νω­νί­ες. Η δια­τύ­πω­ση αυτή έχει με­γά­λη απο­δει­κτι­κή ση­μα­σία. Δεν έχου­με πλέον μόνο το κεί­με­νο του Πρω­το­κόλ­λου του 1932. Έχου­με μία με­τα­γε­νέ­στε­ρη επί­ση­μη ανταλ­λα­γή με­τα­ξύ των δύο κρα­τών, στην οποία η Ιτα­λία δη­λώ­νει ότι θε­ω­ρεί το ζή­τη­μα λυ­μέ­νο.

Επο­μέ­νως, η πε­ρί­ο­δος 1935–1936 δεν μπο­ρεί να πα­ρα­λει­φθεί από οποια­δή­πο­τε σο­βα­ρή νο­μι­κοϊ­στο­ρι­κή εξέ­τα­ση της γραμ­μής. Ταυ­τό­χρο­να, πρέ­πει να δια­τη­ρη­θεί η διά­κρι­ση ανά­με­σα: στο αρ­χι­κό συμ­βα­τι­κό κεί­με­νο του 1932, στην τουρ­κι­κή αμ­φι­σβή­τη­ση συ­γκε­κρι­μέ­νων τμη­μά­των, στις ιτα­λι­κές ερ­μη­νευ­τι­κές εξη­γή­σεις, και στη με­τα­γε­νέ­στε­ρη συμ­φω­νη­μέ­νη πρα­κτι­κή των δύο κυ­βερ­νή­σε­ων το 1936. Αυτή η αλ­λη­λου­χία είναι πολύ πιο ακρι­βής από την απλου­στευ­μέ­νη δια­τύ­πω­ση ότι «η Τουρ­κία απο­δέ­χθη­κε» ή «η Τουρ­κία απέρ­ρι­ψε» συ­νο­λι­κά τη γραμ­μή.

Αντί­θε­τα, από τα έγ­γρα­φα που έχουν εξε­τα­στεί μέχρι σή­με­ρα δεν προ­κύ­πτει αντί­στοι­χη τουρ­κι­κή αντίρ­ρη­ση κατά της γραμ­μής Ρόδου–Σάμου. Αυτό δεν είναι μία ασή­μα­ντη λε­πτο­μέ­ρεια. Ση­μαί­νει ότι η με­τα­γε­νέ­στε­ρη αμ­φι­σβή­τη­ση πρέ­πει να απο­τυ­πώ­νε­ται τμη­μα­τι­κά και όχι συ­νο­λι­κά. Γι’ αυτό και ο χάρ­της που θα συ­νο­δεύ­σει την έρευ­να πρέ­πει να εμ­φα­νί­ζει τις τέσ­σε­ρις γραμ­μές χω­ρι­στά.

Το ζή­τη­μα απο­κτά ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον στο ση­μείο 30 του Πρω­το­κόλ­λου της 28ης Δε­κεμ­βρί­ου 1932. Το ση­μείο αυτό συν­δέ­ε­ται με την πε­ριο­χή των Kardak/Ιμίων και απο­τε­λεί ένα από τα ση­μεία στα οποία στη­ρί­χθη­κε με­τα­γε­νέ­στε­ρα η νο­μι­κή συ­ζή­τη­ση για το κα­θε­στώς των δύο βρα­χο­νη­σί­δων. Η ση­μα­σία του ση­μεί­ου 30 είναι ότι βρί­σκε­ται μέσα στο ίδιο το κεί­με­νο που πε­ρι­γρά­φει τη θα­λάσ­σια με­θό­ριο Ιτα­λί­ας–Τουρ­κί­ας.

Το ζή­τη­μα, επο­μέ­νως, δεν είναι απλώς αν τα Ίμια «ανα­φέ­ρο­νται στη Λω­ζάν­νη». Το κρί­σι­μο νο­μι­κό ερώ­τη­μα είναι: ποιο ήταν το κα­θε­στώς των Ιμίων κατά τον χρόνο που η Ιτα­λία κα­τεί­χε και ασκού­σε κυ­ριαρ­χία στα Δω­δε­κά­νη­σα, τι προ­έ­βλε­πε η με­τα­γε­νέ­στε­ρη ιτα­λο­τουρ­κι­κή οριο­θέ­τη­ση και ποιος τί­τλος με­τα­βι­βά­στη­κε στην Ελ­λά­δα το 1947; Αυτό είναι το πραγ­μα­τι­κό νο­μι­κό ζή­τη­μα.

Η επό­με­νη κρί­σι­μη πράξη είναι η Συν­θή­κη Ει­ρή­νης με την Ιτα­λία, που υπο­γρά­φη­κε στο Πα­ρί­σι στις 10 Φε­βρουα­ρί­ου 1947. Το άρθρο 14 ορί­ζει ότι: «Η Ιτα­λία εκ­χω­ρεί στην Ελ­λά­δα με πλήρη κυ­ριαρ­χία τα Δω­δε­κά­νη­σα…» και απα­ριθ­μεί ρητά τη Ρόδο, τη Σύμη, την Κω και τα υπό­λοι­πα Δω­δε­κά­νη­σα, καθώς και το Κα­στελ­λό­ρι­ζο, μαζί με τα πα­ρα­κεί­με­να νησιά. Η διά­τα­ξη είναι απο­φα­σι­στι­κή για την ιστο­ρι­κή ακο­λου­θία. Η Ελ­λά­δα δεν απέ­κτη­σε το 1947 μία νέα, αυ­το­τε­λή θα­λάσ­σια οριο­θέ­τη­ση με την Τουρ­κία. Απέ­κτη­σε την κυ­ριαρ­χία επί των Δω­δε­κα­νή­σων από την Ιτα­λία. Δη­λα­δή η Συν­θή­κη των Πα­ρι­σί­ων επα­να­λαμ­βά­νει το λε­κτι­κό του άρ­θρου 15 της Συν­θή­κης της Λω­ζάν­νης του 1923.

Τον Σε­πτέμ­βριο του 1945 ο Βρε­τα­νός υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών Bevin είχε προ­τεί­νει να πα­ρα­χω­ρη­θεί το Κα­στελ­λό­ρι­ζο στην Τουρ­κία. Ο Αμε­ρι­κα­νός υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών Byrnes δια­φώ­νη­σε. Επι­σή­μα­νε ότι δεν υπήρ­χαν στοι­χεία ότι η Τουρ­κία επι­θυ­μού­σε πραγ­μα­τι­κά το νησί και ότι ο πλη­θυ­σμός του ήταν overwhelmingly Greek. Πρό­σθε­σε ότι, εφό­σον το νησί πα­ρέ­με­νε απο­στρα­τιω­τι­κο­ποι­η­μέ­νο, δεν θα υπήρ­χε στρα­τιω­τι­κός κίν­δυ­νος για την Τουρ­κία από την ελ­λη­νι­κή κυ­ριαρ­χία. Το 1946, σε αμε­ρι­κα­νι­κή δι­πλω­μα­τι­κή ανα­φο­ρά, κα­τα­γρά­φε­ται επί­σης ότι η Τουρ­κία ήταν ικα­νο­ποι­η­μέ­νη από την από­φα­ση των υπουρ­γών Εξω­τε­ρι­κών να επι­στρα­φούν τα Δω­δε­κά­νη­σα στην Ελ­λά­δα, αν και θα προ­τι­μού­σε την επι­στρο­φή δύο ή τριών νη­σιών κοντά στις τουρ­κι­κές ακτές. Κα­τα­γρά­φε­ται ακόμη ότι ο Bevin είχε συμ­βου­λεύ­σει τους Τούρ­κους να μην επι­διώ­ξουν το Κα­στελ­λό­ρι­ζο και τη Σύμη, διότι μία τέ­τοια ενέρ­γεια θα μπο­ρού­σε να προ­κα­λέ­σει ευ­ρύ­τε­ρες σο­βιε­τι­κές πιέ­σεις προς την Τουρ­κία.

Ιδιαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρου­σα είναι και η αμε­ρι­κα­νι­κή τεκ­μη­ρί­ω­ση της ίδιας της δια­δι­κα­σί­ας σύ­ντα­ξης της Συν­θή­κης. Σε σχέ­διο του άρ­θρου περί των Δω­δε­κα­νή­σων προ­τά­θη­κε να ανα­φέ­ρο­νται ρητά η Ρόδος, η Κως, η Σύμη, το Castelrosso (Megisti) και τα μι­κρό­τε­ρα νησιά που εξαρ­τώ­νται από αυτά, ακρι­βώς για να απο­φευ­χθεί οποια­δή­πο­τε αμ­φι­ση­μία ως προς την έκτα­ση της έκ­φρα­σης «Δω­δε­κά­νη­σα». Σε με­τα­γε­νέ­στε­ρο στά­διο η αρ­μό­δια επι­τρο­πή δια­τύ­πω­σε το άρθρο με ρητή απα­ρίθ­μη­ση των νη­σιών και των εξαρ­τώ­με­νων από αυτά νη­σί­δων και πρό­τει­νε ακόμη την προ­ε­τοι­μα­σία κει­μέ­νου και χάρτη για τη θα­λάσ­σια με­θό­ριο της Ελ­λά­δας στην πε­ριο­χή των Δω­δε­κα­νή­σων.

Εδώ βρί­σκε­ται το δυ­σκο­λό­τε­ρο ση­μείο της υπό­θε­σης. Η Σύμ­βα­ση της 4ης Ια­νουα­ρί­ου 1932 έχει σαφή διε­θνή συμ­βα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, κυ­ρώ­θη­κε και κα­τα­χω­ρί­στη­κε στην Κοι­νω­νία των Εθνών ως No. 3191. Για το Πρω­τό­κολ­λο της 28ης Δε­κεμ­βρί­ου 1932, αντι­θέ­τως, η Τουρ­κία υπο­στη­ρί­ζει ότι δεν ολο­κλη­ρώ­θη­καν οι απαι­τού­με­νες δια­δι­κα­σί­ες κύ­ρω­σης και ότι το κεί­με­νο δεν κα­τα­χω­ρί­στη­κε στην Κοι­νω­νία των Εθνών. Αυτό απο­τε­λεί τον πυ­ρή­να της σύγ­χρο­νης τουρ­κι­κής νο­μι­κής θέσης. Από την άλλη πλευ­ρά, η ελ­λη­νι­κή επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία υπο­στη­ρί­ζει ότι το Πρω­τό­κολ­λο απο­τε­λεί συ­να­κό­λου­θη και συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή πράξη της Σύμ­βα­σης του Ια­νουα­ρί­ου και ότι η με­τα­γε­νέ­στε­ρη πρα­κτι­κή των δύο κρα­τών πρέ­πει να λη­φθεί υπόψη.

Η αλ­λη­λο­γρα­φία Ιτα­λί­ας–Τουρ­κί­ας του 1935–1936 έχει ιδιαί­τε­ρη ση­μα­σία, διότι προ­έρ­χε­ται από τα ίδια τα συμ­βαλ­λό­με­να κράτη και απο­τυ­πώ­νει τον τρόπο με τον οποίο αυτά αντι­λαμ­βά­νο­νταν, λίγα μόλις χρό­νια μετά τις συμ­φω­νί­ες του 1932, τη με­τα­ξύ τους θα­λάσ­σια με­θό­ριο. Η ση­μα­σία της γί­νε­ται ακόμη με­γα­λύ­τε­ρη αν λη­φθεί υπόψη η επι­στο­λή του Τούρ­κου Υπουρ­γού Εξω­τε­ρι­κών Tevfik Rüştü της 4ης Ια­νουα­ρί­ου 1932, με την οποία η τουρ­κι­κή κυ­βέρ­νη­ση δή­λω­νε ότι, μετά τη Σύμ­βα­ση της ίδιας ημέ­ρας, το υπό­λοι­πο της τουρ­κοϊ­τα­λι­κής θα­λάσ­σιας με­θο­ρί­ου δεν απο­τε­λού­σε αντι­κεί­με­νο «κα­μί­ας δια­φο­ράς και κα­μί­ας αμ­φι­σβή­τη­σης οποιασ­δή­πο­τε φύ­σε­ως» και πρό­τει­νε την άμεση τε­χνι­κή χά­ρα­ξή του. Υπό το φως αυτής της αρ­χι­κής το­πο­θέ­τη­σης, η αλ­λη­λο­γρα­φία του 1935–1936 δεν μπο­ρεί να αντι­με­τω­πι­στεί ως απλή επα­νά­λη­ψη μιας πά­γιας τουρ­κι­κής άρ­νη­σης, αλλά ως με­τα­γε­νέ­στε­ρη εξέ­λι­ξη και επα­νε­ξέ­τα­ση συ­γκε­κρι­μέ­νων ζη­τη­μά­των της χά­ρα­ξης. Και πράγ­μα­τι, από την ανταλ­λα­γή των επι­στο­λών προ­κύ­πτει ότι η τουρ­κι­κή πλευ­ρά δεν εμ­φα­νί­ζε­ται να απορ­ρί­πτει συ­νο­λι­κά τη θα­λάσ­σια με­θό­ριο του 1932, αλλά να εγεί­ρει ζή­τη­μα ως προς δύο συ­γκε­κρι­μέ­να τμή­μα­τα που συν­δέ­ο­νται με το Κα­στελ­λό­ρι­ζο, το ένα προς την κα­τεύ­θυν­ση της Ρόδου και το άλλο προς νο­τιο­α­να­το­λι­κά του Κα­στελ­λο­ρί­ζου. Αυτό απο­τε­λεί κρί­σι­μο στοι­χείο για την ερ­μη­νεία της εξέ­λι­ξης της υπό­θε­σης, διότι δεί­χνει ότι η με­τα­γε­νέ­στε­ρη τουρ­κι­κή αμ­φι­σβή­τη­ση είχε συ­γκε­κρι­μέ­νο αντι­κεί­με­νο και δεν ταυ­τι­ζό­ταν εξαρ­χής με γε­νι­κή απόρ­ρι­ψη ολό­κλη­ρης της γραμ­μής του 1932, η οποία είχε προ συμ­φω­νη­θεί, όπως μας δια­βε­βαιώ­νει ο Τούρ­κος Υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών Tevfik Rüştü στις 4ης Ια­νουα­ρί­ου 1932.

Μία από τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες ανε­ξάρ­τη­τες νο­μι­κές πηγές για τη με­τα­γε­νέ­στε­ρη συ­ζή­τη­ση είναι η με­λέ­τη της Law Library of Congress, Global Legal Research Directorate, με τίτλο Greece: Status of Imia Islets Under International Law, της Theresa Papademetriou, Μάρ­τιος 1999. Η με­λέ­τη εξε­τά­ζει τη Λω­ζάν­νη, τη Σύμ­βα­ση της 4ης Ια­νουα­ρί­ου 1932, το Πρω­τό­κολ­λο της 28ης Δε­κεμ­βρί­ου 1932 και τη Συν­θή­κη Ει­ρή­νης του 1947. Η αξία της όμως πρέ­πει να οριο­θε­τη­θεί σωστά. Δεν απο­τε­λεί από­φα­ση διε­θνούς δι­κα­στη­ρί­ου. Δεν απο­τε­λεί δε­σμευ­τι­κή γνω­μο­δό­τη­ση της αμε­ρι­κα­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης. Απο­τε­λεί νο­μι­κή με­λέ­τη της Νο­μι­κής Βι­βλιο­θή­κης του Κο­γκρέ­σου, με αντι­κεί­με­νο την εξέ­τα­ση των πηγών και των επι­χει­ρη­μά­των των δύο πλευ­ρών. Ακρι­βώς γι’ αυτό έχει αξία ως ανε­ξάρ­τη­τη αμε­ρι­κα­νι­κή νο­μι­κή επε­ξερ­γα­σία, αλλά δεν πρέ­πει να πα­ρου­σιά­ζε­ται ως διε­θνής δι­κα­στι­κή κρίση. Δια­φο­ρε­τι­κό τεκ­μή­ριο απο­τε­λεί η αμε­ρι­κα­νι­κή πο­λι­τι­κή και κοι­νο­βου­λευ­τι­κή θέση της πε­ριό­δου μετά την κρίση των Ιμίων. Στα Congressional Records του 1999 κα­τα­γρά­φη­κε θέση μελών του Κο­γκρέ­σου υπέρ της ελ­λη­νι­κής κυ­ριαρ­χί­ας στα Ίμια και υπέρ της άπο­ψης ότι η σχε­τι­κή νο­μι­κή αλυ­σί­δα ανά­γε­ται στη Λω­ζάν­νη, στις ιτα­λο­τουρ­κι­κές πρά­ξεις του 1932 και στη Συν­θή­κη του 1947.

Η ση­με­ρι­νή συ­ζή­τη­ση έχει υπερ­βο­λι­κά επι­κε­ντρω­θεί στα Ίμια. Τα Ίμια είναι βε­βαί­ως ση­μα­ντι­κά, επει­δή το ση­μείο 30 του Πρω­το­κόλ­λου συν­δέ­ε­ται άμεσα με αυτά. Όμως η ευ­ρύ­τε­ρη νο­μι­κή ει­κό­να είναι πολύ με­γα­λύ­τε­ρη. Αφορά ολό­κλη­ρη τη δια­δρο­μή: Κα­στελ­λό­ρι­ζο – Ρόδος – Δω­δε­κά­νη­σα – Σάμος. Και, κυ­ρί­ως, αφορά τη διά­κρι­ση ανά­με­σα σε δια­φο­ρε­τι­κές γραμ­μές δια­φο­ρε­τι­κής συμ­βα­τι­κής προ­έ­λευ­σης με κύριο στόχο την Μαρ­μα­ρί­δα και την διέ­ξο­δό της στην «ελεύ­θε­ρη θά­λασ­σα». Γι’ αυτό η πα­ρου­σί­α­ση του ζη­τή­μα­τος με μία ενιαία «γραμ­μή του 1932» είναι ανε­παρ­κής. Το Πρω­τό­κολ­λο της 28ης Δε­κεμ­βρί­ου 1932 πρέ­πει να εξε­τα­στεί με βάση τα ση­μεία της, τους χάρ­τες στους οποί­ους πα­ρα­πέ­μπει, τη ρύθ­μι­ση των 12 ναυ­τι­κών μι­λί­ων και — κυ­ρί­ως — τη νο­μι­κή του σχέση με τη Σύμ­βα­ση του Ια­νουα­ρί­ου.

Η δι­πλω­μα­τι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία 1935–1936 είναι κα­θο­ρι­στι­κής ση­μα­σί­ας, επει­δή δεί­χνει ότι η δια­φω­νία δεν αφο­ρού­σε αδια­κρί­τως ολό­κλη­ρη τη χά­ρα­ξη, αλλά συ­γκε­κρι­μέ­να τμή­μα­τα που συν­δέ­ο­νται με το Κα­στελ­λό­ρι­ζο. Η επι­στο­λή της 26ης Σε­πτεμ­βρί­ου 1936 και η απά­ντη­ση του Carlo Galli της 28ης Νο­εμ­βρί­ου 1936 πρέ­πει να εξε­τα­στούν ως με­τα­γε­νέ­στε­ρη πρα­κτι­κή των ίδιων των συμ­βαλ­λο­μέ­νων μερών.

Και, τέλος, η Συν­θή­κη Ει­ρή­νης των Πα­ρι­σί­ων του 1947, με το άρθρο 14, με­τα­βί­βα­σε στην Ελ­λά­δα τα Δω­δε­κά­νη­σα, ρητά πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του Κα­στελ­λο­ρί­ζου και των πα­ρα­κεί­με­νων νη­σί­δων. Η τουρ­κι­κή δι­πλω­μα­τι­κή αμ­φι­σβή­τη­ση της δε­κα­ε­τί­ας του 1930 όχι μόνον δεν απο­τε­λεί γε­νι­κή αμ­φι­σβή­τη­ση της γραμ­μής από τη Ρόδο ως τη Σάμο, αλλά ξε­κα­θα­ρί­ζει ότι οι αντιρ­ρή­σεις τις Τουρ­κί­ας ήταν πε­ριο­ρι­σμέ­νες και ότι εντο­πί­ζο­νταν στα δύο τμή­μα­τα που σχε­τί­ζο­νται με την γραμ­μή κυ­ριαρ­χί­ας του Κα­στελ­λο­ρί­ζου: το τμήμα Ρόδου–Κα­στελ­λο­ρί­ζου και τη νο­τιο­α­να­το­λι­κή προ­έ­κτα­σή της. Αυτό είναι το ση­μείο που πρέ­πει να απο­τυ­πω­θεί και στον τε­λι­κό χάρτη, που πρέ­πει να δεί­χνει χω­ρι­στά:

1. τη γραμ­μή της Σύμ­βα­σης της 4ης Ια­νουα­ρί­ου 1932 στην πε­ριο­χή του Κα­στελ­λο­ρί­ζου,

2. τη γραμ­μή Ρόδου–Σάμου του Πρω­το­κόλ­λου και τα 12 μίλια της κυ­ριαρ­χί­ας,

3. τη γραμ­μή Ρόδου–Κα­στελ­λο­ρί­ζου του Πρω­το­κόλ­λου,

4. τη νο­τιο­α­να­το­λι­κή προ­έ­κτα­ση πέρα από τη γραμ­μή του Κα­στελ­λο­ρί­ζου, όπως προ­βλέ­πε­ται στο Πρω­τό­κολ­λο.

Μόνο έτσι γί­νε­ται ορατή η πραγ­μα­τι­κή νο­μι­κή δομή της με­θο­ρί­ου και, κυ­ρί­ως, γί­νε­ται κα­τα­νοη­τό ποιο ακρι­βώς τμήμα αμ­φι­σβη­τή­θη­κε από την Τουρ­κία και ποιο όχι. Το πρω­τό­κολ­λο του Δε­κεμ­βρί­ου του 1932, μας ξε­κα­θα­ρί­ζει όλο το κα­θε­στώς που ισχύ­ει στα Δω­δε­κά­νη­σα φτά­νει κα­νείς να το δια­βά­σει ολό­κλη­ρο και σωστά.

 

Βα­σι­κές πηγές

1.    Συν­θή­κη της Λω­ζάν­νης, 24 Ιου­λί­ου 1923, ιδίως άρθρα 15 και 16.

2.    Σύμ­βα­ση Ιτα­λί­ας–Τουρ­κί­ας, Άγκυ­ρα, 4 Ια­νουα­ρί­ου 1932,

3.    League of Nations Treaty Series, No. 3191, κα­τα­χώ­ρι­ση 24 Μαΐου 1933.

4.    Τουρ­κι­κός Νόμος 2106/14.1.1933.

5.    Πρω­τό­κολ­λο Ιτα­λί­ας–Τουρ­κί­ας, 28 Δε­κεμ­βρί­ου 1932.

6.    Ιτα­λο­τουρ­κι­κή δι­πλω­μα­τι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία 1935–1936.

7.    Συν­θή­κη Ει­ρή­νης με την Ιτα­λία, Πα­ρί­σι, 10 Φε­βρουα­ρί­ου 1947, άρθρο 14.

8.    U.S. Department of State, Foreign Relations of the United States, 1945–1946.

9.    Law Library of Congress, Global Legal Research Directorate, Theresa Papademetriou, Greece: Status of Imia Islets Under International Law, March 1999.

10. Congressional Record, 1999, σχε­τι­κά με τα Ίμια.

11. Επί­ση­μες τουρ­κι­κές το­πο­θε­τή­σεις.

12. Επί­ση­μες ελ­λη­νι­κές το­πο­θε­τή­σεις.

 

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.