ΑΠΟΨΕΙΣ

Η θαλάσσια οριοθέτηση Ιταλίας–Τουρκίας του 1932 και η σημερινή ελληνοτουρκική γραμμή από το Καστελλόριζο ως τη Σάμο

Νίκος Φαρμακίδης
1 λεπτό ανάγνωση

Η σημε­ρινή θαλάσ­σια οριο­θέ­τηση μεταξύ Ελλάδας και Τουρ­κίας στην περιοχή των Δωδε­κα­νή­σων δεν δημιουρ­γή­θηκε το 1947. Η ιστο­ρική και νομική της αφε­τη­ρία βρί­σκε­ται σε μία σειρά διεθνών πράξεων που άρχισαν με τη Συνθήκη της Λωζάν­νης του 1923 και συνε­χί­στη­καν με τις ιτα­λο­τουρ­κι­κές συμ­φω­νίες του 1932, όταν τα Δωδε­κά­νησα βρί­σκο­νταν υπό ιταλική κυριαρ­χία.

Η νομική ακο­λου­θία έχει ιδιαί­τερη σημασία. Η Τουρκία είχε παραι­τη­θεί υπέρ της Ιταλίας από τα δικαιώ­ματα και τους τίτλους της επί των Δωδε­κα­νή­σων και των εξαρ­τη­μέ­νων από αυτά νησίδων, καθώς και επί του Καστελ­λο­ρί­ζου, με το άρθρο 15 της Συν­θή­κης της Λωζάν­νης. Η Ιταλία και η Τουρκία προ­χώ­ρη­σαν στη συνέ­χεια, το 1932, σε ειδι­κό­τερη ρύθμιση για την περιοχή του Καστελ­λο­ρί­ζου και κατόπιν στην απο­τύ­πωση της υπό­λοι­πης θαλάσ­σιας μεθο­ρίου.

Το 1947 η Ιταλία εκχώ­ρησε στην Ελλάδα τα Δωδε­κά­νησα, περι­λαμ­βα­νο­μέ­νου ρητά του Καστελ­λο­ρί­ζου και των παρα­κεί­με­νων νησίδων.

Το άρθρο 15 της Συν­θή­κης της Λωζάν­νης προ­βλέ­πει ότι η Τουρκία παραι­τεί­ται υπέρ της Ιταλίας από «όλα τα δικαιώ­ματα και τους τίτλους» επί των Δωδε­κα­νή­σων που απα­ριθ­μού­νται στη Συνθήκη, καθώς και επί του Καστελ­λο­ρί­ζου. Το ίδιο άρθρο ανα­φέ­ρε­ται και στα εξαρ­τώ­μενα από τα νησιά αυτά νησίδια. Η σημασία του άρθρου 15 για την υπόθεση του 1932 είναι άμεση. Η ίδια η Σύμβαση της 4ης Ιανουα­ρίου 1932 ανα­φέ­ρει στο προ­οί­μιό της ότι η διαφορά μεταξύ Ιταλίας και Τουρ­κίας για τις νησίδες μεταξύ της ανα­το­λι­κής ακτής της Ανα­το­λίας και του Καστελ­λο­ρί­ζου είχε προ­κύ­ψει από την ερμη­νεία των σχε­τι­κών δια­τά­ξεων της Συν­θή­κης της Λωζάν­νης. Επο­μέ­νως, η Σύμβαση του 1932 ήρθε να εξει­δι­κεύ­σει ένα ζήτημα σε σχέση με την εφαρ­μογή της Συν­θή­κης.

Στις 4 Ιανουα­ρίου 1932 υπο­γρά­φηκε στην Άγκυρα η Σύμβαση μεταξύ Ιταλίας και Τουρ­κίας για την οριο­θέ­τηση των χωρικών υδάτων μεταξύ των ακτών της Ανα­το­λίας και της νήσου Καστελ­λο­ρί­ζου. Τα συμ­βαλ­λό­μενα μέρη ήταν η Ιταλία, εκπρο­σω­πού­μενη από τον πρέσβη Pompeo Aloisi, και η Τουρ­κική Δημο­κρα­τία, εκπρο­σω­πού­μενη από τον υπουργό Εξω­τε­ρι­κών Tevfik Rüştü. Η ίδια η Σύμβαση δηλώνει ότι σκοπός της ήταν να επι­λύ­σει τη διαφορά σχετικά με την κυριαρ­χία επί των νησίδων μεταξύ της ανα­το­λι­κής ακτής και του Καστελ­λο­ρί­ζου, καθώς και επί της Kara-Ada, και να οριο­θε­τή­σει τα χωρικά ύδατα γύρω από τις συγκε­κρι­μέ­νες νησίδες.

Το άρθρο 1 ανα­γνω­ρί­ζει στην Τουρκία την κυριαρ­χία επί συγκε­κρι­μέ­νων νησίδων. Το άρθρο 2 ανα­γνω­ρί­ζει στην Τουρκία την Kara-Ada. Αντι­στρό­φως, το άρθρο 3 ανα­γνω­ρί­ζει στην Ιταλία την κυριαρ­χία επί των νησίδων της περιο­χής του Καστελ­λο­ρί­ζου στις οποίες ανα­φέ­ρε­ται ρητά. Ιδιαί­τερη σημασία έχει το άρθρο 4. Εκεί τα συμ­βαλ­λό­μενα μέρη συμ­φω­νούν ότι όλα τα νησιά, οι νησίδες και οι βράχοι που βρί­σκο­νται εκα­τέ­ρω­θεν της γραμμής οριο­θέ­τη­σης των υδάτων, είτε ανα­φέ­ρο­νται ονο­μα­στικά είτε όχι, ανήκουν στο κράτος στη θαλάσ­σια ζώνη του οποίου βρί­σκο­νται. Η διάταξη αυτή είναι κρίσιμη, διότι δείχνει ότι η γραμμή δεν είχε μόνο περι­γρα­φική ή χαρ­το­γρα­φική λει­τουρ­γία. Συν­δε­ό­ταν άμεσα με την κυριαρ­χία επί νησίδων και βράχων και θαλάσ­σης.

Η τουρ­κική πλευρά με τον Νόμος 2106, της 14ης Ιανουα­ρίου 1933, ενέ­κρινε και κύρωσε τη συμ­φω­νία που είχε υπο­γρα­φεί στην Άγκυρα στις 4 Ιανουα­ρίου 1932 μεταξύ της Ιτα­λι­κής Κυβέρ­νη­σης και της Τουρ­κίας για τον καθο­ρι­σμό της κυριό­τη­τας των νησιών και νησίδων μεταξύ των ακτών της Ανα­το­λίας και της νήσου Μεγί­στης, καθώς και της Kara-Ada, και για την οριο­θέ­τηση των χωρικών υδάτων που περι­βάλ­λουν τα νησιά αυτά. Η πράξη αυτή έχει ιδιαί­τερη απο­δει­κτική αξία, διότι απο­δει­κνύει ότι η Τουρκία δεν αντι­με­τώ­πισε τη Σύμβαση της 4ης Ιανουα­ρίου ως απλή διπλω­μα­τική δήλωση. Προ­χώ­ρησε σε τυπική νομο­θε­τική κύρωση.

Η ανταλ­λαγή των εγγρά­φων επι­κύ­ρω­σης πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε στη Ρώμη στις 25 Απρι­λίου 1933. Η Σύμβαση κατα­χω­ρί­στηκε στη Συλλογή Συν­θη­κών της Κοι­νω­νίας των Εθνών στις 24 Μαΐου 1933, ως Treaty Series No. 3191.

Ιδιαί­τερη σημασία έχει η επι­στολή που ο Τούρκος Υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών Tevfik Rüştü απηύ­θυνε στον Ιταλό Πρέσβη Pompeo Aloisi την ίδια ημέρα, 4 Ιανουα­ρίου 1932. Ο Τούρκος Υπουρ­γός, αφού ανα­φέ­ρει ότι η Convention που υπο­γρά­φηκε εκείνη την ημέρα είχε «ευτυχώς ρυθ­μί­σει» την οριο­θέ­τηση της θαλάσ­σιας μεθο­ρίου των νησιών και νησίδων των οποίων η κυριό­τητα αμφι­σβη­τού­νταν μέχρι τότε, δηλώνει ρητά ότι «ολό­κληρο το υπό­λοιπο τμήμα της τουρ­κοϊ­τα­λι­κής θαλάσ­σιας μεθο­ρίου» δεν απο­τε­λούσε αντι­κεί­μενο «καμίας δια­φο­ράς και καμίας αμφι­σβή­τη­σης οποιασ­δή­ποτε φύσεως» μεταξύ των δύο χωρών. Και ακριβώς επειδή το θεω­ρούσε λυμένο, προ­τεί­νει την άμεση χάραξή του από τεχνι­κούς των δύο πλευρών. Η δια­τύ­πωση αυτή απο­τε­λεί ιδιαί­τερα ισχυρή πρω­το­γενή μαρ­τυ­ρία για το πώς αντι­λαμ­βα­νό­ταν η τουρ­κική κυβέρ­νηση, στις 4 Ιανουα­ρίου 1932, τη σχέση μεταξύ της Σύμ­βα­σης και του υπο­λοί­που τμή­μα­τος της θαλάσ­σιας μεθο­ρίου: η πρώτη είχε ρυθ­μί­σει το επίμαχο ζήτημα των νησίδων του Καστελ­λο­ρί­ζου, ενώ για το υπό­λοιπο της μεθο­ρίου δεν υπήρχε, κατά την τουρ­κική επίσημη θέση εκείνη τη στιγμή, καμία υφι­στά­μενη διαφορά, αλλά μόνο η ανάγκη της τεχνι­κής χάραξής του.

Μετά από αυτό, στις 28 Δεκεμ­βρίου 1932 ακο­λού­θησε η απο­τύ­πωση της υπό­λοι­πης θαλάσ­σιας μεθο­ρίου Ιταλίας–Τουρ­κίας. Εδώ αρχίζει το δεύτερο, και σήμερα ιδιαί­τερα αμφι­σβη­τού­μενο, μέρος της υπό­θε­σης. Το Πρω­τό­κολλο της 28ης Δεκεμ­βρίου 1932 δεν πρέπει να συγ­χέ­ε­ται με τη Σύμβαση της 4ης Ιανουα­ρίου. Πρό­κει­ται για δια­φο­ρε­τικό κείμενο, το οποίο περι­γρά­φει τη θαλάσ­σια μεθόριο με σειρά σημείων και με ανα­φο­ρές στους υδρο­γρα­φι­κούς χάρτες που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν για την απο­τύ­πωσή της. Η γραμμή που προ­κύ­πτει από το Πρω­τό­κολλο δεν πρέπει επο­μέ­νως να αντι­με­τω­πί­ζε­ται ως μία απλή ευθεία. Είναι μία ακο­λου­θία επι­μέ­ρους τμη­μά­των και σημείων, η οποία συνδέει δια­φο­ρε­τι­κές περιο­χές της τότε ιτα­λο­τουρ­κι­κής θαλάσ­σιας μεθο­ρίου.

Όταν σήμερα γίνεται λόγος για «τη γραμμή του 1932», δημιουρ­γεί­ται συχνά η εντύ­πωση ότι πρό­κει­ται για μία και μόνη γραμμή. Αυτό δεν απο­δί­δει με ακρί­βεια τη νομική και γεω­γρα­φική πραγ­μα­τι­κό­τητα. Για την περιοχή που μας ενδια­φέ­ρει πρέπει να δια­κρί­νουμε τέσ­σε­ρις γραμμές ή τμήματα γραμμών:

α) Η γραμμή της Σύμ­βα­σης του Καστελ­λο­ρί­ζου. Είναι η γραμμή που προ­κύ­πτει από τη Σύμβαση της 4ης Ιανουα­ρίου 1932 και αφορά την περιοχή μεταξύ της ανα­το­λι­κής ακτής της Ανα­το­λίας και του Καστελ­λο­ρί­ζου. Η γραμμή αυτή συν­δέ­ε­ται άμεσα με τα άρθρα 3, 4 και 5 της Σύμ­βα­σης και με την κατα­νομή κυριαρ­χίας επί των νησίδων και βράχων.

β) Η γραμμή Ρόδου–Σάμου. Είναι το τμήμα της χάραξης του Δεκεμ­βρίου 1932 που αφορά την ευρύ­τερη θαλάσ­σια μεθόριο από την περιοχή της Ρόδου προς την περιοχή της Σάμου. Το τμήμα αυτό έχει ιδιαί­τερη σημασία διότι, από την αλλη­λο­γρα­φία που έχουμε εξε­τά­σει για την περίοδο 1935–1936, δεν προ­κύ­πτει ότι απο­τέ­λεσε αντι­κεί­μενο της συγκε­κρι­μέ­νης τουρ­κι­κής αντίρ­ρη­σης.

γ) Η γραμμή Ρόδου–Καστελ­λο­ρί­ζου. Πρό­κει­ται για το πρώτο από τα δύο επίμαχα τμήματα που συν­δέ­ο­νται άμεσα με την περιοχή του Καστελ­λο­ρί­ζου.

δ) Η νοτιο­α­να­το­λική προ­έ­κταση πέρα από το Καστελ­λό­ριζο. Πρό­κει­ται για το δεύτερο επίμαχο τμήμα, που συνε­χί­ζει προς νοτιο­α­να­το­λική κατεύ­θυνση πέρα από την περιοχή του Καστελ­λο­ρί­ζου.

Η διά­κριση αυτή είναι ουσιώ­δης. Η τουρ­κική διπλω­μα­τική αλλη­λο­γρα­φία της δεκα­ε­τίας του 1930 δεν πρέπει να παρου­σιά­ζε­ται ως γενική απόρ­ριψη ολό­κλη­ρης της χάραξης του 1932.

Ένα ακόμη στοι­χείο που δεν πρέπει να χαθεί είναι η λει­τουρ­γία της γραμμής του Πρω­το­κόλ­λου σε σχέση με τα 12 ναυτικά μίλια. Η αναφορά αυτή έχει ιδιαί­τερη σημασία διότι το Πρω­τό­κολλο δεν χρη­σι­μο­ποιεί τη γραμμή με έναν και μονα­δικό τρόπο. Ανα­φέ­ρει ότι η περιοχή μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια από τα αντί­στοιχα εδάφη, ανήκει κυριαρ­χικά στα κράτη που έχουν κυριαρ­χία και στο έδαφος. Πέρα από αυτή την από­σταση, η λει­τουρ­γία της συνο­ρια­κής γραμμής δεν επη­ρε­ά­ζει την κυριαρ­χία.

Η διπλω­μα­τική αλλη­λο­γρα­φία μεταξύ Ιταλίας και Τουρ­κίας κατά τα έτη 1935 και 1936, δηλαδή μεταξύ των ίδιων των κρατών που είχαν συνάψει τις πράξεις του 1932, δείχνει μια υπα­να­χώ­ρηση της Τουρ­κίας. Στις 20 Νοεμ­βρίου 1935 ο Τούρκος υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών επα­νήλθε στο ζήτημα της χάραξης και στη σχέση της με τις πράξεις του 1932. Η τουρ­κική πλευρά δεν αντι­με­τώ­πιζε πλέον το ζήτημα ως απλή χαρ­το­γρα­φική δια­δι­κα­σία, αλλά έθετε ζήτημα ως προς τη σημασία συγκε­κρι­μέ­νων τμη­μά­των της γραμμής. Ακο­λού­θησε η ιταλική επι­στολή της 12ης Φεβρουα­ρίου 1936, η οποία απο­τε­λεί σημα­ντικό κρίκο στην αλλη­λο­γρα­φία.

Το κρίσιμο στοι­χείο είναι ότι η συζή­τηση δεν αφο­ρούσε αδια­κρί­τως ολό­κληρη τη γραμμή Ρόδου–Σάμου. Αφο­ρούσε συγκε­κρι­μένα τμήματα, τα οποία σχε­τί­ζο­νταν με:

α) τη σύνδεση Ρόδου–Καστελ­λο­ρί­ζου και

β) τη νοτιο­α­να­το­λική προ­έ­κταση της γραμμής πέρα από το Καστελ­λό­ριζο.

Αυτό είναι εξαι­ρε­τικά σημα­ντικό για τη σημε­ρινή χαρ­το­γρα­φική παρου­σί­αση. Η γραμμή Ρόδου–Σάμου δεν πρέπει να χρω­μα­τί­ζε­ται ή να παρου­σιά­ζε­ται ως τμήμα που είχε τότε την ίδια τουρ­κική αμφι­σβή­τηση.

Η αλλη­λο­γρα­φία συνε­χί­στηκε το φθι­νό­πωρο του 1936. Στις 26 Σεπτεμ­βρίου 1936, ο Γενικός Γραμ­μα­τέας του τουρ­κι­κού Υπουρ­γείου Εξω­τε­ρι­κών απηύ­θυνε επι­στολή προς τον Ιταλό πρέσβη στην Άγκυρα, Carlo Galli, στην οποία επα­νερ­χό­ταν στο ζήτημα της οριο­θέ­τη­σης. Η τουρ­κική επι­στολή ανα­φέ­ρε­ται στην προη­γού­μενη ιταλική επι­κοι­νω­νία της 12ης Φεβρουα­ρίου 1936 και στις γραμμές που είχαν σημειω­θεί με αρα­βι­κούς και ρωμαϊ­κούς αριθ­μούς. Το σημα­ντι­κό­τερο σημείο της τουρ­κι­κής απά­ντη­σης είναι η δια­τύ­πωση ότι, παρόλη την παρα­πάνω διευ­κρί­νιση, ότι δηλαδή η γραμμή αυτή δεν δημιουρ­γούσε κυριαρ­χικά δικαιώ­ματα στις περιο­χές πέρα από τα 12 ναυτικά μίλια, οι Τούρκοι θέλησαν να καταρ­γή­σουν τα δύο τμήματα της που θεω­ρού­σαν ότι θα τους δημιουρ­γού­σαν προ­βλή­ματα και ότι ήταν ακα­τάλ­ληλη οποιασ­δή­ποτε οριο­θέ­τη­σης σε ελεύ­θερη θάλασσα. Έτσι η συζή­τηση μετα­το­πί­στηκε στη λει­τουρ­γία της γραμμής και στην έννοια της οριο­θέ­τη­σης στην «ελεύ­θερη θάλασσα».

Η εξέλιξη ολο­κλη­ρώ­θηκε με την επι­στολή του Ιταλού πρέσβη Carlo Galli της 28ης Νοεμ­βρίου 1936. Ο Galli, ενερ­γώ­ντας σύμφωνα με τις οδηγίες του ιτα­λι­κού Υπουρ­γείου Εξω­τε­ρι­κών, γνω­στο­ποί­ησε στην τουρ­κική πλευρά ότι η ιταλική κυβέρ­νηση θεω­ρούσε πως το ζήτημα της οριο­θέ­τη­σης των ιτα­λο­τουρ­κι­κών συνόρων στο Αιγαίο είχε λυθεί με βάση τις προη­γού­με­νες σχε­τι­κές επι­κοι­νω­νίες. Η δια­τύ­πωση αυτή έχει μεγάλη απο­δει­κτική σημασία. Δεν έχουμε πλέον μόνο το κείμενο του Πρω­το­κόλ­λου του 1932. Έχουμε μία μετα­γε­νέ­στερη επίσημη ανταλ­λαγή μεταξύ των δύο κρατών, στην οποία η Ιταλία δηλώνει ότι θεωρεί το ζήτημα λυμένο.

Επο­μέ­νως, η περί­ο­δος 1935–1936 δεν μπορεί να παρα­λει­φθεί από οποια­δή­ποτε σοβαρή νομι­κοϊ­στο­ρική εξέταση της γραμμής. Ταυ­τό­χρονα, πρέπει να δια­τη­ρη­θεί η διά­κριση ανάμεσα: στο αρχικό συμ­βα­τικό κείμενο του 1932, στην τουρ­κική αμφι­σβή­τηση συγκε­κρι­μέ­νων τμη­μά­των, στις ιτα­λι­κές ερμη­νευ­τι­κές εξη­γή­σεις, και στη μετα­γε­νέ­στερη συμ­φω­νη­μένη πρα­κτική των δύο κυβερ­νή­σεων το 1936. Αυτή η αλλη­λου­χία είναι πολύ πιο ακριβής από την απλου­στευ­μένη δια­τύ­πωση ότι «η Τουρκία απο­δέ­χθηκε» ή «η Τουρκία απέρ­ριψε» συνο­λικά τη γραμμή.

Αντί­θετα, από τα έγγραφα που έχουν εξε­τα­στεί μέχρι σήμερα δεν προ­κύ­πτει αντί­στοιχη τουρ­κική αντίρ­ρηση κατά της γραμμής Ρόδου–Σάμου. Αυτό δεν είναι μία ασή­μα­ντη λεπτο­μέ­ρεια. Σημαί­νει ότι η μετα­γε­νέ­στερη αμφι­σβή­τηση πρέπει να απο­τυ­πώ­νε­ται τμη­μα­τικά και όχι συνο­λικά. Γι’ αυτό και ο χάρτης που θα συνο­δεύ­σει την έρευνα πρέπει να εμφα­νί­ζει τις τέσ­σε­ρις γραμμές χωριστά.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαί­τερο ενδια­φέ­ρον στο σημείο 30 του Πρω­το­κόλ­λου της 28ης Δεκεμ­βρίου 1932. Το σημείο αυτό συν­δέ­ε­ται με την περιοχή των Kardak/Ιμίων και απο­τε­λεί ένα από τα σημεία στα οποία στη­ρί­χθηκε μετα­γε­νέ­στερα η νομική συζή­τηση για το καθε­στώς των δύο βρα­χο­νη­σί­δων. Η σημασία του σημείου 30 είναι ότι βρί­σκε­ται μέσα στο ίδιο το κείμενο που περι­γρά­φει τη θαλάσ­σια μεθόριο Ιταλίας–Τουρ­κίας.

Το ζήτημα, επο­μέ­νως, δεν είναι απλώς αν τα Ίμια «ανα­φέ­ρο­νται στη Λωζάννη». Το κρίσιμο νομικό ερώτημα είναι: ποιο ήταν το καθε­στώς των Ιμίων κατά τον χρόνο που η Ιταλία κατείχε και ασκούσε κυριαρ­χία στα Δωδε­κά­νησα, τι προ­έ­βλεπε η μετα­γε­νέ­στερη ιτα­λο­τουρ­κική οριο­θέ­τηση και ποιος τίτλος μετα­βι­βά­στηκε στην Ελλάδα το 1947; Αυτό είναι το πραγ­μα­τικό νομικό ζήτημα.

Η επόμενη κρίσιμη πράξη είναι η Συνθήκη Ειρήνης με την Ιταλία, που υπο­γρά­φηκε στο Παρίσι στις 10 Φεβρουα­ρίου 1947. Το άρθρο 14 ορίζει ότι: «Η Ιταλία εκχωρεί στην Ελλάδα με πλήρη κυριαρ­χία τα Δωδε­κά­νησα…» και απα­ριθ­μεί ρητά τη Ρόδο, τη Σύμη, την Κω και τα υπό­λοιπα Δωδε­κά­νησα, καθώς και το Καστελ­λό­ριζο, μαζί με τα παρα­κεί­μενα νησιά. Η διάταξη είναι απο­φα­σι­στική για την ιστο­ρική ακο­λου­θία. Η Ελλάδα δεν απέ­κτησε το 1947 μία νέα, αυτο­τελή θαλάσ­σια οριο­θέ­τηση με την Τουρκία. Απέ­κτησε την κυριαρ­χία επί των Δωδε­κα­νή­σων από την Ιταλία. Δηλαδή η Συνθήκη των Παρι­σίων επα­να­λαμ­βά­νει το λεκτικό του άρθρου 15 της Συν­θή­κης της Λωζάν­νης του 1923.

Τον Σεπτέμ­βριο του 1945 ο Βρε­τα­νός υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών Bevin είχε προ­τεί­νει να παρα­χω­ρη­θεί το Καστελ­λό­ριζο στην Τουρκία. Ο Αμε­ρι­κα­νός υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών Byrnes δια­φώ­νησε. Επι­σή­μανε ότι δεν υπήρχαν στοι­χεία ότι η Τουρκία επι­θυ­μούσε πραγ­μα­τικά το νησί και ότι ο πλη­θυ­σμός του ήταν overwhelmingly Greek. Πρό­σθεσε ότι, εφόσον το νησί παρέ­μενε απο­στρα­τιω­τι­κο­ποι­η­μένο, δεν θα υπήρχε στρα­τιω­τι­κός κίν­δυ­νος για την Τουρκία από την ελλη­νική κυριαρ­χία. Το 1946, σε αμε­ρι­κα­νική διπλω­μα­τική αναφορά, κατα­γρά­φε­ται επίσης ότι η Τουρκία ήταν ικα­νο­ποι­η­μένη από την απόφαση των υπουρ­γών Εξω­τε­ρι­κών να επι­στρα­φούν τα Δωδε­κά­νησα στην Ελλάδα, αν και θα προ­τι­μούσε την επι­στροφή δύο ή τριών νησιών κοντά στις τουρ­κι­κές ακτές. Κατα­γρά­φε­ται ακόμη ότι ο Bevin είχε συμ­βου­λεύ­σει τους Τούρ­κους να μην επι­διώ­ξουν το Καστελ­λό­ριζο και τη Σύμη, διότι μία τέτοια ενέρ­γεια θα μπο­ρούσε να προ­κα­λέ­σει ευρύ­τε­ρες σοβιε­τι­κές πιέσεις προς την Τουρκία.

Ιδιαί­τερα ενδια­φέ­ρουσα είναι και η αμε­ρι­κα­νική τεκ­μη­ρί­ωση της ίδιας της δια­δι­κα­σίας σύντα­ξης της Συν­θή­κης. Σε σχέδιο του άρθρου περί των Δωδε­κα­νή­σων προ­τά­θηκε να ανα­φέ­ρο­νται ρητά η Ρόδος, η Κως, η Σύμη, το Castelrosso (Megisti) και τα μικρό­τερα νησιά που εξαρ­τώ­νται από αυτά, ακριβώς για να απο­φευ­χθεί οποια­δή­ποτε αμφι­ση­μία ως προς την έκταση της έκφρα­σης «Δωδε­κά­νησα». Σε μετα­γε­νέ­στερο στάδιο η αρμόδια επι­τροπή δια­τύ­πωσε το άρθρο με ρητή απα­ρίθ­μηση των νησιών και των εξαρ­τώ­με­νων από αυτά νησίδων και πρό­τεινε ακόμη την προ­ε­τοι­μα­σία κει­μέ­νου και χάρτη για τη θαλάσ­σια μεθόριο της Ελλάδας στην περιοχή των Δωδε­κα­νή­σων.

Εδώ βρί­σκε­ται το δυσκο­λό­τερο σημείο της υπό­θε­σης. Η Σύμβαση της 4ης Ιανουα­ρίου 1932 έχει σαφή διεθνή συμ­βα­τικό χαρα­κτήρα, κυρώ­θηκε και κατα­χω­ρί­στηκε στην Κοι­νω­νία των Εθνών ως No. 3191. Για το Πρω­τό­κολλο της 28ης Δεκεμ­βρίου 1932, αντι­θέ­τως, η Τουρκία υπο­στη­ρί­ζει ότι δεν ολο­κλη­ρώ­θη­καν οι απαι­τού­με­νες δια­δι­κα­σίες κύρωσης και ότι το κείμενο δεν κατα­χω­ρί­στηκε στην Κοι­νω­νία των Εθνών. Αυτό απο­τε­λεί τον πυρήνα της σύγ­χρο­νης τουρ­κι­κής νομικής θέσης. Από την άλλη πλευρά, η ελλη­νική επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία υπο­στη­ρί­ζει ότι το Πρω­τό­κολλο απο­τε­λεί συνα­κό­λουθη και συμπλη­ρω­μα­τική πράξη της Σύμ­βα­σης του Ιανουα­ρίου και ότι η μετα­γε­νέ­στερη πρα­κτική των δύο κρατών πρέπει να ληφθεί υπόψη.

Η αλλη­λο­γρα­φία Ιταλίας–Τουρ­κίας του 1935–1936 έχει ιδιαί­τερη σημασία, διότι προ­έρ­χε­ται από τα ίδια τα συμ­βαλ­λό­μενα κράτη και απο­τυ­πώ­νει τον τρόπο με τον οποίο αυτά αντι­λαμ­βά­νο­νταν, λίγα μόλις χρόνια μετά τις συμ­φω­νίες του 1932, τη μεταξύ τους θαλάσ­σια μεθόριο. Η σημασία της γίνεται ακόμη μεγα­λύ­τερη αν ληφθεί υπόψη η επι­στολή του Τούρκου Υπουρ­γού Εξω­τε­ρι­κών Tevfik Rüştü της 4ης Ιανουα­ρίου 1932, με την οποία η τουρ­κική κυβέρ­νηση δήλωνε ότι, μετά τη Σύμβαση της ίδιας ημέρας, το υπό­λοιπο της τουρ­κοϊ­τα­λι­κής θαλάσ­σιας μεθο­ρίου δεν απο­τε­λούσε αντι­κεί­μενο «καμίας δια­φο­ράς και καμίας αμφι­σβή­τη­σης οποιασ­δή­ποτε φύσεως» και πρό­τεινε την άμεση τεχνική χάραξή του. Υπό το φως αυτής της αρχικής τοπο­θέ­τη­σης, η αλλη­λο­γρα­φία του 1935–1936 δεν μπορεί να αντι­με­τω­πι­στεί ως απλή επα­νά­ληψη μιας πάγιας τουρ­κι­κής άρνησης, αλλά ως μετα­γε­νέ­στερη εξέλιξη και επα­νε­ξέ­ταση συγκε­κρι­μέ­νων ζητη­μά­των της χάραξης. Και πράγ­ματι, από την ανταλ­λαγή των επι­στο­λών προ­κύ­πτει ότι η τουρ­κική πλευρά δεν εμφα­νί­ζε­ται να απορ­ρί­πτει συνο­λικά τη θαλάσ­σια μεθόριο του 1932, αλλά να εγείρει ζήτημα ως προς δύο συγκε­κρι­μένα τμήματα που συν­δέ­ο­νται με το Καστελ­λό­ριζο, το ένα προς την κατεύ­θυνση της Ρόδου και το άλλο προς νοτιο­α­να­το­λικά του Καστελ­λο­ρί­ζου. Αυτό απο­τε­λεί κρίσιμο στοι­χείο για την ερμη­νεία της εξέ­λι­ξης της υπό­θε­σης, διότι δείχνει ότι η μετα­γε­νέ­στερη τουρ­κική αμφι­σβή­τηση είχε συγκε­κρι­μένο αντι­κεί­μενο και δεν ταυ­τι­ζό­ταν εξαρχής με γενική απόρ­ριψη ολό­κλη­ρης της γραμμής του 1932, η οποία είχε προ συμ­φω­νη­θεί, όπως μας δια­βε­βαιώ­νει ο Τούρκος Υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών Tevfik Rüştü στις 4ης Ιανουα­ρίου 1932.

Μία από τις σημα­ντι­κό­τε­ρες ανε­ξάρ­τη­τες νομικές πηγές για τη μετα­γε­νέ­στερη συζή­τηση είναι η μελέτη της Law Library of Congress, Global Legal Research Directorate, με τίτλο Greece: Status of Imia Islets Under International Law, της Theresa Papademetriou, Μάρτιος 1999. Η μελέτη εξε­τά­ζει τη Λωζάννη, τη Σύμβαση της 4ης Ιανουα­ρίου 1932, το Πρω­τό­κολλο της 28ης Δεκεμ­βρίου 1932 και τη Συνθήκη Ειρήνης του 1947. Η αξία της όμως πρέπει να οριο­θε­τη­θεί σωστά. Δεν απο­τε­λεί απόφαση διε­θνούς δικα­στη­ρίου. Δεν απο­τε­λεί δεσμευ­τική γνω­μο­δό­τηση της αμε­ρι­κα­νι­κής κυβέρ­νη­σης. Απο­τε­λεί νομική μελέτη της Νομικής Βιβλιο­θή­κης του Κογκρέ­σου, με αντι­κεί­μενο την εξέταση των πηγών και των επι­χει­ρη­μά­των των δύο πλευρών. Ακριβώς γι’ αυτό έχει αξία ως ανε­ξάρ­τητη αμε­ρι­κα­νική νομική επε­ξερ­γα­σία, αλλά δεν πρέπει να παρου­σιά­ζε­ται ως διεθνής δικα­στική κρίση. Δια­φο­ρε­τικό τεκ­μή­ριο απο­τε­λεί η αμε­ρι­κα­νική πολι­τική και κοι­νο­βου­λευ­τική θέση της περιό­δου μετά την κρίση των Ιμίων. Στα Congressional Records του 1999 κατα­γρά­φηκε θέση μελών του Κογκρέ­σου υπέρ της ελλη­νι­κής κυριαρ­χίας στα Ίμια και υπέρ της άποψης ότι η σχετική νομική αλυσίδα ανά­γε­ται στη Λωζάννη, στις ιτα­λο­τουρ­κι­κές πράξεις του 1932 και στη Συνθήκη του 1947.

Η σημε­ρινή συζή­τηση έχει υπερ­βο­λικά επι­κε­ντρω­θεί στα Ίμια. Τα Ίμια είναι βεβαίως σημα­ντικά, επειδή το σημείο 30 του Πρω­το­κόλ­λου συν­δέ­ε­ται άμεσα με αυτά. Όμως η ευρύ­τερη νομική εικόνα είναι πολύ μεγα­λύ­τερη. Αφορά ολό­κληρη τη δια­δρομή: Καστελ­λό­ριζο – Ρόδος – Δωδε­κά­νησα – Σάμος. Και, κυρίως, αφορά τη διά­κριση ανάμεσα σε δια­φο­ρε­τι­κές γραμμές δια­φο­ρε­τι­κής συμ­βα­τι­κής προ­έ­λευ­σης με κύριο στόχο την Μαρ­μα­ρίδα και την διέξοδό της στην «ελεύ­θερη θάλασσα». Γι’ αυτό η παρου­σί­αση του ζητή­μα­τος με μία ενιαία «γραμμή του 1932» είναι ανε­παρ­κής. Το Πρω­τό­κολλο της 28ης Δεκεμ­βρίου 1932 πρέπει να εξε­τα­στεί με βάση τα σημεία της, τους χάρτες στους οποίους παρα­πέ­μπει, τη ρύθμιση των 12 ναυ­τι­κών μιλίων και — κυρίως — τη νομική του σχέση με τη Σύμβαση του Ιανουα­ρίου.

Η διπλω­μα­τική αλλη­λο­γρα­φία 1935–1936 είναι καθο­ρι­στι­κής σημα­σίας, επειδή δείχνει ότι η δια­φω­νία δεν αφο­ρούσε αδια­κρί­τως ολό­κληρη τη χάραξη, αλλά συγκε­κρι­μένα τμήματα που συν­δέ­ο­νται με το Καστελ­λό­ριζο. Η επι­στολή της 26ης Σεπτεμ­βρίου 1936 και η απά­ντηση του Carlo Galli της 28ης Νοεμ­βρίου 1936 πρέπει να εξε­τα­στούν ως μετα­γε­νέ­στερη πρα­κτική των ίδιων των συμ­βαλ­λο­μέ­νων μερών.

Και, τέλος, η Συνθήκη Ειρήνης των Παρι­σίων του 1947, με το άρθρο 14, μετα­βί­βασε στην Ελλάδα τα Δωδε­κά­νησα, ρητά περι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του Καστελ­λο­ρί­ζου και των παρα­κεί­με­νων νησίδων. Η τουρ­κική διπλω­μα­τική αμφι­σβή­τηση της δεκα­ε­τίας του 1930 όχι μόνον δεν απο­τε­λεί γενική αμφι­σβή­τηση της γραμμής από τη Ρόδο ως τη Σάμο, αλλά ξεκα­θα­ρί­ζει ότι οι αντιρ­ρή­σεις τις Τουρ­κίας ήταν περιο­ρι­σμέ­νες και ότι εντο­πί­ζο­νταν στα δύο τμήματα που σχε­τί­ζο­νται με την γραμμή κυριαρ­χίας του Καστελ­λο­ρί­ζου: το τμήμα Ρόδου–Καστελ­λο­ρί­ζου και τη νοτιο­α­να­το­λική προ­έ­κτασή της. Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να απο­τυ­πω­θεί και στον τελικό χάρτη, που πρέπει να δείχνει χωριστά:

1. τη γραμμή της Σύμ­βα­σης της 4ης Ιανουα­ρίου 1932 στην περιοχή του Καστελ­λο­ρί­ζου,

2. τη γραμμή Ρόδου–Σάμου του Πρω­το­κόλ­λου και τα 12 μίλια της κυριαρ­χίας,

3. τη γραμμή Ρόδου–Καστελ­λο­ρί­ζου του Πρω­το­κόλ­λου,

4. τη νοτιο­α­να­το­λική προ­έ­κταση πέρα από τη γραμμή του Καστελ­λο­ρί­ζου, όπως προ­βλέ­πε­ται στο Πρω­τό­κολλο.

Μόνο έτσι γίνεται ορατή η πραγ­μα­τική νομική δομή της μεθο­ρίου και, κυρίως, γίνεται κατα­νοητό ποιο ακριβώς τμήμα αμφι­σβη­τή­θηκε από την Τουρκία και ποιο όχι. Το πρω­τό­κολλο του Δεκεμ­βρίου του 1932, μας ξεκα­θα­ρί­ζει όλο το καθε­στώς που ισχύει στα Δωδε­κά­νησα φτάνει κανείς να το δια­βά­σει ολό­κληρο και σωστά.

 

Βασικές πηγές

1.    Συνθήκη της Λωζάν­νης, 24 Ιουλίου 1923, ιδίως άρθρα 15 και 16.

2.    Σύμβαση Ιταλίας–Τουρ­κίας, Άγκυρα, 4 Ιανουα­ρίου 1932,

3.    League of Nations Treaty Series, No. 3191, κατα­χώ­ριση 24 Μαΐου 1933.

4.    Τουρ­κι­κός Νόμος 2106/14.1.1933.

5.    Πρω­τό­κολλο Ιταλίας–Τουρ­κίας, 28 Δεκεμ­βρίου 1932.

6.    Ιτα­λο­τουρ­κική διπλω­μα­τική αλλη­λο­γρα­φία 1935–1936.

7.    Συνθήκη Ειρήνης με την Ιταλία, Παρίσι, 10 Φεβρουα­ρίου 1947, άρθρο 14.

8.    U.S. Department of State, Foreign Relations of the United States, 1945–1946.

9.    Law Library of Congress, Global Legal Research Directorate, Theresa Papademetriou, Greece: Status of Imia Islets Under International Law, March 1999.

10. Congressional Record, 1999, σχετικά με τα Ίμια.

11. Επί­ση­μες τουρ­κι­κές τοπο­θε­τή­σεις.

12. Επί­ση­μες ελλη­νι­κές τοπο­θε­τή­σεις.

 

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.