ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ευτυχία Φράγκου: «Οι Μη Χαμένες Πατρίδες είναι υπόθεση όλων μας»

Νατάσα Παμπρή 9 λεπτά ανάγνωση
thumbnail
Οι Μη Χαμένες Πατρίδες είναι υπόθεση όλων μας

ΕΥΤΥΧΙΑ ΦΡΑΓΚΟΥ

  • Η σκηνοθέτης, δημοσιογράφος Ευτυχία Φράγκου μιλά στη «δ» για το βραβευμένο ντοκιμαντέρ της που φέρνει στο φως τις μαρτυρίες των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης, το χρέος απέναντι στη μνήμη και το μεγαλείο του Ελληνισμού της Ανατολής

Υπάρ­χουν άνθρω­ποι που η δια­δρομή τους δεν γρά­φε­ται μόνο με βιο­γρα­φικά και τίτλους, αλλά με μνήμη, με χρέος, με φλόγα. Η Ευτυχία Φράγκου ανήκει σ’ αυτούς. Δημιουρ­γός του πολυ­βρα­βευ­μέ­νου ντο­κι­μα­ντέρ «Μη Χαμένες Πατρί­δες», δεν ακο­λού­θησε την εύκολη δια­δρομή της αφή­γη­σης, αλλά εκείνη της κατά­δυ­σης στη συλ­λο­γική ψυχή ενός κόσμου που χάθηκε και όμως επι­μέ­νει να ζητά να ειπωθεί.

Μέσα από τα λόγια της, ξετυ­λί­γε­ται όχι απλώς ένα οδοι­πο­ρικό στη Ρωμιο­σύνη της Πόλης, αλλά ένα σιωπηλό συμ­βό­λαιο με τη Μνήμη. Ένα «χρέος», όπως το λέει η ίδια, προς τους Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τες που εξο­ρί­στη­καν, προς τον προ­πάπ­που της που χάθηκε στα Τάγματα Εργα­σίας, προς τις γενιές που έζησαν, δημιούρ­γη­σαν, αγά­πη­σαν κι έφυγαν αθόρυβα. Η Ευτυχία Φράγκου δεν ανα­πα­ρά­γει την Ιστορία. Την ξαναζεί. Μέσα από ένα μοντάζ όπου η κάθε φωνή ακού­γε­ται σαν να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τις υπό­λοι­πες. Μέσα από χει­ρο­ποί­η­τους χάρτες, μέσα από τη μουσική της Ευαν­θίας Ρεμπού­τσικα, μέσα από εκα­το­ντά­δες ώρες υλικού που δεν είναι απλώς τεκ­μή­ρια αλλά ζωντα­νές ανα­πνοές.

Στη συνέ­ντευξη που ακο­λου­θεί, η δημιουρ­γός μας ταξι­δεύει στις απαρχές της καλ­λι­τε­χνι­κής της δια­δρο­μής, αλλά και βαθύ­τερα, στη φιλο­μά­θεια, στο πάθος για το κοινό καλό, στην αγωνία να μην σμι­κρύ­νουμε τους ορί­ζο­ντες των παιδιών μας. Με ένα λόγο που σφύζει από ευαι­σθη­σία, αλλά και από γνώση, ρεα­λι­σμό, αλήθεια. Δια­βά­ζο­ντας την, δεν συνο­μι­λείς απλώς με μία σκη­νο­θέ­τρια. Συνο­μι­λείς με μια γυναίκα που ξέρει πώς να κουβαλά το βάρος της Ιστο­ρίας όχι ως φορτίο, αλλά ως σπιν­θήρα. Και με μια ευχή: «Οι Μη Χαμένες Πατρί­δες» και όσες θα έρθουν να μην πάψουν ποτέ να μας θυμί­ζουν πως στον πυρήνα κάθε ανθρώ­που που ξερι­ζώ­θηκε, υπάρχει κάτι πολύ­τιμο, το μεγα­λείο του να παρα­μέ­νεις Άνθρω­πος. Λόγω της φιλίας που μας συνδέει η συνέ­ντευξη με την Ευτυχία θα γίνει σε πρώτο ενικό.

Ανα­λυ­τικά η συνέ­ντευξη:

Ευτυχία πώς προ­έ­κυψε η ενα­σχό­ληση με τα ντο­κι­μα­ντέρ; Τι θα έλεγες στα νέα παιδιά που μπορεί να μας δια­βά­ζουν και να ενδια­φέ­ρο­νται να ασχο­λη­θούν με την κινού­μενη εικόνα;

Eίχα την τύχη να σπου­δάσω στο Τμήμα Επι­κοι­νω­νίας Μέσων και Πολι­τι­σμού στο Πάντειο Πανε­πι­στή­μιο στην Αθήνα. Από μικρή είχα μία έντονη κλίση στο γράψιμο και στην επι­κοι­νω­νία, αλλά και μία μεγάλη έφεση στις τέχνες. Οπότε μόλις ολο­κλή­ρωσα τις σπουδές μου, κέρδισα μία υπο­τρο­φία και φοίτησα στην Αμε­ρι­κα­νική Ακα­δη­μία Κινη­μα­το­γρά­φου (AMDA) και αμέσως μετά πραγ­μα­το­ποί­ησα τις μετα­πτυ­χια­κές μου σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Αρι­στο­τέ­λειο Πανε­πι­στή­μιο στο Τμήμα Θεάτρου. Αυτή ήταν η εκπαι­δευ­τική μου δια­δρομή.

Όλη η μετέ­πειτα πορεία μου ήταν ένα αμάλ­γαμα της αγάπης μου για την Ελλάδα, τις τέχνες, τον πολι­τι­σμό και την επι­κοι­νω­νία.

Και στα βαθιά πότε μπήκες, ποιες ήταν οι πρώτες σου δου­λειές;

Από τα 18 μου ξεκί­νησα να εργά­ζο­μαι. Από ταξι­θέ­τρια μέχρι και βοηθός οδηγού σκηνής και σκη­νο­θέτη σε θέατρα. Στη συνέ­χεια μπήκε στη ζωή μου το ραδιό­φωνο με εκπο­μπές και σπικάζ, ενώ εργά­στηκα σε γυναι­κεία περιο­δικά και σε ιστό­το­πους.

Το 2010 η τηλε­ό­ραση και το πρώτο ντο­κι­μα­ντέρ ξέπρο­βαλε στο καλ­λι­τε­χνικό κατώφλι μου, με μία σειρά ντο­κι­μα­ντέρ σταθμό για εμένα, το «Balkan Express». Ακο­λού­θησε το «Εικόνα Σου Είμαι», η «Επι­στροφή στο Χωριό» και από εκεί και πέρα εργά­στηκα ως Creative Director, σενα­ριο­γρά­φος και σκη­νο­θέ­της σε δεκάδες καμπά­νιες, βίντεο, ταινίες μικρού μήκους μέχρι τη στιγμή που έλαβα λίγο πριν την παν­δη­μία μία απροσ­δό­κητη απόφαση να κάνω την πρώτη δική μου παρα­γωγή με τις Εὐ- Παρα­γω­γές, τις Μη Χαμένες Πατρί­δες.

Έχω θα έλεγα αυτό το συνή­θειο να ανα­πο­δο­γυ­ρίζω καλο­σι­δε­ρω­μέ­νες συν­θή­κες και να τα ανα­τρέπω όλα. Μετά από τα χρόνια της Νέας Υόρκης και τα έξι χρόνια στο Λονδίνο απο­φά­σισα να αφο­σιωθώ στη δημιουρ­γία ενός ντο­κι­μα­ντέρ μεγάλου μήκους σε μουσική της Ευαν­θίας Ρεμπού­τσι­κας και μοντάζ της Χρι­στί­νας Βαμβακά που ταξί­δεψε σε δεκάδες φεστι­βάλ σε όλον τον κόσμο και τώρα προ­βάλ­λε­ται απο­κλει­στικά από την Cosmote History.

Στη συνέ­χεια σε συνερ­γα­σία με το Αρι­στο­τέ­λειο Πανε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης και το Τμήμα Ιστο­ρίας και Αρχαιο­λο­γίας υπό την επι­στη­μο­νική καθο­δή­γηση και επο­πτεία του Προ­έ­δρου του καθη­γητή κ. Ιάκωβου Μιχαη­λίδη και του διδα­κτο­ρι­κού φοιτητή κ. Νικό­λαου Μισο­λίδη, πραγ­μα­το­ποι­ή­σαμε ένα ντο­κι­μα­ντέρ για τους Αγρότες Πρό­σφυ­γες του 1922, όπου ανα­δει­κνύ­ουμε το μεγα­λείο της πατρί­δας μας. Το πώς κατα­φέρ­νει με το δικό της «ελλη­νικό τρόπο» να μετα­τρέ­πει τις εθνικές τρα­γω­δίες της σε εθνικές επο­ποι­ίες.

Σε πολύ λίγο καιρό εύχομαι να μπο­ρούμε να μπο­ρούμε ανα­κοι­νώ­σουμε τα γυρί­σματα των Μη Χαμένων Πατρί­δων ΙΙ…

Με ρωτάτε για τα νέα παιδιά… Τι να πω στους φερέλ­πι­δες νέους; Όλοι κάτι λένε στη νεολαία… Πήραμε το ταβάνι από τα κεφάλια τους και το κοντύ­ναμε, το πήγαμε από τα τρία μέτρα, στα δυόμισι και όλο το χαμη­λώ­νουμε. Έχουμε γίνει υπο­λο­γι­στι­κές εξυ­πνα­κί­στι­κες μηχανές: «Μην σπου­δά­σεις αυτό, δεν οδηγεί πουθενά. Κάνε το ένα, κάνε το άλλο, κάνε το δείνα…».

Στε­ρή­σαμε το όνειρο και τον ορί­ζο­ντα. Αυτή την ευρυ­χω­ρία στη σκέψη. Δεν έχω επί της ουσίας τίποτα μεγα­λειώ­δες να τους πω.

Μόνο να είναι φιλο­μα­θείς. Εμένα όλη η ζωή μου καθο­ρί­στηκε από τη φιλο­μά­θειά μου. Ακούνε π.χ. κάπου για τα Μπαρ­μπά­ντος. Είναι σημα­ντικό να μην βαρε­θούν να μπουν στη δια­δι­κα­σία να ψάξουν πού είναι, τι είναι.

Άρα η ανα­ζή­τηση, είτε η αμφι­σβή­τηση, είναι ένας δρόμος;

Εγώ ό,τι άκουγα σε μία ομήγυρη, ό,τι δεν ήξερα από δημιουρ­γούς, καλ­λι­τέ­χνες, από ιστορία τα σημεί­ωνα για να τα ψάξω αργό­τερα ενδε­λε­χώς. Ρου­φούσα κάθε νέα πλη­ρο­φο­ρία, κάθε και­νού­ριο παρά­θυρο μετά μανίας.

Και νομίζω πως ο μόνος τρόπος για να ασχο­λη­θούν με τιμιό­τητα με τις τέχνες και τη δημο­σιο­γρα­φία είναι να μπο­λιά­ζουν το είναι τους με συνεχή ερε­θί­σματα και βιώματα.

Εκθέ­σεις, κινη­μα­το­γρα­φι­κές προ­βο­λές, θεα­τρι­κές παρα­στά­σεις, μουσεία, δια­λέ­ξεις, βιβλία, podcasts, να αρπά­ζουν κάθε ευκαι­ρία να επε­κτεί­νουν τον κύκλο της έμπνευ­σής τους. Να δημιουρ­γή­σουν τους δικούς τους καθο­ρι­στι­κούς, θεμε­λιώ­δεις πυλώνες που θα στη­ρί­ξουν το δικό τους πνευ­μα­τικό και πολι­τι­στικό απο­τύ­πωμα.

Μίλησε μας για τις Μη Χαμένες Πατρί­δες και την Κων­στα­ντι­νού­πολη; Από πού είναι ορμώ­μενη αυτή η αγάπη σου για την καθ’ ημάς Ανατολή;

Πώς άραγε να περι­γράψω την σχέση με την Κων­στα­ντι­νού­πολη μου;

Ποιες λέξεις να διαλέξω για αυτό το ατέρ­μονο ταξίδι;

Η σχέση μου μαζί της έχει την απαρχή της στην παιδική μου ηλικία όταν την πρω­το­α­ντί­κρυσα. Από τότε ξεκί­νησε μία αέναη σύνδεση μαζί της.

Μετά από όλα αυτά τα χρόνια στο χώρο της κινού­με­νης εικόνας ανα­ρω­τιό­μουνα γιατί δεν είχε γίνει μία συντο­νι­σμένη προ­σπά­θεια κατα­γρα­φής όλων των μαρ­τυ­ρίων των εν ζωή Κων­στα­ντι­νου­πο­λι­τών στα πρότυπα του εβραϊ­κού αρχείου.

Και αισθάν­θηκα με έναν περί­εργο μετα­φυ­σικό τρόπο ότι είχα έρθει αντι­μέ­τωπη με το Χρέος.

Το Χρέος να μην αφήσω αυτές τις μαρ­τυ­ρίες να ξεχα­στούν στη λήθη του χρόνου.

Το Χρέος να απο­κα­τα­στή­σουμε στο μέγεθος που μπο­ρούμε την ιστο­ρική αλήθεια.

Το Χρέος να παρα­δώ­σουμε ένα έργο στους ιστο­ρι­κούς του μέλ­λο­ντος για να συν­θέ­σουν με μεγα­λύ­τερη ακρί­βεια το παζλ των γενο­κτο­νιών που έλαβαν χώρα στην Τουρκία.

Το Χρέος να τιμήσω τον προ­πάπ­που μου Φράγκο Δερ­μι­τζάκη που χάθηκε στα Τάγματα Εργα­σίας.

Και ανα­κα­λύ­πτο­ντας την ιστορία των προ­γό­νων μας στην Πόλη σαν να αφου­γκρά­στηκα τον πόνο όλων των προ­σφύ­γων όλου του κόσμου που ανα­γκά­ζο­νται να εγκα­τα­λεί­ψουν τον τόπο τους.

Σαν να γνώρισα προ­σω­πικά όλους τους Έλληνες της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης και σαν να συνά­ψαμε μία συμ­φω­νία μυστική. Η θυσία σας δεν θα ξεχα­στεί.

Σαν να με πήραν από το χέρι για να με γνω­ρί­σουν στα σπου­δαία σχολεία τους, στη σχέση τους με το Φανάρι και το Πατριαρ­χείο, στην έντονη κοι­νω­νική τους ζωή, στην πολί­τικη κουζίνα τους.

Σαν μου άνοιξαν την πόρτα να γνωρίσω από κοντά αυτήν την ελίτ κοι­νω­νία και σαν να καθή­σαμε σε τραπέζι Πολί­τικο όλοι μαζί.

Και στα­διακά μία άλλη Κων­στα­ντι­νού­πολη ξετυ­λί­χθηκε μπροστά μου.

Γεμάτη μη Έλληνες, με Αρμε­νί­ους, με Εβραί­ους γεμάτη με χρώματα με μυρω­διές και αρώματα.

Μία Κων­στα­ντι­νού­πολη γεμάτη με σπάνιες ιστο­ρίες που μπορούν να μας χρη­σι­μεύ­σουν ως κατευ­θυ­ντή­ριες γραμμές όταν χάνουμε το δρόμο μας για μας υπεν­θυ­μί­σουν ότι στον πυρήνα μας είμαστε εδώ σε αυτή την πλάση, για να παρα­μεί­νουμε άνθρω­ποι ακόμα και στις πιο απάν­θρω­πες συν­θή­κες.

Οι Μη Χαμένες Πατρί­δες είναι ένα οδοι­πο­ρικό για το μεγα­λύ­τε­ρης έκτασης πογκρόμ στη σύγ­χρονη ιστορία που πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε εν καιρώ ειρήνης χωρίς να έχει προη­γη­θεί ή να ακο­λου­θη­θεί από πόλεμο.

Η δημιουρ­γία του περιε­λάμ­βανε δεκάδες ταξίδια, εκα­το­ντά­δες ώρες έρευνας, μοντάζ, άπειρες αγωνίες, δυσκο­λίες και ανα­τρο­πές.

Αλλά αυτό το ντο­κι­μα­ντέρ είχε ένα φύλακα άγγελο και μία σπου­δαία ομάδα που μας ένωνε η ίδια κοινή αισθη­τική, το ίδιο όραμα, οι ίδιες αξίες.

Η μεθο­δο­λο­γία του είχε πολλά τόσο παρα­δο­σιακά αλλά και πολύ πιο νεω­τε­ρι­στικά στοι­χεία. Πρώτα απο­μα­γνη­το­φω­νή­σαμε το λόγο και δια­λέ­ξαμε τα απο­σπά­σματα στο χαρτί, με την παλιά δημο­σιο­γρα­φική τεχνική, που απαιτεί το δημο­σιο­γρα­φικό παζλ να συντε­θεί πρώτα στο χαρτί. Το όραμα μας όμως ήταν να μην μιλάει ο καθένας μόνος του αδιά­κοπα αλλά αντι­θέ­τως να δημιουρ­γη­θεί η αίσθηση ότι όλοι κάθο­νται σε ένα νοητό τραπέζι που ο ένας δια­κό­πτει και συμπλη­ρώ­νει τον άλλο. Με μοντάζ πολύ γρή­γο­ρου ρυθμού, με animated χει­ρο­ποί­η­τους χάρτες και κείμενα επί της οθόνης θέλαμε να βοη­θή­σουμε τον θεατή να νιώσει άνετα ακόμα και αν δεν είναι εξοι­κειω­μέ­νος με την ιστορία της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης.

• Όλοι οι Έλληνες είτε εξ αίματος είτε εξ αγχι­στείας είμαστε Έλληνες της καθ’ ημάς Ανα­το­λής. Όλος ο σύγ­χρο­νος νεο­ελ­λη­νι­κός πολι­τι­σμός βασί­ζε­ται και χρω­στάει πολλά, στους Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τες, στους Πόντιους, στους Μικρα­σιά­τες, στους Ανα­το­λι­κο­θρα­κιώ­τες…

Και τώρα οι Μη Χαμένες Πατρί­δες ανήκουν σε όλον τον κόσμο. Η διεθνής τους πορεία στα κινη­μα­το­γρα­φικά φεστι­βάλ μέσω των οποίων ταξι­δεύει σε δεκάδες χώρες από την Σουηδία μέχρι τον Καναδά και την Ινδία μας προσ­δί­δει αυτή τη δύναμη πως αυτό το θέμα -για δια­φο­ρε­τι­κούς λόγους για τον καθένα μας- ενδια­φέ­ρει και αγγίζει το κοινό παναν­θρώ­πινα.

Εύχομαι οι Μη Χαμένες Πατρί­δες να σας ανα­δεί­ξουν όλες τις απο­χρώ­σεις του μεγα­λείου αυτών των ανθρώ­πων που δια­τή­ρη­σαν γλώσσα, θρη­σκεία, ήθη και έθιμα για 500 και πλέον χρόνια μετά την Άλωση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης.

Και συνάμα όλο το μεγα­λείο του Ελλη­νι­σμού όχι με την έννοια της εθνικής κορώνας αλλά του μεγα­λείου του Ελλη­νι­σμού που συν­δέ­ε­ται με το Φως της Ελλάδας, με την Παιδεία, τον Πολι­τι­σμό και την αδιά­κοπη συνει­σφορά στην ανθρω­πό­τητα όχι μόνο στο μακρινό τότε αλλά και στο απάν­θρωπο σήμερα.

Eυτυχία Φράγκου – Σκη­νο­θέ­τρια, Δημο­σιο­γρά­φος

Η Ευτυχία Φράγκου είναι σκη­νο­θέ­τρια και δημιουρ­γός ντο­κι­μα­ντέρ με βαθύ ενδια­φέ­ρον για τον Ελλη­νι­σμό της δια­σπο­ράς, την ακρι­τική Ελλάδα και τις αφανείς πτυχές της συλ­λο­γι­κής μας ταυ­τό­τη­τας. Κόρη του στρα­τη­γού ε.α. και πρώην Υπουρ­γού Εθνικής Άμυνας Φρα­γκούλη Φράγκου, γεν­νή­θηκε στη Θεσ­σα­λο­νίκη και μεγά­λωσε σε διά­φο­ρες πόλεις της Ελλάδας και του εξω­τε­ρι­κού, λόγω των μετα­θέ­σεων του πατέρα της — μια εμπει­ρία που της καλ­λιέρ­γησε την προ­σαρ­μο­στι­κό­τητα και την αίσθηση του ανήκειν σε πολ­λα­πλές κοι­νό­τη­τες. Από μικρή ηλικία ασχο­λή­θηκε με τη μουσική, το θέατρο, τη χορωδία και τον αθλη­τι­σμό, ενώ η αγάπη της για τη γλώσσα και την ανά­γνωση εκδη­λώ­θηκε σχεδόν εμμο­νικά, δια­βά­ζο­ντας μέχρι και τις ετι­κέ­τες απορ­ρυ­πα­ντι­κών. Πιστεύει βαθιά στην αξία της συλ­λο­γι­κής ζωής, της συμ­με­το­χής σε ομάδες και λέσχες, και θεωρεί πως η τέχνη και ο αθλη­τι­σμός είναι διέ­ξο­δοι απέ­να­ντι στα αδιέ­ξοδα της σύγ­χρο­νης εποχής. Στην καρδιά του έργου της βρί­σκε­ται η «άλλη» Ελλάδα – εκείνη που δεν χωρά στα στενά γεω­γρα­φικά όρια της επι­κρά­τειας. Τα ντο­κι­μα­ντέρ της διε­ρευ­νούν θέματα ιστο­ρι­κής μνήμης, εντο­πιό­τη­τας και πολι­τι­στι­κής ταυ­τό­τη­τας, δίνο­ντας φωνή σε κοι­νό­τη­τες που αγω­νί­ζο­νται σιωπηλά. Η Ευτυχία Φράγκου δεν κατα­γρά­φει απλώς ιστο­ρίες. Ανα­δει­κνύει την ψυχή μιας χώρας που ζει, μάχεται και επι­μέ­νει – εντός και εκτός συνόρων.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.