ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Λέρος: Δραπετεύοντας από τους ίσκιους του ασύλου

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Η Πόπη Καρπαθάκη

Εκεί όπου ζούσαν οι τρό­φι­μοι του ψυχια­τρείου, ήρθαν οι ναυαγοί των μετα­να­στευ­τι­κών ρευ­μά­των. Κάποιοι νέοι πιστεύ­ουν και επεν­δύ­ουν στην του­ρι­στική ανά­πτυξη του νησιού. Δεν έχει πάψει όμως να τους σκιάζει το παρελ­θόν

«ΗΛέρος με άρπαξε!» μου είπε γελώ­ντας ο Εντσο Μπονάνο στα ελλη­νικά με την τρα­γου­δι­στή ιταλική προφορά του, κάνο­ντας μια κίνηση με το χέρι του λες και τον είχε γρα­πώ­σει μια υπερ­φυ­σική δύναμη. «Πρω­το­ήρθα το 1998 να ξεχει­μω­νιάσω, εδώ στο λιμάνι. Πριν ζούσαμε μέσα στο σκάφος με τη γυναίκα μου 12 συνε­χό­μενα έτη. Και αντί για λίγους μήνες μείναμε 25 χρόνια». Πώς και έγινε δεύτερη πατρίδα τους; «Σάμπως ξέρεις γιατί ερω­τεύ­ε­σαι; Το κατα­λα­βαί­νεις όταν φεύγει πια το αίσθημα. Λοιπόν για μένα και την Τσετίνα η έλξη για τον τόπο παρα­μέ­νει ίδια, άρα είναι ακόμη ανε­ξή­γητη!». Επι­κε­φα­λής του Ελληνο-Ιταλικού Συν­δέ­σμου Φίλων Λέρου, ο Σικελός Μπονάνο είναι μέλος της δρα­στή­ριας κοι­νό­τη­τας των ξένων που περι­λαμ­βά­νει, εκτός από τους συμπα­τριώ­τες του, Γάλλους, Τούρ­κους και άλλες εθνι­κό­τη­τες. Μαζί με τους επή­λυ­δες Αθη­ναί­ους, όπως ο Νίκος Φωκάς και η Ιωάννα Ασμε­νιά­δου (που άνοιξαν στην «Κ» όλες τις «πόρτες» του νησιού), είναι μια σπου­δαία κινη­τή­ριος δύναμη που άλλαξε τη δυνα­μική τα τελευ­ταία χρόνια. Σε ένα μέρος που –λόγω στίγ­μα­τος– όλοι δίστα­ζαν να κάνουν έστω και δια­κο­πές, εκείνοι ήρθαν να ριζώ­σουν και δικαιώ­θη­καν για την απόφασή τους.

Το Λακκί από ψηλά. Ενα κομψό άστυ της μεσο­πο­λε­μι­κής ρασιο­να­λι­στι­κής αρχι­τε­κτο­νι­κής. [ΜΑΡΚΟΣ ΣΠΑΝΟΣ]

Το Portolago του Μου­σο­λίνι

Αυτό που μάλλον τράβηξε τον σύγ­χρονο Οδυσσέα – Εντσο να ρίξει παντο­τινή άγκυρα ήταν η θέα του Λακκίου –ιτα­λι­στί Portolago– από τη θάλασσα. Εισέρ­χε­σαι σε έναν από τους μεγα­λύ­τε­ρους φυσι­κούς κόλπους της Μεσο­γείου, για να βρεθείς με το στόμα ανοιχτό στην προ­πο­λε­μική Ιταλία του Μου­σο­λίνι. Πρό­κει­ται για ένα κομ­ψό­τατο άστυ του κινή­μα­τος του ρασιο­να­λι­σμού, χτι­σμένο εκ του μηδενός από τους Ιταλούς κατα­κτη­τές των Δωδε­κα­νή­σων τη δεκα­ε­τία του 1930. Δίχως όμως τον συνη­θι­σμένο στόμφο και το μέγεθος της αρχι­τε­κτο­νι­κής του ολο­κλη­ρω­τι­σμού. Αντι­θέ­τως η κλίμακα στη Λέρο είναι ανθρώ­πινη, σεμνή, αιγαιο­πε­λα­γί­τικη, κάτι που κάνει αυτό το ομοιό­μορφο σύνολο των στρα­τιω­τι­κών, εμπο­ρι­κών και οικι­στι­κών χρήσεων μονα­δικό σε ολό­κληρο τον κόσμο. Σαν ένας ολο­ζώ­ντα­νος τρισ­διά­στα­τος πίνακας του Ντε Κίρικο.

Δημαρ­χείο, σχολείο, αγορά, ταχυ­δρο­μείο, κινη­μα­το­θέ­α­τρο, τελω­νείο, ξενο­δο­χείο, πλάι στους στρα­τώ­νες, στο διοι­κη­τή­ριο, στη μοίρα των υδρο­πλά­νων, στις κατοι­κίες των αερο­πό­ρων, των ναυτών και των αξιω­μα­τι­κών. Μετά τον πόλεμο αυτό το τερά­στιο απο­μει­νάρι του φασι­σμού περιέ­πεσε στη διεθνή λήθη ακόμη και από την αρχι­τε­κτο­νική κοι­νό­τητα, η οποία άρχισε να το ανα­κα­λύ­πτει από τη δεκα­ε­τία του 1990. Το Damnatio memoriae του ολο­κλη­ρω­τι­σμού είχε βεβαίως παρά­πλευρη απώλεια και τη μικρούλα Λέρο, όπου έγινε και μία από τις σημα­ντι­κό­τε­ρες μάχες του Β΄ Παγκο­σμίου Πολέμου.

Επί­σκεψη στα ΓΑΚ Λέρου, όπου είδαμε τα αρχι­τε­κτο­νικά σχέδια του Λακκίου και τον Γιώργο Τρα­μπούλη. [ΜΑΡΙΑ ΣΟΥΛΟΥ]

Για τους Λεριούς, που ενσω­μα­τώ­θη­καν στη μητέρα Ελλάδα το 1947, πάντως το κτι­ριακό απόθεμα των Ιταλών, που έβλεπαν το νησί ως προ­γε­φύ­ρωμα για τις αφρι­κα­νι­κές κτήσεις, κατα­δί­κασε το μέλλον τους. Αυτό σκε­φτό­μουν καθώς στε­κό­μουν με δέος μπροστά σε ένα από τα υπέροχα, αλλά κυριο­λε­κτικά ξεδο­ντια­σμένα πια οικο­δο­μή­ματα στα Λέπιδα του Λακκίου, ένα συν­νε­φια­σμένο πρωινό του Νοέμβρη. Οι διε­θνείς συν­θή­κες απα­γό­ρευαν στην πατρίδα μας να έχει Ενοπλες Δυνά­μεις στα νησιά της μεθο­ρίου. Ετσι οι άδειοι ιτα­λι­κοί στρα­τώ­νες επε­λέ­γη­σαν να φιλο­ξε­νή­σουν τις Βασι­λι­κές Τεχνι­κές Σχολές της Φρει­δε­ρί­κης για τα παιδιά των ηττη­μέ­νων του Εμφυ­λίου. Να διδα­χθούν κάποια τέχνη και το «πατρίς, θρη­σκεία, οικο­γέ­νεια». Από το 1949 έως το 1964 πέρασαν 16.000 έφηβοι που έγιναν τσα­γκά­ρη­δες, ηλε­κτρο­συ­γκολ­λη­τές, τυπο­γρά­φοι, μαρα­γκοί.

Ταυ­τό­χρονα, σε κάποια γει­το­νικά στρα­τιω­τικά κτίρια άρχισαν να μετα­φέ­ρο­νται μαζικά από το 1957-1958 οι «αζή­τη­τοι» των ψυχια­τρι­κών ιδρυ­μά­των της πρω­τεύ­ου­σας και της περι­φέ­ρειας. Η Αποικία Ψυχο­πα­θών Λέρου απορ­ρό­φησε χιλιά­δες περι­πτώ­σεις ανθρώ­πων που μετά τον πόλεμο και τον Εμφύλιο εμφά­νι­σαν ψυχώ­σεις ή νοητική υστέ­ρηση και ήταν ανε­πι­θύ­μη­τοι από τους οικεί­ους τους, είτε ήταν βαριά περι­στα­τικά. Στοι­βά­χτη­καν σε αρμα­τα­γωγά του Πολε­μι­κού Ναυ­τι­κού και μετα­φέρ­θη­καν στη Λέρο με τερά­στιες αριθ­μη­τικά μετα­γω­γές (μία εκ των οποίων συμπε­ριέ­λαβε 900 άτομα), για να σχη­μα­τί­σουν μια ανα­νε­ού­μενη κοι­νό­τητα τρο­φί­μων με σταθερό πλη­θυ­σμό 2.500 και πλέον ανθρώ­πων που ζούσαν σε άθλιες συν­θή­κες. Μια χωμα­τερή ψυχών. Προ­στέ­θη­καν την τριετία 1967-70 7.500 πολι­τι­κοί κρα­τού­με­νοι, κάποιοι εκ των οποίων έμειναν σε γει­το­νικά κτίρια με τους ψυχα­σθε­νείς.

Η Αποικία Ψυχο­πα­θών Λέρου απορ­ρό­φησε χιλιά­δες περι­πτώ­σεις ανθρώ­πων που μετά τον πόλεμο και τον Εμφύλιο εμφά­νι­σαν ψυχώ­σεις ή νοητική υστέ­ρηση.

Τα πράγ­ματα αλλά­ζουν άρδην με την παγκό­σμια κατα­κραυγή του 1989 για το ψυχια­τρείο – εθνικό όνειδος, και έτσι τη δεκα­ε­τία του 1990 έγιναν σημα­ντικά βήματα με τους τρο­φί­μους να μένουν πλέον σε σπίτια ανά 4-6 άτομα με ειδικό προ­σω­πικό. Ομως τα ιταλικά κτίρια της Λέρου έμελλε να ζήσουν ακόμη ένα δράμα.

Η κρίση και το hotspot

Ηταν οι πρό­σφυ­γες που το 2015 γέμισαν κατά χιλιά­δες το Λακκί και πολλοί μπήκαν στα μισο­ρη­μαγ­μένα οικο­δο­μή­ματα και τα απο­τε­λεί­ω­σαν, καί­γο­ντας κάσες από πόρτες και παρά­θυρα για να ζεστα­θούν. Στο τέλος του ίδιου χρόνου, η κυβέρ­νηση του ΣΥΡΙΖΑ σε συνερ­γα­σία με την τοπική αυτο­διοί­κηση παίρνει την απόφαση να τοπο­θε­τή­σει camp με κοντέι­νερ σε αυτόν τον ιστο­ρικά φορ­τι­σμένο χώρο.

Ο Σικελός Εντσο Μπονάνο έκανε παντο­τινό του σπίτι τη Λέρο και έγινε πρό­ε­δρος του συλ­λό­γου ελλη­νοϊ­τα­λι­κής φιλίας. [ΜΑΡΙΑ ΣΟΥΛΟΥ]

Η εικόνα σήμερα είναι απο­καρ­διω­τική: το ΚΥΤ μετα­κό­μισε από το 2021 σε νέο μέρος στον γει­το­νικό λόφο πάνω από το Λακκί, το οποίο είναι το πρώτο πράγμα που βλέπει ο επι­σκέ­πτης από το κατά­στρωμα του πλοίου. Ο δε παλιός καταυ­λι­σμός έχει γίνει μόνιμη εστία ρύπαν­σης. Ποιος ξέρει πότε θα απο­μα­κρύ­νουν τα κου­φά­ρια; Τα Λέπιδα είναι ένα παλίμ­ψη­στο ανθρώ­πι­νου πόνου, μια πληγή που δεν λέει να κλείσει. Σε ένα από τα κοντινά κτίρια στην ίδια περιοχή, εντός του γει­το­νι­κού ψυχια­τρείου, στε­γά­ζε­ται ο Κοι­νω­νι­κός Συνε­ται­ρι­σμός του Τομέα Ψυχικής Υγείας Δωδε­κα­νή­σου. Είναι πρω­το­πό­ρος πανελ­λα­δικά φορέας, που έχει βοη­θή­σει από το 2002 200 ανθρώ­πους στο φάσμα της σωμα­τι­κής και νοη­τι­κής ανα­πη­ρίας να επα­νε­ντα­χθούν στην κοι­νω­νία, με την εργα­σιακή τους απο­κα­τά­σταση.

Ο πρό­ε­δρος του φορέα, ο Λεριός Ανδρέας Γεωρ­γίου, είναι από εκεί­νους που έζησαν από κοντά όλη την προ­σπά­θεια απο­α­συ­λο­ποί­η­σης ήδη από το 1993 όταν πρω­το­έ­πιασε δουλειά ως εργο­θε­ρα­πευ­τής. Η απο­γο­ή­τευσή του είναι έκδηλη: «Το 2015 εν μέσω οικο­νο­μι­κής κρίσης και συρ­ρί­κνω­σης πόρων και προ­σω­πι­κού για την ψυχική υγεία, η πολι­τική ηγεσία της χώρας αλλά και ο δήμος επέ­τρε­ψαν να γίνει στη Λέρο hotspot προ­σφύ­γων και δη μέσα στον χώρο όπου ακόμη φιλο­ξε­νού­νταν ψυχια­τρι­κοί ασθε­νείς και μάλιστα μεγάλης πια ηλικίας. Είναι αδια­νό­ητο ότι άφησαν δύο ευά­λω­τες ομάδες να συγ­χρω­τι­στούν. Η δική μας πρόταση ήταν να γίνει εδώ ένα ανοικτό μουσείο ψυχια­τρι­κής, επι­σκέ­ψιμο από όλους. Ομως μετά την ευκαι­ριακή χρήση από τους μετα­νά­στες που δεν χωρού­σαν στο hotspot, τα κτίρια υπέ­στη­σαν τέτοιους βαν­δα­λι­σμούς που δεν είναι πια ασφαλή ώστε να εισέλ­θει κανείς».

Ο οφθαλ­μί­α­τρος Γιάννης Παΐσιος εγκα­τα­στά­θηκε με τη σύζυγό του στη Λέρο. Βγήκε πρώτος σε σταυ­ρούς στις δημο­τι­κές εκλογές. [ΜΑΡΙΑ ΣΟΥΛΟΥ]

Την ώρα που μιλού­σαμε, κάποιοι από τους ωφε­λου­μέ­νους ετοί­μα­ζαν δεκάδες πακέτα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κων δώρων του Ιδρύ­μα­τος Ωνάση με προ­ϊ­ό­ντα που οι ίδιοι έχουν παρα­γά­γει, κυρίως μέλι και μυρω­δικά, καθώς και καλού­δια από παρα­γω­γούς του νησιού. Στο διπλανό εργα­στή­ριο ζαχα­ρο­πλα­στι­κής κάποιοι άλλοι εξ αυτών εργά­ζο­νται καθη­με­ρινά, όπως η Ζαχα­ρούλα με κινη­τικά προ­βλή­ματα και νοητική υστέ­ρηση που με κέρασε με πολύ υπε­ρη­φά­νεια ένα ζεστό, νοστι­μό­τατο ρυζό­γαλο. «Οταν πριν από έξι χρόνια ήρθε αυτό το κορίτσι κοντά μας δεν μπο­ρούσε σχεδόν ούτε να σταθεί στα πόδια της. Σήμερα περ­πα­τάει, μιλάει, χαί­ρε­ται. Είχε τερά­στια μετα­μόρ­φωση από τότε που πήρε τον πρώτο μισθό. Απέ­κτησε βαθ­μιαία αυτο­πε­ποί­θηση. Ενα ζήτημα που ενέ­σκηψε με τη μετα­να­στευ­τική κρίση αφο­ρούσε τον μεγάλο κήπο μας, όπου καλ­λιερ­γού­σαν οι ωφε­λού­με­νοι ζαρ­ζα­βα­τικά με παρα­γωγή 20 τόνους ετησίως, τα οποία που­λού­σαμε. Από το 2015 και μετά, οι εξα­θλιω­μέ­νοι νεο­α­φι­χθέ­ντες άρχισαν να τα κλέβουν διότι πει­νού­σαν οι άνθρω­ποι. Αλλά­ξαμε ανα­γκα­στικά την καλ­λιέρ­γεια σε ρίγανη, αρμπα­ρό­ριζα, λουίζα, που παρά­γουμε εδώ και σε ένα άλλο επι­σκέ­ψιμο κτήμα μας πιο μακριά που λέγεται η Καζέρμα των βοτάνων».

Η Ρένα Φιλιπ­πίδη που εργά­ζε­ται με σύμβαση έργου στον ΚΟΙΣΠΕ, Λεριά στην κατα­γωγή, εξηγεί το σχι­ζο­φρε­νικό δίπολο που βίωσαν οι συμπα­τριώ­τες της με όλα αυτά τα κύματα των ανε­πι­θύ­μη­των που έχουν φθάσει στο νησί: «Από τη μια υπήρχαν σίγου­ρες δου­λειές στο ψυχια­τρείο, που εξα­σφά­λι­ζαν έσοδα, ενώ άλλα νησιά άδεια­ζαν από τη μετα­νά­στευση και την ανέχεια τη δεκα­ε­τία του 1960. Ομως οι άνθρω­ποι που έπιασαν δουλειά εκεί ήταν ψαράδες, κτη­νο­τρό­φοι, δίχως καμία απο­λύ­τως σχετική εκπαί­δευση. Ζούσαν και αυτοί καθη­με­ρινά μέσα στις άθλιες συν­θή­κες των ασθενών. Η Λέρος ακόμη και πριν βγει στα διεθνή πρω­το­σέ­λιδα ήταν μια κοι­νω­νία βαθιά πλη­γω­μένη, πολλοί έπαιρ­ναν ψυχο­φάρ­μακα ή είχαν θέματα αλκο­ο­λι­σμού και κακο­ποι­η­τι­κές σχέσεις. Τα νέα παιδιά δεν είχαν καμία φιλο­δο­ξία να σπου­δά­σουν, παρά ήθελαν να εργα­στούν στο ψυχια­τρείο όπως οι γονείς και οι παπ­πού­δες τους. Η οικο­νο­μία ιδρυ­μα­το­ποι­ή­θηκε πλήρως».

Το απο­τύ­πωμα του ψυχια­τρείου στην τοπική κοι­νω­νία

Ενώ όλη η Ελλάδα έβλεπε το ψυχια­τρείο ως μίασμα, οι Λεριοί το έβλεπαν ως αξιό­πι­στο εργο­δότη παρά τη φρίκη που βίωναν λόγω της έλλει­ψης εξει­δι­κευ­μέ­νου ιατρι­κού δυνα­μι­κού, η οποία μετα­κύ­λιε στο κατώ­τερο προ­σω­πικό όλο το βάρος της δια­χεί­ρι­σης. Υπήρχαν περί­ο­δοι που αντι­στοι­χούσε ένας ψυχί­α­τρος για περίπου 1.000 ασθε­νείς, με απο­τέ­λε­σμα πολλοί εξ αυτών να είναι γυμνοί, βρώ­μι­κοι, δεμένοι μέσα στις ακα­θαρ­σίες τους. Κάποιοι είπαν ότι οι μαζικές θέσεις εργα­σίας ήταν μια γιγα­ντιαία εξαγορά συνεί­δη­σης, κατη­γο­ρώ­ντας και τους ίδιους τους Λεριούς για το σκάν­δαλο των άθλιων συν­θη­κών. Ηταν όντως έτσι; «Επειδή κάθε νόμισμα έχει δύο πλευρές, οι κατα­στά­σεις αυτές έκαναν τους κατοί­κους να ανα­πτύ­ξουν πολύ πρώιμα ανε­κτι­κό­τητα σε καθετί δια­φο­ρε­τικό. Ενα είδος συμπό­νιας που δεν υπήρχε αλλού. Οταν ξεκί­νησε η απο­α­συ­λο­ποί­ηση και πολλοί ασθε­νείς άρχισαν να κυκλο­φο­ρούν στο νησί, η τοπική κοι­νω­νία τους αγκά­λιασε, τους προ­στά­τευσε, τους δέχτηκε στα σπίτια και στα πανη­γύ­ρια. Εδώ υπήρχε η συμπε­ρί­ληψη προτού ακόμη η λέξη γίνει της μόδας», υπο­γραμ­μί­ζει η Ρένα Φιλιπ­πίδη.

Εργα­ζό­με­νοι του Συνε­ται­ρι­σμού Τομέα Ψυχικής Υγείας με τον Ανδρέα Γεωρ­γίου (έκτο από δεξιά), στο εργα­στή­ριο ζαχα­ρο­πλα­στι­κής όπου εργά­ζο­νται οι ωφε­λού­με­νοι. [ΜΑΡΙΑ ΣΟΥΛΟΥ]

Ο οδηγός ταξί Κώστας Αράπης ανα­κα­λεί μια συγκι­νη­τική στιγμή από την περίοδο που οι τρό­φι­μοι άρχισαν να απο­κτούν καθη­με­ρι­νό­τητα εκτός των τειχών: «Σε εμάς είχαν κατα­λή­ξει ασθε­νείς που είτε δεν είχαν οικεί­ους είτε δεν τους ήθελε η οικο­γέ­νειά τους. Ηταν εντελώς απο­κομ­μέ­νοι από τον έξω κόσμο, αλλά εμείς τους βοη­θή­σαμε να επα­νε­ντα­χθούν. Θυμάμαι λοιπόν ότι κάποτε πήρα μια κούρσα με δύο κυρίες που έμαθαν τυχαία ότι είχαν έναν αδελφό στη Λέρο, τον οποίον δεν είχαν δει ποτέ. Ηρθαν να τον ανα­ζη­τή­σουν, ήταν από τη Μεγα­λό­πολη. Ακουσα το επίθετο και την κατα­γωγή τους και επειδή είχαμε σχέσεις με τους νοσο­κό­μους που ήταν ντόπιοι, μάντεψα ποιος ήταν. Επρό­κειτο για έναν τύπο που του είχαν βγάλει το παρα­τσού­κλι “φυτό” διότι δεν αντι­δρούσε σε κανένα ερέ­θι­σμα. Δεν είχε δεχθεί ποτέ του επι­σκε­πτή­ριο και όταν είδε για πρώτη φορά τις αδελφές του, άρχισαν να κυλάνε δάκρυα από τα μάτια του. Τέτοια ζήσαμε εδώ».

Με έναν ψυχί­α­τρο

Μπορεί το ίδρυμα να έχει σήμερα 200 ασθε­νείς (κάποιοι γηραιοί τρό­φι­μοι και ορι­σμένα περι­στα­τικά από τα Δωδε­κά­νησα), αλλά το προ­σω­πικό είναι πάλι ελά­χι­στο με μόνο έναν ψυχί­α­τρο. Το δε νοσο­κο­μείο του νησιού έχει επίσης μόνον έναν αναι­σθη­σιο­λόγο, έναν νεφρο­λόγο και έναν ακτι­νο­δια­γνώ­στη, οι οποίοι όταν ασθε­νή­σουν ή όταν θέλουν να φύγουν με άδεια, το κράτος πρέπει να στείλει αντι­κα­τα­στάτη στο νησί. Ωστόσο όπως επι­ση­μαί­νει ο οφθαλ­μί­α­τρος Γιάννης Παΐσιος, που απο­φά­σισε να αφήσει την Αθήνα για να ζήσει στη Λέρο με την οικο­γέ­νειά του, «παρά τις ελλεί­ψεις που ανα­γκά­ζουν πολύ κόσμο να ταξι­δέ­ψει σε Αθήνα ή Ρόδο για ιατρι­κές υπη­ρε­σίες, η περί­θαλψη που προ­σφέ­ρει το νοσο­κο­μείο είναι μια ασφά­λεια για τους κατοί­κους. Είδαμε το καλο­καίρι τι έγινε όταν σώθηκε ο Τούρκος Σαμπάν­τζι από το ναυτικό ατύχημα που είχε με το σκάφος του. Το σύστημα λει­τούρ­γησε».

«Οταν ξεκί­νησε η απο­α­συ­λο­ποί­ηση και πολλοί ασθε­νείς άρχισαν να κυκλο­φο­ρούν στο νησί, η τοπική κοι­νω­νία τούς αγκά­λιασε».

Η απόφαση μετοι­κε­σίας του ελήφθη το 2012, εν μέσω κρίσης. Ο γιατρός είχε μάθει ότι τόσο στη Λέρο όσο και στην Πάτμο δεν υπήρχε ιδιώτης οφθαλ­μί­α­τρος. «Ηρθαμε με τον μικρό γιο μας και ο άλλος γεν­νή­θηκε εδώ. Κάναμε ένα άλμα στο κενό, αλλά μας βγήκε διότι θέλαμε να μεγα­λώ­σουμε τα παιδιά μας σε καλό περι­βάλ­λον». Ο κ. Παΐσιος βγήκε στις πρό­σφα­τες δημο­τι­κές εκλογές πρώτος σε σταυ­ρούς με όραμα να συμ­βά­λει σε μια στα­διακή μετα­μόρ­φωση της Λέρου: ένα νησί ποιο­τι­κού του­ρι­σμού όπου η οικο­νο­μία θα βγει από το δικό της «άσυλο» και θα ανα­πτυ­χθεί η ιδιω­τική πρω­το­βου­λία. «Χρειά­ζε­ται να εκπαι­δεύ­σουμε τη νέα γενιά. Αν δεν της δώσουμε άλλα πρότυπα, είτε θα φύγει από το νησί είτε θα βρεθεί σε τρομερά αδιέ­ξοδα».

Ο Νίκος Φωκάς, δεξιά, Αθη­ναίος που ζει μόνιμα στη Λέρο, παρα­κο­λου­θεί την προ­ε­τοι­μα­σία των μελισ­σιών του Κοι­νω­νι­κού Συνε­ται­ρι­σμού. [ΜΑΡΙΑ ΣΟΥΛΟΥ]

Μνημεία

Υπάρ­χουν άλλες προ­ο­πτι­κές για να βγει η Λέρος από την παρα­σι­τική οικο­νο­μία; Πρό­σφατα το υπουρ­γείο Πολι­τι­σμού κήρυξε μνημεία κάποια από τα κτίρια της Λέρου, όπως ο Ναυ­τι­κός Στρα­τώ­νας και το Αερό­φωνο, ώστε να δρο­μο­λο­γη­θεί η απο­κα­τά­στασή τους. Γνώστης του αντι­κει­μέ­νου λέει στην «Κ» πως όσο καλές και αν είναι οι μελέτες, οι εργο­λά­βοι που τις υλο­ποιούν δεν σέβο­νται τις προ­δια­γρα­φές και κακο­ποιούν τα αρχι­τε­κτο­νή­ματα. Παράλ­ληλα εκπο­νή­θηκε ερευ­νη­τικό πρό­γραμμα που ανέθεσε το ΥΠΠΟ στο Εθνικό Μετσό­βιο Πολυ­τε­χνείο και στο Πανε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λίας για να δημιουρ­γη­θεί στα Λέπιδα ένα ασκλη­πιείο που θα συνδέει την ιστο­ρική ιατρική παρά­δοση με τις πιο σύγ­χρο­νες έρευνες για εναλ­λα­κτική πρόληψη και θερα­πεία, αλλά και μια σύγ­χρονη τεχνική σχολή. Φαί­νε­ται ότι ενδια­φέρ­θηκε ένας σοβαρός επεν­δυ­τής που επι­σκέ­φθηκε το νησί, αλλά ανέ­κρουσε πρύμναν από τη θέα του hotspot πάνω από την περιοχή της επέν­δυ­σης. Εχει ενδια­φέ­ρον πάντως πως οι Λεριοί ασυ­ναί­σθητα αντι­με­τω­πί­ζουν τα κτίρια των Ιταλών περισ­σό­τερο ως ξένη κλη­ρο­νο­μιά και βάρος, καθώς τους προ­σά­πτε­ται η κακή τους συντή­ρηση από τους επι­σκέ­πτες, λέει ο επι­κε­φα­λής των ΓΑΚ Λέρου, Γιώργος Τρα­μπού­λης: «Εκεί έζησαν πολι­τι­κοί κρα­τού­με­νοι, ψυχα­σθε­νείς και πρό­σφυ­γες, ενώ τώρα όποιος έρχεται στο νησί λέει ότι τα έχουν παρα­τη­μένα. Είναι άδικο».

2.700 πρό­σφυ­γες, 7.900 κάτοι­κοι

Οι σημε­ρι­νοί νέοι, αντί να θέλουν να δου­λέ­ψουν ως νοσο­κό­μοι ή φύλακες, επι­θυ­μούν να γίνουν συνο­ριο­φύ­λα­κες ή σεκιού­ριτι στο hotspot, ενώ η οικο­νο­μία περι­στρέ­φε­ται γύρω από τον επι­σι­τι­σμό, τον ιμα­τι­σμό και τις άλλες ανάγκες των προ­σφύ­γων. Σήμερα φτάνουν τους 2.700, σε πλη­θυ­σμό ντοπίων που ανέρ­χε­ται σε 7.900. Ο Αντώνης Νταλ­λα­ρής, πρό­ε­δρος για 30 χρόνια του ιστο­ρι­κού πολι­τι­στι­κού και μορ­φω­τι­κού συλ­λό­γου «Αρτεμις», ιδρυ­θέ­ντος το 1977, με 600 μέλη, έχει προ­σφέ­ρει πολλά στους μικρούς Λεριούς: «Εδώ διδά­σκο­νται χορούς, παρα­δο­σιακά όργανα, σκάκι, ζωγρα­φική, αγιο­γρα­φία. Το βασικό δεν είναι ότι έτσι σώσαμε τη μουσική παρά­δοση του νησιού με πολλά πιτσι­ρί­κια που λ.χ. μαθαί­νουν σήμερα τσα­μπούνα, αλλά ότι εκα­το­ντά­δες παιδιά από το νησί έκαναν το πρώτο τους ταξίδι ανά την Ελλάδα ή στο εξω­τε­ρικό χάρη στις δικές μας δράσεις. Η εξω­στρέ­φεια αυτή είναι πολύ γερό εφόδιο σε ένα μέρος μη του­ρι­στικό όπως η Λέρος. Συνο­δεύ­ε­ται και από την αυτο­πε­ποί­θηση ότι ξέρουν να χορεύ­ουν ή να παίζουν μουσική, κάτι που τους δίνει φτερά, έχουν καμάρι για τη ρίζα τους». Ο κ. Νταλ­λα­ρής είναι ένας άνθρω­πος που αφιέ­ρωσε τη ζωή του σε αυτό το έργο. Η αγωνία του είναι τι θα γίνει στο μέλλον. Θα βρεθεί κάποιος να τον δια­δε­χθεί με τέτοια αφο­σί­ωση;

Η νέα γενιά

Το συγκι­νη­τικό είναι ότι κάποιοι από τους εκπρο­σώ­πους της νέας γενιάς είναι αυτοί που δίνουν το καλύ­τερο παρά­δειγμα για το μέλλον. Οπως τα αδέλφια Μάριος και Γιώργος Κου­τσου­νά­ρης, που έχουν το διε­θνούς φήμης εστια­τό­ριο «Μύλος», με πελάτες να έρχο­νται από το εξω­τε­ρικό μόνο και μόνο για να δοκι­μά­σουν την κουζίνα τους. «Οι γονείς μας εργά­ζο­νταν στο ψυχια­τρείο και κάποια στιγμή απο­φά­σι­σαν να ανοί­ξουν ένα ουζερί δίπλα στο πατρικό μας όπου μαγεί­ρευε και η γιαγιά», λέει ο τελευ­ταίος. «Εμείς πήγαμε στην Αθήνα για σπουδές, ο αδελφός μου άφησε τη γεω­λο­γία για να εκπαι­δευ­τεί ως μάγει­ρας και όταν γυρί­σαμε ανα­λά­βαμε εμείς το μαγαζί, το 2010. Στα­διακά το εξε­λί­ξαμε, βάλαμε το κεφάλι κάτω και δου­λέ­ψαμε. Θέλει γερό στομάχι για να ασχο­λη­θείς με το στομάχι των άλλων. Πέρυσι, για παρά­δειγμα, χάσαμε τρία καλά γκαρ­σό­νια, ντό­πιους, διότι απο­φά­σι­σαν να γίνουν συνο­ριο­φύ­λα­κες ή φύλακες στο ΚΥΤ με 700 ευρώ τον μήνα. Θέλει προ­σπά­θεια να αλλάξει η νοο­τρο­πία. Ο μεγα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος που παρα­μο­νεύει, πάντως, είναι να γίνει και η Λέρος ένας τόπος μαζικού του­ρι­σμού και να χάσει την ψυχή της. Είμαστε στο μεταίχ­μιο και θέλει προσοχή διότι έχουμε ανά­γλυφα τα αντι­πα­ρα­δείγ­ματα και η δια­δι­κα­σία μετάλ­λα­ξης μπορεί να γίνει μέσα σε μία σεζόν».

«Ο μεγα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος που παρα­μο­νεύει, πάντως, είναι να γίνει και η Λέρος ένας τόπος μαζικού του­ρι­σμού και να χάσει την ψυχή της».

Στον ποιο­τικό του­ρι­σμό πιστεύει και η Πόπη Καρ­πα­θάκη, η οποία, αν και σπού­δασε φιλό­λο­γος, διοικεί την οικο­γε­νειακή επι­χεί­ρηση φύλαξης, συντή­ρη­σης και επι­σκευής σκαφών στο Παρθένι. «Ξεκι­νή­σαμε από 30 σκάφη το 2014 και σήμερα έχουμε 400, ενώ έχει ήδη προ­χω­ρή­σει η αδειο­δό­τηση για να φτιά­ξουμε εδώ και μια ιδιω­τική μαρίνα. Ξέρω ότι πολλοί συνο­μή­λι­κοί μου θέλουν απλώς να βρουν μια κρα­τι­κο­δί­αιτη δουλειά, αλλά εγώ δεν μπορώ να ζήσω χωρίς προ­κλή­σεις και στόχους. Θυμάμαι, όταν μας ρωτού­σαν στο σχολείο τι θα γίνουμε όταν μεγα­λώ­σουμε, κανείς εδώ δεν έλεγε γιατρός ή δικη­γό­ρος. Το “επι­χει­ρη­μα­τίας” ήταν άγνωστη λέξη. Θέλω να ζω στο νησί, το αγαπώ, το καμα­ρώνω και έχω ένα επι­χει­ρη­μα­τικό όραμα που με κάνει αισιό­δοξη». Τον ίδιο δυνα­μι­σμό βγάζει και ο Φανού­ρης Κοντο­γιωρ­γά­κης, που έχει ανοίξει πρό­σφατα ένα ωραίο ποδη­λα­τά­δικο στο Λακκί, με πελα­τεία ντό­πιους αλλά και του­ρί­στες. Oι παπ­πού­δες του εργά­ζο­νταν στο ψυχια­τρείο ως καθα­ρι­στές. Στα 39 του πατέρας τριών παιδιών, έχει εργα­στεί στο παρελ­θόν στους «Για­τρούς του Κόσμου» και σε άλλες ΜΚΟ ως οδηγός.

Ο Φανού­ρης Κοντο­γιωρ­γά­κης έχει ανοίξει κατά­στημα με ποδή­λατα και επι­σκεύ­ασε δωρεάν όλα τα αμα­ξί­δια ΑμεΑ του νησιού. [ΜΑΡΙΑ ΣΟΥΛΟΥ]

«Δεν κολύ­μπησα ξανά»

«Στην κρίση του μετα­να­στευ­τι­κού ζήσαμε αδια­νό­ητα πράγ­ματα. Θυμάμαι να πηγαίνω γονείς στο νεκρο­το­μείο να ανα­γνω­ρί­σουν τα πνιγ­μένα παιδιά τους που ήταν στην ηλικία των δικών μου. Εκτοτε δεν έχω ξανα­κο­λυ­μπή­σει. Ημουν πρω­τα­θλη­τής Ελλάδος στο ποδή­λατο και στην καρα­ντίνα απο­φά­σισα να ανοίξω μια ακα­δη­μία ποδη­λα­σίας στο νησί που πήγε καλά και αυτό με οδήγησε και στο άνοιγμα του μαγα­ζιού. Με την παρέα μου ανοί­ξαμε ποδη­λα­τι­κές δια­δρο­μές στο νησί. Λίγο αργό­τερα, απο­φά­σισα εθε­λο­ντικά να φτιάξω όλα τα αμα­ξί­δια των ανα­πή­ρων στο νησί, που ήταν χάλια και ένα-δύο δεν είχαν καθόλου λάστιχα. Τώρα θέλω να κάνω δώρο δέκα ποδη­λα­τά­κια στα πιο φτωχά παιδιά της Λέρου», λέει ο εθε­λο­ντής δασο­πυ­ρο­σβέ­στης και δια­σώ­στης. «Είναι ρίσκο, είσαι στην ελεύ­θερη αγορά αλλά αυτό σε κάνει πιο δημιουρ­γικό. Εμείς θα φτιά­ξουμε το μέλλον του νησιού, η δική μου γενιά θα το πετύχει».

Πηγή kathimerini.gr

Μαρ­γα­ρίτα Πουρ­νάρα

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.