Συνεδρίασε την Πέμπτη το διοικητικό συμβούλιο του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου. Σύμφωνα με πληροφορίες συμπεριλαμβανόταν στην ημερήσια διάταξη εισήγηση του διευθυντή της ιατρικής υπηρεσίας για τη συγχώνευση των δύο χειρουργικών κλινικών και των δύο παθολογικών κλινικών λόγω έλλειψης ιατρικού προσωπικού.
Όπως αναφέρουν έγκυρες πηγές, η συγχώνευση των κλινικών προτείνεται για λόγους “ασφαλείας” και “λειτουργικότητας”, καθώς δεν υπάρχει το απαιτούμενο και εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό και θα επηρεάσει ελάχιστα τους πολίτες.
Διαβεβαιώνεται ότι δεν θα μειωθεί ο αριθμός των κλινών που υπήρχαν συνολικά στις δύο κλινικές. Άλλωστε, λόγω της επικείμενης συνταξιοδότησης διευθυντή θα μείνει “ακέφαλη” μία εκ ων κλινικών, ενώ δεν προβλέπεται να στελεχωθεί άμεσα με ιατρικό προσωπικό το Νοσοκομείο, ένας ακόμη λόγος για τη “λύση” της λειτουργικής συγχώνευσης. Η συζήτηση του θέματος τελικά αναβλήθηκε, καθώς φέρεται να μην είχε ενημερωθεί η διοικήτρια του Νοσοκομείου, η οποία απουσίαζε, ότι το θέμα είχε συμπεριληφθεί στην ημερήσια διάταξη.
Γενικότερα, εμπνέει ανησυχία η κατάσταση στο Νοσοκομείο. Νευραλγικά τμήματα του ΓΝΡ είναι υποστελεχωμένα. Η ΜΕΘ λειτουργεί με τέσσερις γιατρούς ενώ απαιτούνται τουλάχιστον έξι. Το ίδιο ισχύει και για το αναισθησιολογικό τμήμα, όπου υπάρχουν επίσης τέσσερις αναισθησιολόγοι ενώ απαιτούνται έξι. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού είχε αποσπαστεί μία αναισθησιολόγος από το Αττικόν, η οποία έκανε πέντε εφημερίες και έφυγε.
Με τις αποσπάσεις ιατρικού προσωπικού από άλλα νοσηλευτικά Ιδρύματα της χώρας θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις. Κανείς όμως δεν προτιμά τη Ρόδο, θεωρώντας ότι είναι υψηλό το κόστος ζωής, ενώ και η απόσταση από την ηπειρωτική Ελλάδα αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα.
Βέβαια, πέρα από το ιατρικό προσωπικό, είναι πολλές και οι ελλείψεις νοσηλευτών. Όπως ανέφερε σε ανακοίνωση της η διοίκηση της ΠΟΕΔΗΝ, το Νοσοκομείο της Ρόδου εξυπηρετεί πάνω από 200.000 μόνιμους κατοίκους των Δωδεκανήσων και το καλοκαίρι υπερπολλαπλάσιο πληθυσμό λόγω του τουρισμού. Οι λιγοστοί εργαζόμενοι που έχουν απομείνει δουλεύουν σε συνθήκες εργασιακής εξουθένωσης και οι ασθενείς κινδυνεύουν από τις τεράστιες ελλείψεις προσωπικού και τον διαλυμένο ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό και την έλλειψη υλικών.
Κλινικές 35 ασθενών σε κάθε βάρδια καλύπτονται από μία ή δύο νοσηλεύτριες και για να υπάρχει αυτή η στοιχειώδης κάλυψη δεν χορηγούνται ρεπό και άδειες στο προσωπικό. 11.000 ρεπό οφείλονται στο νοσηλευτικό προσωπικό παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της Διεύθυνσης της Νοσηλευτικής Υπηρεσίας.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ