ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Διακινητές πλημμυρίζουν το Αιγαίο

news room 6 λεπτά ανάγνωση
16

Στον προ­σφυ­γικό καταυ­λι­σμό του Καρά Τεπέ, τέσσερα χιλιό­με­τρα μακριά από την πόλη της Μυτι­λή­νης, η πιο δύσκολη ώρα ξεκινά με το μοί­ρα­σμα του φαγητού.Η κόρνα του λευκού βαν που μετα­φέ­ρει πάνω από 1.200 μερίδες βγάζει παρά­τυ­πους μετα­νά­στες και πρό­σφυ­γες έξω από τις σκηνές τους. Πολιορ­κούν το όχημα, γρα­πώ­νο­νται από τη οροφή, σπρώ­χνο­νται μεταξύ τους με κίνδυνο να ποδο­πα­τη­θούν. Ο οδηγός του οχή­μα­τος, Σταύρος Αγάς, προ­σπα­θεί να τους ηρε­μή­σει.

«Θέλουν να τους χαμο­γε­λάς. Είναι άνθρω­ποι, δεν είναι ζώα», λέει. Γι’ αυτούς τους ανθρώ­πους δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από αυτόν τον χώρο, ενώ για τους τρεις λιμε­νι­κούς που προ­σπα­θούν χωρίς διερ­μη­νέα να συντο­νί­σουν το πλήθος, να σχη­μα­τί­σουν ουρές, να δώσουν προ­τε­ραιό­τητα στα γυναι­κό­παιδα, δεν υπάρχει καμία βοήθεια.

Από τις αρχές του 2015 τα νησιά του Ανα­το­λι­κού Αιγαίου έχουν δεχτεί πάνω από 48.000 ανθρώ­πους από Συρία, Αφγα­νι­στάν, Πακι­στάν και Ιράκ, ξεπερ­νώ­ντας τους αντί­στοι­χους αριθ­μούς ολό­κλη­ρου του περ­σι­νού έτους μέσα σε μόλις έξι μήνες. Το μεγα­λύ­τερο κύμα δέχεται η Λέσβος.

«Το πρό­βλημα έρχεται από την Τουρκία», λέει ο δήμαρ­χος Μυτι­λή­νης Σπύρος Γαληνός. «Ορι­σμέ­νοι δια­κι­νη­τές απέ­να­ντι βγάζουν δισε­κα­τομ­μύ­ρια εκμε­ταλ­λευό­με­νοι τον ανθρώ­πινο πόνο».

Από νωρίς το πρωί στη συνοι­κία Μπα­σμανέ εμφα­νί­ζο­νται τα καρα­βά­νια των προ­σφύ­γων. Φορ­τω­μέ­νοι με σάκους στην πλάτη ξαπο­σταί­νουν σε ομάδες των 20 και 40 ατόμων σε πάρκα και πλα­τείες. Αρκετοί ξαπλώ­νουν στα παρ­τέ­ρια της Διε­θνούς Εκθεσης Σμύρνης, μέχρι να τους απο­μα­κρύ­νουν τα ποτι­στικά. Σύροι οι περισ­σό­τε­ροι γνω­ρί­ζουν ήδη τα ονόματα των επό­με­νων σταθμών που τους περι­μέ­νουν στην Ελλάδα. Ενας από αυτούς μας λέει ότι θέλει να πάει στην Αθήνα και από εκεί στην Ειδο­μένη, στα ελλη­νο­σκο­πιανά σύνορα, για να συνε­χί­σει το ταξίδι του με τα πόδια. Εδώ και τρεις μήνες λέει ότι έκοψε το κάπνι­σμα για να αντέξει τον ποδα­ρό­δρομο. Μόλις έφτασε στη Σμύρνη, όπως και οι περισ­σό­τε­ροι πρό­σφυ­γες στα γύρω πάρκα. Περι­μέ­νουν εκεί μέχρι να τους υπο­δεί­ξουν οι δια­κι­νη­τές ή οι μεσά­ζο­ντες πού θα μείνουν.

Κάποιοι κου­βα­λούν μέσα σε μαύρες πλα­στι­κές σακού­λες τα σωσίβια που θα φορέ­σουν όταν επι­χει­ρή­σουν το θαλάσ­σιο πέρασμα προς την Ελλάδα. Τα αγό­ρα­σαν με 35 τουρ­κι­κές λίρες (11,6 ευρώ) το κομμάτι. Το Μπα­σμανέ, μια περιοχή ξενο­δο­χείων, έχει μετα­τρα­πεί σε πεδίο δράσης δια­κι­νη­τών. Αυτός είναι ο ενδιά­με­σος σταθμός για να κατα­λή­ξει κάποιος στη Λέσβο ή στη Χίο. Ολα γίνο­νται τόσο απρο­κά­λυ­πτα που ακόμα κι ένας ιδιο­κτή­της κου­ρείου έχει κρε­μά­σει έξω από το μαγαζί του σωσίβια και σαμπρέ­λες.

Μακριά από το Μπα­σμανέ, στο βόρειο άκρο της προ­κυ­μαίας της Σμύρνης, κινεί­ται ένας δια­φο­ρε­τι­κός κόσμος. Στο Αλσαν­τζάκ, την του­ρι­στική συνοι­κία εστια­το­ρίων και μαγα­ζιών, μένει ένας Σύρος δια­κι­νη­τής. Δέχεται να μας μιλήσει με την προ­ϋ­πό­θεση ότι δεν θα δημο­σιευ­τεί το όνομα και η φωτο­γρα­φία του. Είναι 25 ετών, με μοντέρνο κούρεμα, i-phone 6 Plus και γυαλιά μυωπίας με φακούς που μεγα­λώ­νουν τα μάτια του. Λέει ότι είχε φυλα­κι­στεί από το καθε­στώς του Μπασάρ αλ Ασαντ στη Συρία, δρα­πέ­τευσε από τη χώρα του και όταν έφτασε στη Σμύρνη είχε 100 δολάρια στην τσέπη. Αρχικά, όπως υπο­στη­ρί­ζει, κοι­μό­ταν στις πλα­τείες ανα­ζη­τώ­ντας μερο­κά­ματο.

«Εκανα διά­φο­ρες δου­λειές, ως μπο­για­τζής και σε εργο­στά­σια επι­πλο­ποι­ίας, αλλά οι περισ­σό­τε­ροι Τούρκοι με εξα­πα­τού­σαν και δεν με πλή­ρω­ναν», λέει. Τότε απο­φά­σισε να μπει στα κυκλώ­ματα δια­κί­νη­σης, ως μεσο­λα­βη­τής μεταξύ Τούρκου επι­κε­φα­λής και των παρά­τυ­πων μετα­να­στών και προ­σφύ­γων, για να κερ­δί­ζει περισ­σό­τερα χρήματα. Σήμερα είναι ένας από τους ενδιά­με­σους κρίκους στην αλυσίδα της δια­κί­νη­σης. Δεν μιλάει κατα­πρό­σωπο με τους υπο­ψή­φιους πελάτες του και γι’ αυτό αρνεί­ται να μας συνα­ντή­σει στο Μπα­σμανέ. Τα κανο­νί­ζει όλα τηλε­φω­νικά και έχει άλλον ένα συνέ­ταιρο που ρυθ­μί­ζει επί τόπου τις λεπτο­μέ­ρειες με τους μετα­νά­στες. «Την αγορά την ελέγ­χουν οι Τούρκοι και τώρα ακρί­βυ­ναν οι τιμές γι’ αυτό και έχει πολύ κόσμο στις πλα­τείες της Σμύρνης», λέει.

Ο 25χρονος είναι φρέσκος στη δουλειά. Σε λιγό­τερο από ένα χρόνο λέει ότι έχει στείλει στη Χίο περίπου 500 ανθρώ­πους παίρ­νο­ντας προ­μή­θεια που ξεπερ­νάει τα 50.000 δολάρια. Το μεγα­λύ­τερο μερίδιο από τα ποσά που πλη­ρώ­νουν οι μετα­νά­στες κατα­λή­γει στον επι­κε­φα­λής του κυκλώ­μα­τος, ενώ μέρος των χρη­μά­των χρη­σι­μο­ποιεί­ται για την αγορά της βάρκας και της μηχανής.

«Με βρί­σκουν από το τηλέ­φωνο», λέει ο 25χρονος. «Με συστή­νει ο ένας στον άλλο. Η υπη­ρε­σία που προ­σφέ­ρουμε είναι η πιο ακριβή στην αγορά. Φέρ­νουμε εννιά­με­τρη βάρκα ιταλική με ιαπω­νικό κινη­τήρα και τα καλύ­τερα σωσίβια. Βάζουμε 40 ανθρώ­πους μέσα. Και το νησί είναι 20 λεπτά μακριά από το σημείο. Με 1.000 δολάρια είσαι απέ­να­ντι».

Αυτή την τιμή κλήθηκε να πλη­ρώ­σει και η 32χρονη Μούνα Ιμπρα­χίμ, πρό­σφυ­γας από τη Συρία. Εδώ και έξι ημέρες βρί­σκε­ται στη Σμύρνη μαζί με το σύζυγό τους και τα τρία παιδιά τους ηλικίας πέντε, έξι και επτά ετών. Μοι­ρά­ζο­νται ένα δωμάτιο με δύο κρε­βά­τια σε φτηνό ξενο­δο­χείο του Μπα­σμανέ. Πλη­ρώ­νουν 15 λίρες (5 ευρώ) τη νύχτα ανά άτομο.

Ολα τα δωμάτια είναι γεμάτα με πρό­σφυ­γες και μετα­νά­στες. Το ξενο­δο­χείο, όπως τα περισ­σό­τερα στα γύρω στενά, είναι βρώμικο με κοι­νό­χρη­στες τουα­λέ­τες. Ο ιδιο­κτή­της προ­σπά­θησε να εκμε­ταλ­λευ­τεί και την τελευ­ταία σπιθαμή τοπο­θε­τώ­ντας κόσμο ακόμη και στο δώμα. Εκεί, αντί για πόρτα οι μετα­νά­στες έχουν κρε­μά­σει από το ταβάνι ένα χαλί. Επειδή υπήρχε μεγάλη ζήτηση τελευ­ταία κάποιοι ξενο­δό­χοι της περιο­χής αύξησαν την τιμή των κατα­λυ­μά­των τους στις 20 λίρες.

Η Ιμπρα­χίμ δεν έχει ζήσει ποτέ στην Ελλάδα. Οταν τη συνα­ντάμε όμως μας μιλά στα ελλη­νικά, με κρητική προφορά. «Φοβού­μαι για τα κοπέλια μου, για τη θάλασσα. Δεν κατέχω το δρόμο», λέει. Η προ­για­γιά της είχε γεν­νη­θεί στην Κρήτη και εγκα­τέ­λειψε το νησί στα τέλη του 19ου αιώνα. Μαζί με άλλους μου­σουλ­μά­νους κρη­τι­κούς εγκα­τα­στά­θη­καν τότε στην πόλη Χαμε­ντί­γιε στη Συρία.

Προ­ε­τοι­μα­σία για το ταξίδι

«Μια ολιά ρούχα πήραμε μαζί», λέει η Ιμπρα­χίμ και δείχνει πώς διπλώ­νουν με μονω­τική ταινία τα χρήματα για να μη βραχούν στη θάλασσα. Ο άντρας της παίρνει ένα από τα μικρά κου­βά­ρια που φτιά­χνει η γυναίκα του και το χώνει κάτω από τη σόλα του παπου­τσιού του. «Ετσι θα ταξι­δέ­ψουμε», εξηγεί.

Οι μέρες τους στη Σμύρνη κυλούν μονό­τονα, μέσα στο μικρό δωμάτιο που βράζει από τη ζέστη και στις καρέ­κλες στην είσοδο του ξενο­δο­χείου. Δεν απο­μα­κρύ­νο­νται πολύ. «Επαέ μόνο κάθου­μαι, επαέ. Να βγούμε όξω μια ολιά μόνο», λέει η Ιμπρα­χίμ. Είναι σε διαρκή αναμονή, όπως και όλοι οι πρό­σφυ­γες στα γύρω στενά. Περι­μέ­νουν να τους ειδο­ποι­ή­σει ο δια­κι­νη­τής, να ανέβουν κάποια νύχτα στο βαν που θα τους οδη­γή­σει στις δαντε­λω­τές ακτές του Δικελί ή του Τσεσμέ και από εκεί να επι­βι­βα­στούν στη βάρκα για την Ελλάδα.

«Πάω στο αγα­πη­μένο μου κράτος», λέει ο Στέ­φα­νος.

Μαζί με την οικο­γέ­νειά της Ιμπρα­χίμ θα ταξι­δέ­ψει και ο ξάδερ­φός της. Και αυτός είναι 32 ετών. Συστή­νε­ται ως Στέ­φα­νος -το όνομα που του είχαν δώσει στην Ελλάδα. Εζησε στην Κρήτη από το 2005 έως το 2011 δου­λεύ­ο­ντας ως μπο­για­τζής και γύρισε στη Συρία ώσπου ξέσπασε ο πόλεμος. Ενώ οι περισ­σό­τε­ροι πρό­σφυ­γες θέλουν να εγκα­τα­στα­θούν στη Δυτική Ευρώπη ο ίδιος επι­θυ­μεί να επι­στρέ­ψει στην Κρήτη. «Πάω στο αγα­πη­μένο μου κράτος», λέει σε άπται­στα ελλη­νικά, αφού μας ρωτά για την κυβέρ­νηση του ΣΥΡΙΖΑ και την πορεία των οικο­νο­μι­κών δια­πραγ­μα­τεύ­σεων λίγες ημέρες προτού εξαγ­γελ­θεί το δημο­ψή­φι­σμα από τον πρω­θυ­πουργό Αλέξη Τσίπρα.

«Δεν ψάχνω να πεθάνω. Αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να πάω», λέει. Αυτός ανέλαβε να βρει τον δια­κι­νητή στη Σμύρνη. Τον σύστη­σαν άλλοι συγ­γε­νείς του που έχουν ήδη πραγ­μα­το­ποι­ή­σει το ταξίδι. Από την ίδια πόλη είχε φύγει και το 2005 όταν πρω­το­ήρθε στην Ελλάδα. Τότε είχε πλη­ρώ­σει 3.500 δολάρια.

Το βράδυ που τον συνα­ντάμε υπο­τί­θε­ται ότι θα ανα­χω­ρή­σει. Φοβάται για το πέρασμα. «Λένε ότι θα είμαστε 15 ή 35 άτομα στη βάρκα, ξέρεις παιδιά, γυναί­κες μέσα. Αλλά όταν πάμε εκεί μπορεί να βρούμε 45, μπορεί και 50 άτομα. Αυτοί νοιά­ζο­νται να πάρουν τα λεφτά, δεν νοιά­ζο­νται αν θα ζήσεις ή θα πεθά­νεις», λέει.

Κάθε τόσο ελέγχει το κινητό του. Ωσπου κοντά στα μεσά­νυ­χτα ο δια­κι­νη­τής τον ενη­με­ρώ­νει ότι το ταξίδι ανα­βάλ­λε­ται. Μια βάρκα βυθί­στηκε έξω από την Αλι­καρ­νασσό, μετα­νά­στες πνί­γη­καν, του λέει. Στο δωμάτιο της ξαδέρ­φης του τα ανίψια του παίζουν με τα πορ­το­καλί και κόκκινα σωσίβια. Κανένα από τα τρία παιδιά δεν ξέρει κολύμπι.

Καθη­με­ρινή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.