Διεκδικείται χρηματική ικανοποίηση 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη από τον καθένα με συμβολικό, χαρακτήρα και με επίκεντρο ισχυρισμούς για έλλειψη κλήσης και προηγούμενης ακρόασης, καθώς και για ζήτημα θεσμικής αρμοδιότητας
Η εκδίκαση της αγωγής που έχει ασκηθεί κατά του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου προσδιορίστηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου για τις 19 Μαρτίου 2026 ενώπιον του 2ου Τμήματος της Μονομελούς του σύνθεσης. Στην αγωγή ενάγοντες είναι μια δικαστική λειτουργός και ο δικηγόρος σύζυγός της, οι οποίοι ζητούν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και θέτουν στο επίκεντρο συγκεκριμένες ενέργειες του Συλλόγου, οι οποίες, όπως υποστηρίζουν, έγιναν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση, χωρίς πρόσκληση σε ακρόαση και χωρίς δυνατότητα να διατυπώσουν τις θέσεις τους πριν από τη λήψη απόφασης και την αποστολή σχετικής επιστολής σε ανώτατη δικαστική αρχή.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, το ποσό των 10.000 ευρώ που ζητείται από τον καθένα αναφέρεται ως συμβολικό, με τους ενάγοντες να αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στην αναγνώριση, από το δικαστήριο, ότι υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας και της επαγγελματικής τους υπόστασης μέσω πράξεων που κοινοποιήθηκαν σε ανώτερους λειτουργούς της δικαιοσύνης και σε τρίτους.
Το αντικείμενο της διαφοράς όπως περιγράφεται στην αγωγή
Στην αγωγή περιγράφεται ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος Ρόδου προχώρησε σε συνεδρίαση του διοικητικού του συμβουλίου και ακολούθως σε απόφαση και ενέργειες που αφορούσαν άμεσα τη δικαστική λειτουργό και τον σύζυγό της. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι διατυπώθηκαν κρίσεις και χαρακτηρισμοί εις βάρος τους, χωρίς να προηγηθεί κλήση ή ακρόασή τους και χωρίς να τους δοθεί δυνατότητα να απαντήσουν σε όσα αποδίδονταν στο πρόσωπό τους.
Στο ίδιο πλαίσιο, τίθεται το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικηγορικού Συλλόγου να λαμβάνει θέση με τρόπο που στρέφεται κατά δικαστικών λειτουργών, δηλαδή προσώπων που δεν είναι μέλη του και δεν υπάγονται στην πειθαρχική του εξουσία. Η αγωγή συνδέει το σημείο αυτό με τον τρόπο που λειτουργεί ένας θεσμικός φορέας, όταν παρεμβαίνει σε ζητήματα που αφορούν τη συγκρότηση και τη διοίκηση δικαστηρίων και όταν απευθύνεται σε δικαστικές αρχές.
Το χρονικό της μετάθεσης και τα υπηρεσιακά δεδομένα που επικαλούνται οι ενάγοντες
Η δικαστική λειτουργός, όπως αναφέρεται, υπηρετεί στη δικαιοσύνη από το 2007 και κατά τον χρόνο των γεγονότων είχε βαθμό Προέδρου Πρωτοδικών.
Στην αγωγή γίνεται αναλυτική αναφορά στη μετάθεσή της στο Πρωτοδικείο Ρόδου. Περιγράφεται ότι η μετάθεση αποφασίστηκε με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου στις 12.7.2024 κατόπιν αίτησής της και ότι ολοκληρώθηκε με την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος στις 26.7.2024, μετά από πρόταση του υπουργού Δικαιοσύνης και δημοσίευση σε ΦΕΚ.
Στα στοιχεία που παρατίθενται, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι τα καθήκοντα της δικαστικής λειτουργού ως διευθύνουσας στο Πρωτοδικείο Ρόδου έχουν κυρίως οργανωτικό και διοικητικό χαρακτήρα. Παράλληλα, προβάλλεται ότι στο σχετικό θεσμικό πλαίσιο υπάρχει ειδική πρόβλεψη που, κατά τους ισχυρισμούς τους, αφορά στην υπηρεσία δικαστικού λειτουργού σε πόλη όπου ο ή η σύζυγος ασκεί δικηγορία και ότι, για τη Ρόδο, το συγκεκριμένο κώλυμα δεν εφαρμόζεται, όπως αναφέρεται σε σχέση με το άρθρο 49 του ν. 4938/2022.
Η έκτακτη συνεδρίαση του Ιουλίου 2024 και οι θέσεις που καταγράφονται
Η αγωγή περιγράφει ότι στις 16.7.2024 συγκλήθηκε έκτακτη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου για την 17.7.2024, με μοναδικό θέμα ημερήσιας διάταξης την τοποθέτηση νέων δικαστών στο Πρωτοδικείο Ρόδου.
Κατά τους ενάγοντες, παρότι το θέμα εμφανίστηκε ως γενικό, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην πράξη στη συγκεκριμένη μετάθεση της δικαστικής λειτουργού στη Ρόδο, με αναφορές στο νόμιμο και στο ηθικό της μετάθεσης και με τοποθετήσεις που, όπως υποστηρίζουν, αφορούσαν και στους δύο ενάγοντες.
Ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Συλλόγου μέχρι την παραίτησή του στις 7.1.2025, κατέθεσε εισήγηση κατά τη συνεδρίαση της 17.7.2024. Στην εισήγηση αυτή, όπως περιγράφεται, υποστήριξε ότι δεν συντρέχει κώλυμα του άρθρου 49 για τη Ρόδο και ότι, εφόσον δεν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, δεν μπορεί να στερηθεί το δικαίωμα οικογενειακής συμβίωσης μετά από πολυετή υπηρεσία της συζύγου του σε διαφορετικές περιοχές της χώρας.
Στο ίδιο τμήμα της αγωγής καταγράφονται στοιχεία που προσκομίστηκαν, κατά τους ενάγοντες, για το εύρος της δικηγορικής δραστηριότητας του δεύτερου ενάγοντος και του γραφείου του στα δικαστήρια της Ρόδου.
Η επιστολή προς ανώτατη δικαστική αρχή και η αποστολή της στις 26.7.2024
Κεντρικό στοιχείο της αγωγής αποτελεί επιστολή του Δικηγορικού Συλλόγου με ημερομηνία 22.7.2024, η οποία, όπως αναφέρεται, απεστάλη στις 26.7.2024 προς την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι με την επιστολή αυτή ο Σύλλογος ζήτησε την ανάκληση της μετάθεσης της δικαστικής λειτουργού στη Ρόδο και ότι στο περιεχόμενό της περιλαμβάνονται διατυπώσεις που τους θίγουν προσωπικά και επαγγελματικά.
Στην αγωγή δίνεται επίσης έμφαση στο ότι πριν από τη διατύπωση τέτοιων αναφορών δεν ζητήθηκαν εξηγήσεις από τους ίδιους και δεν υπήρξε διαδικασία ακρόασης, παρότι τα πρόσωπά τους αναφέρονται και κρίνονται στο σκεπτικό και στις διατυπώσεις που ακολούθησαν.
Μεταγενέστερες εξελίξεις που εντάσσονται στο ιστορικό της αγωγής
Στο ιστορικό της αγωγής αναφέρεται ότι η δικαστική λειτουργός ανέλαβε καθήκοντα στη Ρόδο στις 16.9.2024 και ότι η μετάθεσή της ανακλήθηκε στις 20.9.2024, με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου που έκανε δεκτή εισήγηση για αναγκαστική μετάθεση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 31.10.2024.
Οι ενάγοντες συνδέουν τα γεγονότα αυτά με τις ενέργειες και την επιστολή του Συλλόγου, υποστηρίζοντας ότι υπήρξε αιτιώδης σχέση ως προς τη βλάβη που επικαλούνται.
Στο ίδιο πλαίσιο, παρατίθενται αναφορές σε εσωτερικές αντιδράσεις εντός του δικηγορικού σώματος, όπως δήλωση στις 12.9.2024 από δικηγόρο που είχε υπηρετήσει στο διοικητικό συμβούλιο στο παρελθόν, καθώς και ανοικτή επιστολή δήλωση στις 4.9.2024 από 58 δικηγόρους ενεργά μέλη, οι οποίοι διατύπωσαν ότι η επίδικη επιστολή του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου δεν τους εκφράζει.
Οι ενάγοντες εντάσσουν τα στοιχεία αυτά στο επιχείρημα ότι η επίκληση «ανησυχίας» ως συλλογικής στάσης δεν τεκμηριώνεται, όπως την παρουσίασε ο Δικηγορικός Σύλλογος Ρόδου τότε στην επιστολή του.
Τα αιτήματα και η βάση της αποζημίωσης όπως περιγράφονται
Οι ενάγοντες ζητούν να καταδικαστεί ο Δικηγορικός Σύλλογος Ρόδου να καταβάλει στον καθένα 10.000 ευρώ, με τόκους από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση. Περιγράφουν το ποσό ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και το συνδέουν με προσβολή της προσωπικότητας, καθώς και με αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής τους εντιμότητας.
Στην αγωγή γίνεται επίσης αναφορά στη νομική βάση της ευθύνης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με επίκληση των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, καθώς και σε διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την προστασία της προσωπικότητας και την ηθική βλάβη.
Παράλληλα, προβάλλεται ότι, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, οι ενέργειες του Συλλόγου παραβίασαν εγγυήσεις που συνδέονται με το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης και υπεράσπισης, με αναφορές στο άρθρο 20 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Το στοιχείο αυτό παρουσιάζεται ως διαδικαστικός πυρήνας της διαφοράς, καθώς οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι δεν είχαν τη δυνατότητα να τοποθετηθούν πριν από πράξεις που τους αφορούσαν άμεσα. Ο δεύτερος λόγος που επικαλούνται οι ενάγοντες αφορά την αρμοδιότητα και τα όρια παρέμβασης ενός Δικηγορικού Συλλόγου σε ζητήματα που σχετίζονται με τη στελέχωση και την υπηρεσιακή κατάσταση δικαστικών λειτουργών, καθώς και με το περιεχόμενο επιστολών που απευθύνονται σε ανώτατες δικαστικές αρχές.
Τέλος, στο κείμενο της αγωγής αναφέρεται αίτημα να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, με το επιχείρημα ότι πρόκειται για απαίτηση από αστική ευθύνη ΝΠΔΔ και ότι η αναμονή μέχρι την τελεσιδικία παρατείνει, κατά τους ισχυρισμούς τους, τα αποτελέσματα της προσβολής που επικαλούνται.















