ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πρ. Παυλόπουλος: Η αμυντική θωράκιση των Ελληνικών νησιών του Αιγαίου κατά το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

news room 2 λεπτά ανάγνωση
Παυλόπουλος
Μέγεθος γραμμάτων

Με αφορ­μή τις τε­λευ­ταί­ες, προ­κλη­τι­κές δη­λώ­σεις του Τούρ­κου υπουρ­γού Εξω­τε­ρι­κών Με­βλούτ Τσα­βού­σο­γλου πως  «είναι συ­ζη­τή­σι­μη η κυ­ριαρ­χία των Ελ­λη­νι­κών νη­σιών διότι πα­ρα­βιά­ζε­ταιι το κα­θε­στώς απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­σης» είναι επί­και­ρη η ομι­λία  του τ. Προ­έ­δρου της Δη­μο­κρα­τί­ας και Επί­τι­μου Κα­θη­γη­τή της Νο­μι­κής Σχο­λής του Εθνι­κού και Κα­πο­δι­στρια­κού Πα­νε­πι­στη­μί­ου Αθη­νών κ. Προ­κό­πη Παυ­λό­που­λου  στο Κα­στελ­λό­ρι­ζο, τον Σε­πτέμ­βριο του 2020 για την αμυ­ντι­κή θω­ρά­κι­ση των νη­σιών.

Ο κ. Προ­κό­πης Παυ­λό­που­λος επε­σή­μα­νε στην ομι­λία του

Σε μια από τις πιο πρό­σφα­τες προ­κλή­σεις της η Τουρ­κία άρ­χι­σε, πάντα στο πλαί­σιο της πά­γιας τα­κτι­κής της να προ­σθέ­τει ανύ­παρ­κτα ζη­τή­μα­τα προς δια­πραγ­μά­τευ­ση με την Ελ­λά­δα -και, συ­να­κό­λου­θα, ν’ αμ­φι­σβη­τεί την αδια­πραγ­μά­τευ­τη Εθνι­κή μας Θέση, ότι με­τα­ξύ μας υφί­στα­ται μια, και μόνη, δια­φο­ρά, εκεί­νη της οριο­θέ­τη­σης της νη­σιω­τι­κής υφα­λο­κρη­πί­δας και των αντί­στοι­χων θα­λάσ­σιων ζωνών- να εγεί­ρει εκ νέου και ζή­τη­μα ως προς το αν η Ελ­λά­δα έχει δι­καί­ω­μα να θω­ρα­κί­ζει αμυ­ντι­κώς όλα, ανε­ξαι­ρέ­τως, τα Νησιά της στο Αι­γαίο, και μά­λι­στα ανε­ξαρ­τή­τως του ποια είναι η έκτα­σή τους και αν κα­τοι­κού­νται ή όχι.

Α. Είναι δε άκρως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της προ­κλη­τι­κό­τη­τάς της, το ότι η Τουρ­κία εγεί­ρει το ζή­τη­μα αυτό είτε δια­στρε­βλώ­νο­ντας πλή­ρως το νόημα συ­γκε­κρι­μέ­νων δια­τά­ξε­ων της Συν­θή­κης της Λω­ζά­νης.  Είτε -ακόμη χει­ρό­τε­ρα- επι­κα­λού­με­νη Διε­θνείς Συμ­βά­σεις, στις οποί­ες δεν είναι συμ­βαλ­λό­με­νο μέρος, όπως π.χ. την Σύμ­βα­ση των Πα­ρι­σί­ων του 1947 για τα Δω­δε­κά­νη­σα, που απο­τε­λεί για την Τουρ­κία «res inter alios acta».  Στις αδια­νό­η­τες, θε­σμι­κώς και πο­λι­τι­κώς, αυτές προ­κλή­σεις της Τουρ­κί­ας η Ελ­λά­δα πα­γί­ως απα­ντά, πάντα με βάση το Διε­θνές Δί­καιο -και ενερ­γώ­ντας επι­πλέ­ον και για λο­γα­ρια­σμό της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης, αφού το έδα­φος και τα σύ­νο­ρα της Ελ­λά­δας είναι έδα­φος και σύ­νο­ρα και της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης- ότι έχει όχι μόνο θε­με­λιω­μέ­νο δι­καί­ω­μα αλλά και εξί­σου θε­με­λιω­μέ­νη υπο­χρέ­ω­ση αμυ­ντι­κής θω­ρά­κι­σης όλων, ανε­ξαι­ρέ­τως και δίχως οια­δή­πο­τε διά­κρι­ση, των Νη­σιών της στο Αι­γαίο.

Β. Επι­πλέ­ον, το δι­καί­ω­μα αυτό της Ελ­λά­δας βρί­σκει στα­θε­ρό έρει­σμα και στις δια­τά­ξεις του πρω­το­γε­νούς Ευ­ρω­παϊ­κού Δι­καί­ου, δο­θέ­ντος ότι συ­γκε­κρι­μέ­νοι κα­νό­νες της Συν­θή­κης της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης (ΣΕΕ)  και της Συν­θή­κης Λει­τουρ­γί­ας της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης (ΣΛΕΕ) το εγ­γυώ­νται, ιδίως όταν εφαρ­μό­ζο­νται σε συν­δυα­σμό με αντί­στοι­χες δια­τά­ξεις του Διε­θνούς Δι­καί­ου -εν προ­κει­μέ­νω του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ- που ήδη απο­τε­λούν μέρος του Ευ­ρω­παϊ­κού Κε­κτη­μέ­νου.

 

Ι. Το νο­μι­κό κα­θε­στώς της Συν­θή­κης Ει­ρή­νης των Πα­ρι­σί­ων του 1947.

Προ­κα­ταρ­κτι­κώς διευ­κρι­νί­ζε­ται, ότι το κα­θε­στώς της τε­λι­κής πα­ρα­χώ­ρη­σης των Δω­δε­κα­νή­σων στην Ελ­λά­δα διέ­πε­ται από τις δια­τά­ξεις της Συν­θή­κης Ει­ρή­νης των Πα­ρι­σί­ων (Απρί­λιος του 1947) με­τα­ξύ των Συμ­μά­χων, νι­κη­τών του Β΄ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου, και της Ιτα­λί­ας.  Ιδιαί­τε­ρη ση­μα­σία, εντός αυτού του θε­σμι­κού πλαι­σί­ου, έχουν οι δια­τά­ξεις του άρ­θρου 14 της ως άνω Συν­θή­κης, σύμ­φω­να με τις οποί­ες: «1. Η Ιτα­λία εκ­χω­ρεί εις την Ελ­λά­δα εν πλή­ρει κυ­ριαρ­χία τας νή­σους της Δω­δε­κα­νή­σου τας κα­τω­τέ­ρω απα­ριθ­μου­μέ­νας, ήτοι: Αστυ­πά­λαιαν, Ρόδον, Χάλ­κην, Κάρ­πα­θον, Κάσον, Τήλον, Νί­συ­ρον, Κά­λυ­μνον, Λέρον, Πά­τμον, Λιψόν, Σύμην, Κω και Κα­στελ­λό­ρι­ζον ως και τας πα­ρα­κει­μέ­νας νη­σί­δας. 2. Αι ανω­τέ­ρω νήσοι θα απο­στρα­τιω­τι­κο­ποι­η­θώ­σι και θα πα­ρα­μεί­νω­σιν απο­στρα­τιω-τι­κο­ποι­η­μέ­ναι». Από τις δια­τά­ξεις αυτές, ερ­μη­νευό­με­νες με βάση το σύ­νο­λο του Διε­θνούς και του Ευ­ρω­παϊ­κού Δι­καί­ου -άρα και με βάση τις γε­νι­κές αρχές που διέ­πουν την ερ­μη­νεία του Διε­θνούς και του Ευ­ρω­παϊ­κού Δι­καί­ου- συ­νά­γο­νται και τ’ ακό­λου­θα, ως προς το ση­με­ρι­νό κα­θε­στώς των Δω­δε­κα­νή­σων.

Α. Οι δια­τά­ξεις του άρ­θρου 14 παρ. 1 της Συν­θή­κης Ει­ρή­νης.

Η δια­τύ­πω­ση των δια­τά­ξε­ων της πα­ρα­γρά­φου 1 του άρ­θρου 14 της Συν­θή­κης Ει­ρή­νης είναι τόσο σαφής, ώστε δεν αφή­νει πε­ρι­θώ­ριο αμ­φι­βο­λί­ας ως προς την ουσία και την έκτα­ση της Κυ­ριαρ­χί­ας της Ελ­λά­δας επί των Δω­δε­κα­νή­σων.  Ει­δι­κό­τε­ρα:

1. Η Κυ­ριαρ­χία αυτή είναι «πλή­ρης», πράγ­μα το οποίο ση­μαί­νει ότι ου­δέ­να πε­ριο­ρι­σμό επι­δέ­χε­ται κατά την άσκη­σή της.  Το δε πε­ριε­χό­με­νο της «πλή­ρους» Κυ­ριαρ­χί­ας προσ­διο­ρί­ζε­ται, ως προς τα Δω­δε­κά­νη­σα, με βάση τους κα­νό­νες του ισχύ­ο­ντος Ελ­λη­νι­κού Συ­ντάγ­μα­τος περί Κυ­ριαρ­χί­ας, καθώς και με βάση τις περί Κυ­ριαρ­χί­ας των Κρα­τών-Μελών της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης δια­τά­ξεις ιδίως του άρ­θρου 4 παρ. 2 της ΣΕΕ.  Οια­δή­πο­τε, λοι­πόν, αμ­φι­σβή­τη­ση της ερ­μη­νεί­ας των δια­τά­ξε­ων της πα­ρα­γρά­φου 1 του άρ­θρου 14 της Συν­θή­κης Ει­ρή­νης συ­νι­στά, αυ­το­θρό­ως, πα­ρα­βί­α­ση του Διε­θνούς και του Ευ­ρω­παϊ­κού Δι­καί­ου.

2. Η Κυ­ριαρ­χία της Ελ­λά­δας, με την ως άνω έν­νοια, εκτεί­νε­ται όχι μόνο σε όλα τα Νησιά που ανα­φέ­ρο­νται ρητώς στις δια­τά­ξεις της πα­ρα­γρά­φου 1 του άρ­θρου 14 της Συν­θή­κης Ει­ρή­νης αλλά, κατά την κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή δια­τύ­πω­ση της κατά τ’ ανω­τέ­ρω πα­ρα­γρά­φου, και επί των «πα­ρα­κει­μέ­νων νη­σί­δων», στο σύ­νο­λό τους.  Επει­δή δε οι δια­τά­ξεις αυτές ου­δε­μία διά­κρι­ση κά­νουν εν προ­κει­μέ­νω, η δια­τύ­πω­σή τους κα­τα­λαμ­βά­νει τις κάθε εί­δους «πα­ρα­κεί­με­νες νη­σί­δες», ανε­ξαρ­τή­τως με­γέ­θους τους ή άλλου χα­ρα­κτη­ρι­στι­κού τους (π.χ. αν είναι κα­τοι­κη­μέ­νες ή μη).  Υπό το πρί­σμα δε αυτό είναι προ­φα­νές πως και στην πε­ριο­χή των Δω­δε­κα­νή­σων δεν είναι νοη­τές, από πλευ­ράς Διε­θνούς Δι­καί­ου, «γκρί­ζες ζώνες», ανα­φο­ρι­κά με την έκτα­ση και το πε­ριε­χό­με­νο της Ελ­λη­νι­κής Κυ­ριαρ­χί­ας στην ως άνω πε­ριο­χή.

Β. Η εφαρ­μο­γή της αρχής του Διε­θνούς Δι­καί­ου «res inter alios acta».

Ως προς την απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­ση των Δω­δε­κα­νή­σων, την οποία προ­έ­βλε­παν οι δια­τά­ξεις του άρ­θρου 14 παρ. 2 της Συν­θή­κης Ει­ρή­νης, με βάση τους κα­νό­νες του Διε­θνούς Δι­καί­ου ισχύ­ουν τα εξής:

1. Τα περί απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­σης των Δω­δε­κα­νή­σων, κατά τις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 14 παρ.  2 της Συν­θή­κης Ει­ρή­νης, πρέ­πει να ερ­μη­νεύ­ο­νται και υπό το φως της εκ μέ­ρους της Ελ­λά­δας άσκη­σης, ένα­ντι της Τουρ­κί­ας, του δι­καιώ­μα­τος «νό­μι­μης άμυ­νας» Κρά­τους-Μέ­λους του ΟΗΕ, όπως ανα­λύ­ε­ται εκτε­νέ­στε­ρα στην συ­νέ­χεια.

2. Πέραν όμως της ως άνω επι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­ας,  η Τουρ­κία δεν έχει, εν πάση πε­ρι­πτώ­σει, δι­καί­ω­μα να επι­κα­λεί­ται την Συν­θή­κη Ει­ρή­νης των Πα­ρι­σί­ων του 1947. Και τούτο διότι:

α) Οι δια­τά­ξεις των άρ­θρων 34, 35 και 36 της Συν­θή­κης της Βιέν­νης περί του Δι­καί­ου των Διε­θνών Συν­θη­κών (1969) ορί­ζουν, με­τα­ξύ άλλων, και ότι:

α1)  Κάθε Συν­θή­κη ισχύ­ει –επέ­κει­να δε δη­μιουρ­γεί δι­καιώ­μα­τα και υπο­χρε­ώ­σεις- μόνον με­τα­ξύ των συμ­βαλ­λό­με­νων μερών.  Ένα­ντι, λοι­πόν, τρί­των κρα­τών η Συν­θή­κη συ­νι­στά «res inter alios acta».

α2) Εξ αυτού του λόγου, μια Συν­θή­κη ισχύ­ει ένα­ντι τρί­του κρά­τους μόνον υπό την διπλή προ­ϋ­πό­θε­ση ότι από την μια πλευ­ρά αυτή είναι η πρό­θε­ση των συμ­βαλ­λό­με­νων μερών.  Και, από την άλλη πλευ­ρά, το τρίτο κρά­τος έχει απο­δε­χθεί την υπο­χρέ­ω­ση ρητώς και εγ­γρά­φως.

α3) Κατά λο­γι­κή νο­μι­κή ακο­λου­θία, μια Συν­θή­κη δη­μιουρ­γεί δι­καί­ω­μα για τρίτο κρά­τος μόνον υπό την, επί­σης διπλή, προ­ϋ­πό­θε­ση ότι από την μια πλευ­ρά τα συμ­βαλ­λό­με­να μέρη επι­διώ­κουν δια της Συν­θή­κης εκ­χώ­ρη­ση δι­καιώ­μα­τος στο τρίτο κρά­τος.  Και, από την άλλη πλευ­ρά, το τε­λευ­ταίο συ­γκα­τα­τί­θε­ται προς τούτο, ρητώς και εγ­γρά­φως.

β) Η Τουρ­κία δεν είναι, υφ’ οιαν­δή­πο­τε νο­μι­κώς πα­ρα­δε­κτή έν­νοια, συμ­βαλ­λό­με­νο μέρος στην Συν­θή­κη Ει­ρή­νης του 1947.  Άρα η Συν­θή­κη αυτή, ως προς την οποία η Τουρ­κία είναι τρίτο κρά­τος, δεν δη­μιουρ­γεί δι­καιώ­μα­τα ή υπο­χρε­ώ­σεις υπέρ η εις βάρος της αντι­στοί­χως.  Επι­πλέ­ον:

β1) Ου­δε­μία διά­τα­ξη της Συν­θή­κης Ει­ρή­νης -όπως άλ­λω­στε απο­δει­κνύ­ει η έως τώρα εφαρ­μο­γή της- τεκ­μη­ριώ­νει, έστω και καθ’ υπο­φο­ράν, ότι τα συμ­βαλ­λό­με­να μέρη επι­δί­ω­ξαν δι’ αυτής να εκ­χω­ρή­σουν οιο­δή­πο­τε δι­καί­ω­μα στην Τουρ­κία, πολλώ δε μάλ­λον δι­καί­ω­μα σχε­τι­κό με την  απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­ση των Δω­δε­κα­νή­σων. Πραγ­μα­τι­κά,  όπως ανεν­δοιά­στως προ­κύ­πτει από τις πε­ρι­στά­σεις, υπό τις οποί­ες είχε συ­να­φθεί η Συν­θή­κη Ει­ρή­νης το 1947, η απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­ση των Δω­δε­κα­νή­σων απο­φα­σί­σθη­κε ύστε­ρα από πρό­τα­ση της τότε Σο­βιε­τι­κής Ένω­σης, προ­κει­μέ­νου αυτή να δε­χθεί την πα­ρα­χώ­ρη­σή τους στην Ελ­λά­δα, λόγω των επι­φυ­λά­ξε­ων της σο­βιε­τι­κής πλευ­ράς ανα­φο­ρι­κά με την χρη­σι­μο­ποί­η­σή τους για στρα­τιω­τι­κούς λό­γους από Χώρα του δυ­τι­κού μπλοκ, όπως η Ελ­λά­δα.  Ου­δε­μία, δη­λα­δή, σχέση είχε η πρό­βλε­ψη της απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­σης των Δω­δε­κα­νή­σων με την Τουρ­κία και την ασφά­λειά της.

β2) Τ’ ανω­τέ­ρω ενι­σχύ­ο­νται και από το ότι ου­δέ­πο­τε ζη­τή­θη­κε συ­γκα­τά­θε­ση της Τουρ­κί­ας για εκ­χώ­ρη­ση τέ­τοιου δι­καιώ­μα­τος και ου­δέ­πο­τε, κατά συ­νέ­πεια, υπήρ­ξε εκ μέ­ρους της τέ­τοια συ­γκα­τά­θε­ση.  Την ακρί­βεια του επι­χει­ρή­μα­τος τού­του τεκ­μη­ριώ­νει, και δη αμα­χή­τως, η ίδια η συ­μπε­ρι­φο­ρά της Τουρ­κί­ας.  Πραγ­μα­τι­κά, π.χ. το 1975 η Τουρ­κία είχε απευ­θυν­θεί –βλ. το τουρ­κι­κό Aide Memoire της 3ης Απρι­λί­ου 1975- στα συμ­βαλ­λό­με­να μέρη της Συν­θή­κης Ει­ρή­νης κα­ταγ­γέλ­λο­ντας δήθεν πα­ρα­βιά­σεις της, εκ μέ­ρους της Ελ­λά­δας, στην ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή των Δω­δε­κα­νή­σων.  Η κα­ταγ­γε­λία της αυτή κα­τέ­λη­γε με το εξής: «Ενα­πό­κει­ται στις κυ­βερ­νή­σεις των συμ­βαλ­λο­μέ­νων χωρών… να απαι­τή­σουν από την Ελ­λη­νι­κή Κυ­βέρ­νη­ση να συμ­μορ­φω­θεί στο πνεύ­μα και στο γράμ­μα» της Συν­θή­κης Ει­ρή­νης.  Και μόνο από την δια­τύ­πω­ση αυτή προ­κύ­πτει, κα­τα­φα­νώς, πως ούτε η ίδια η Τουρ­κία ισχυ­ρί­σθη­κε ότι αντλεί δι­καί­ω­μα προ­ερ­χό­με­νο εκ της Συν­θή­κης Ει­ρή­νης, ως προς το κα­θε­στώς των Δω­δε­κα­νή­σων.  Η δε «εκ­κω­φα­ντι­κή» σιωπή των συμ­βαλ­λό­με­νων μερών σε αυτή την «κα­ταγ­γε­λία» της Τουρ­κί­ας βε­βαιώ­νει του λόγου το ασφα­λές.

 

ΙΙ. Η έν­νοια της «νό­μι­μης άμυ­νας» ένα­ντι «επι­κεί­με­νης απει­λής» και, a fortiori, «απει­λής χρή­σης βίας».

Πέραν των λοι­πών νο­μι­κών θε­με­λί­ων, κατά τις ει­δι­κό­τε­ρες δια­τά­ξεις του Διε­θνούς Δι­καί­ου, η Ελ­λά­δα νο­μι­μο­ποιεί­ται να θω­ρα­κί­ζει αμυ­ντι­κώς και τα Νησιά της στο Αι­γαίο, ασκώ­ντας το σχε­τι­κό δι­καί­ω­μα που της πα­ρέ­χουν ει­δι­κές δια­τά­ξεις του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ.

 

THARRI TV

ΠΡ.ΠΑΥ­ΛΟ­ΠΟΥ­ΛΟΣ -ΚΑ­ΣΤΕΛ­ΛΟ­ΡΙ­ΖΟ 19-09-2020

Α. Το νο­μι­κό θε­μέ­λιο των δια­τά­ξε­ων του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ.

Πρό­κει­ται για δι­καί­ω­μα, το οποίο έχει γεν­νη­θεί υπέρ της Ελ­λά­δας προ πολ­λών δε­κα­ε­τιών, δε­δο­μέ­νης της δια­χρο­νι­κής τουρ­κι­κής επι­θε­τι­κό­τη­τας και προ­κλη­τι­κό­τη­τας.  Ιδίως όμως έχει θε­με­λιω­θεί, με αμά­χη­τα τεκ­μή­ρια, ύστε­ρα από την τουρ­κι­κή ει­σβο­λή και κα­το­χή στην Κύπρο, το 1974, κα­τε­ξο­χήν δε μετά την «σύ­να­ψη», το 2019, του λε­γό­με­νου «τουρ­κο­λι­βυ­κού μνη­μο­νί­ου», με­τα­ξύ της Τουρ­κί­ας και του φε­ρό­με­νου ως πρω­θυ­πουρ­γού της Λι­βύ­ης.

1.  Και τούτο, διότι αυτή και μόνη η τουρ­κι­κή ει­σβο­λή και κα­το­χή στην Κύπρο -και για όσο χρο­νι­κό διά­στη­μα συ­νε­χί­ζε­ται -συ­νι­στά, οπωσ­δή­πο­τε, απρο­κά­λυ­πτη «επι­κεί­με­νη απει­λή» κατά της Ελ­λά­δας ή και σαφή «απει­λή χρή­σης βίας» ενα­ντί­ον της.

α) Ενώ η διαρ­κώς διευ­ρυ­νό­με­νη τουρ­κι­κή προ­κλη­τι­κό­τη­τα και επι­θε­τι­κό­τη­τα στο Αι­γαίο, κυ­ρί­ως σε ό,τι αφορά την αμ­φι­σβή­τη­ση των κυ­ριαρ­χι­κών και άλλων δι­καιω­μά­των της Ελ­λά­δας ως προς την υφα­λο­κρη­πί­δα και τις θα­λάσ­σιες  ζώνες- με απο­κο­ρύ­φω­μα την Απο­κλει­στι­κή Οι­κο­νο­μι­κή Ζώνη- διαιω­νί­ζει και επι­τεί­νει την προ­μνη­μο­νευό­με­νη «επι­κεί­με­νη απει­λή» εκ μέ­ρους της.

β) Ιδίως δε μετά την «σύ­να­ψη» του νο­μι­κώς ανυ­πό­στα­του «τουρ­κο­λι­βυ­κού μνη­μο­νί­ου», η συ­μπε­ρι­φο­ρά της Τουρ­κί­ας έχει υπερ­βεί κάθε όριο προ­κλη­τι­κό­τη­τας και ωμής πα­ρα­βί­α­σης του Διε­θνούς Δι­καί­ου, κυ­ρί­ως δε του Δι­καί­ου της Θά­λασ­σας κατά την Συν­θή­κη του Montego Bay του 1982.  Συν­θή­κη, η οποία δε­σμεύ­ει, ως προς όλες τις δια­τά­ξεις της, και την Τουρ­κία, μο­λο­νό­τι δεν έχει προ­σχω­ρή­σει σε αυτή.  Και τούτο διότι η ως άνω Συν­θή­κη, λόγω του με­γά­λου αριθ­μού των Κρα­τών-Μελών του ΟΗΕ που έχουν προ­σχω­ρή­σει σε αυτήν -ως και η Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση έχει προ­σχω­ρή­σει, ως αυ­το­τε­λές νο­μι­κό πρό­σω­πο, ήδη από το 1998- πα­ρά­γει, σύμ­φω­να με την νο­μο­λο­γία του Διε­θνούς Δι­κα­στη­ρί­ου της Χάγης, γε­νι­κώς δε­σμευ­τι­κούς εθι­μι­κούς κα­νό­νες ή, κατά την ορ­θό­τε­ρη άποψη, εξί­σου δε­σμευ­τι­κούς «γε­νι­κώς πα­ρα­δε­δεγ­μέ­νους κα­νό­νες του Διε­θνούς Δι­καί­ου».

2. Το δι­καί­ω­μα αυτό της Ελ­λά­δας θε­με­λιώ­νε­ται στις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ, οι οποί­ες κα­θιε­ρώ­νουν –και μά­λι­στα ως jus cogens- το δι­καί­ω­μα της «νό­μι­μης άμυ­νας» Κρά­τους-Μέ­λους του ΟΗΕ και σε πε­ρί­πτω­ση «επι­κεί­με­νης απει­λής», πολλώ δε μάλ­λον σε πε­ρί­πτω­ση «απει­λής χρή­σης βίας».

α) Παρά την δια­τύ­πω­ση των ως άνω δια­τά­ξε­ων που, prima faciae, φαί­νε­ται να θέ­τουν ως προ­ϋ­πό­θε­ση προ­σφυ­γής στην δια­δι­κα­σία της κατά τ’ ανω­τέ­ρω «νό­μι­μης άμυ­νας» την εκ­δη­λω­μέ­νη ένο­πλη επί­θε­ση, η με­γά­λη πλειο­ψη­φία των διε­θνο­λό­γων αλλά και η ίδια η διε­θνής πρα­κτι­κή δέ­χο­νται, ότι για την άσκη­ση του δι­καιώ­μα­τος τού­του αρκεί και η «επι­κεί­με­νη απει­λή», πολλώ μάλ­λον η «απει­λή χρή­σης βίας», η οποία και συ­νι­στά ευ­θεία πα­ρα­βί­α­ση των δια­τά­ξε­ων του άρ­θρου 2 παρ. 4 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ.  Έτσι π.χ. οι ΗΠΑ, μετά τις τρο­μο­κρα­τι­κές επι­θέ­σεις της 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου 2001, προ­σέ­φυ­γαν στην άσκη­ση του δι­καιώ­μα­τος «νό­μι­μης άμυ­νας» –και μά­λι­στα χωρίς χρο­νι­κό πε­ριο­ρι­σμό, αφού η απει­λή εμ­φα­νί­σθη­κε επι­κεί­με­νη επ’ αό­ρι­στο- ως νό­μι­μης προ­λη­πτι­κής δρά­σης λόγω επι­κεί­με­νης απει­λής και, κατ’ ακο­λου­θία, επι­κεί­με­νης επί­θε­σης. Την άποψη αυτή υιο­θέ­τη­σε πλή­ρως ο ίδιος ο Γε­νι­κός Γραμ­μα­τέ­ας του ΟΗΕ, δη­λώ­νο­ντας –στις 21 Μαρ­τί­ου 2005- με­τα­ξύ άλλων και ότι: «Επι­κεί­με­νες απει­λές κα­λύ­πτο­νται πλή­ρως από το άρθρο 51, το οποίο δια­σφα­λί­ζει το φυ­σι­κό δι­καί­ω­μα των κυ­ρί­αρ­χων κρα­τών να αμυν­θούν ενα­ντί­ον ένο­πλης επί­θε­σης».

β) Ενό­ψει των προ­ε­κτε­θέ­ντων, a fortiori η Ελ­λά­δα νο­μι­μο­ποιεί­ται, όταν και εφό­σον το κρί­νει σκό­πι­μο για την άμυνά της, να κάνει χρήση και ως προς τα Νησιά της στο Αι­γαίο, εν γένει, του κατά τις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ δι­καιώ­μα­τος «νό­μι­μης άμυ­νας» ένα­ντι της Τουρ­κί­ας, δίχως μά­λι­στα χρο­νι­κό πε­ριο­ρι­σμό.  Και τούτο διότι, ιδίως μετά το 1974, κατά τ’ ανω­τέ­ρω, η «απει­λή χρή­σης βίας» εκ μέ­ρους της Τουρ­κί­ας –άρα και η συ­να­κό­λου­θη «επι­κεί­με­νη απει­λή»- είναι αφε­νός κάτι πα­ρα­πά­νω από προ­φα­νής, και δη με επα­νει­λημ­μέ­νες και δια­φό­ρων μορ­φών προ­κλή­σεις.  Και, αφε­τέ­ρου, διαρ­κής, όπως κα­τα­δει­κνύ­ει ακόμη και η ση­με­ρι­νή τουρ­κι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά στο Αι­γαίο, ιδίως μετά την «σύ­να­ψη» του νο­μι­κώς ανυ­πό­στα­του «τουρ­κο­λι­βυ­κού μνη­μο­νί­ου». Συ­μπε­ρι­φο­ρά, η οποία λόγω της αυ­θαί­ρε­της προ­σπά­θειας της Τουρ­κί­ας να εφαρ­μό­σει στην πράξη το νο­μι­κώς ανυ­πό­στα­το «τουρ­κο­λι­βυ­κό μνη­μό­νιο», φέρει όλα τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και  της «απει­λής χρή­σης βίας», υπό την ανω­τέ­ρω εκτε­θεί­σα έν­νοια.

γ) Πρό­σθε­τη από­δει­ξη αυτών συ­νι­στά και το γε­γο­νός του, εντε­λώς αντί­θε­του με κάθε έν­νοια του Διε­θνούς Δι­καί­ου, «casus belli» της Τουρ­κί­ας, ως προς την επέ­κτα­ση της Αι­για­λί­τι­δας Ζώνης της Ελ­λά­δας.  Το ως άνω το «casus belli», πέραν του ότι απο­φα­σί­σθη­κε -στις 8.6.1995, αμέ­σως μετά την θέση σε ισχύ της Συν­θή­κη του Montego Bay του 1982 για το Δί­καιο της Θά­λασ­σας- από την τουρ­κι­κή Εθνο­συ­νέ­λευ­ση κατά τρόπο αντί­θε­το ακόμη και με αυτό τούτο το σύ­νταγ­μα της Τουρ­κί­ας, συ­νι­στά έκτο­τε διαρ­κή «απει­λή χρή­σης βίας» ενα­ντί­ον της Ελ­λά­δας για τον εξής λόγο: Στην ουσία, η Τουρ­κία δη­λώ­νει μέσω αυτού ότι απο­τε­λεί «αιτία πο­λέ­μου» η εκ μέ­ρους της Ελ­λά­δας άσκη­ση του ανα­φαί­ρε­του, κατά το Δί­καιο της Θά­λασ­σας, δι­καιώ­μα­τός της να επε­κτεί­νει την Αι­για­λί­τι­δα Ζώνη της στα 12 ναυ­τι­κά μίλια.  Υπό τα δε­δο­μέ­να αυτά, το ανω­τέ­ρω «casus belli» απο­τε­λεί «επι­το­μή» της «απει­λής χρή­σης βίας», κατά το Διε­θνές Δί­καιο, ιδίως δε κατά τις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ.

δ) Τέλος, την προ­α­να­φε­ρό­με­νη «επι­κεί­με­νη απει­λή» ή και «απει­λή χρή­σης βίας», εκ μέ­ρους της Τουρ­κί­ας και ενα­ντί­ον της Ελ­λά­δας, ολο­κλη­ρώ­νει ο σχη­μα­τι­σμός της λε­γό­με­νης τουρ­κι­κής «Στρα­τιάς του Αι­γαί­ου», τον Ιού­λιο του 1975, και μά­λι­στα με πο­λυά­ριθ­μες αμ­φί­βιες δυ­νά­μεις.  Πρό­κει­ται για με­τε­ξέ­λι­ξη και με­το­νο­μα­σία της 4ης Στρα­τιάς (4. Ordu) της Τουρ­κί­ας, η οποία εδρεύ­ει στην Σμύρ­νη και, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, έχει ορ­γα­νω­θεί προ­κει­μέ­νου να εκ­παι­δεύ­ει τον τουρ­κι­κό στρα­τό για εν­δε­χό­με­νη επί­θε­ση ενα­ντί­ον των Ελ­λη­νι­κών Νη­σιών του Αι­γαί­ου.

 

Β. Οι δια­τά­ξεις του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ ως μέρος του Ευ­ρω­παϊ­κού Κε­κτη­μέ­νου και οι έν­νο­μες συ­νέ­πειες για την αμυ­ντι­κή θω­ρά­κι­ση των Ελ­λη­νι­κών Νη­σιών του Αι­γαί­ου.

Οι προ­α­να­φε­ρό­με­νες δια­τά­ξεις του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ, πέραν της κατά τ’ ανω­τέ­ρω αυ­το­τε­λούς κα­νο­νι­στι­κής τους ισχύ­ος από πλευ­ράς Διε­θνούς Δι­καί­ου, πα­ρά­γουν έν­νο­μα απο­τε­λέ­σμα­τα και ως μέρος του Ευ­ρω­παϊ­κού Κε­κτη­μέ­νου.  Και τούτο διότι οι δια­τά­ξεις του άρ­θρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ πα­ρα­πέ­μπουν ευ­θέ­ως στις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ, κατά την ορ­γά­νω­ση και θέση σε λει­τουρ­γία της ρή­τρας «αμοι­βαί­ας άμυ­νας» με­τα­ξύ των Κρα­τών-Μελών της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης.  Όπως είναι προ­φα­νές, η «όσμω­ση» αυτή Διε­θνούς και Ευ­ρω­παϊ­κού Δι­καί­ου, στο πεδίο εφαρ­μο­γής των δια­τά­ξε­ων του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ, έχει ση­μα­ντι­κές έν­νο­μες συ­νέ­πειες ως προς την Ελ­λά­δα. Και τούτο, τόσο σε ό,τι αφορά την ενερ­γο­ποί­η­ση της ρή­τρας «Αμοι­βαί­ας Άμυ­νας» απέ­να­ντι στην «επι­κεί­με­νη απει­λή» ή και στην «απει­λή χρή­σης βίας» εκ μέ­ρους της Τουρ­κί­ας, όσο και σε ό,τι αφορά την ίδια την αμυ­ντι­κή θω­ρά­κι­ση των Ελ­λη­νι­κών Νη­σιών του Αι­γαί­ου τα οποία, αυ­το­νο­ή­τως, απο­τε­λούν μέρος και της Ευ­ρω­παϊ­κής Επι­κρά­τειας.  Συ­γκε­κρι­μέ­να:

1. Την προ­μνη­μο­νευό­με­νη ρήτρα «Αμοι­βαί­ας Άμυ­νας» («Mutual Defence» clause), στο πλαί­σιο του Ευ­ρω­παϊ­κού Δι­καί­ου, δια­μορ­φώ­νουν ρυθ­μι­στι­κώς, στην ολο­κλη­ρω­μέ­νη μορφή της που συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει -φυ­σι­κά συ­μπλη­ρω­μα­τι­κώς, και με εντε­λώς δευ­τε­ρεύ­ου­σα ση­μα­σία στην προ­κεί­με­νη πε­ρί­πτω­ση- και την ρήτρα «Αλ­λη­λεγ­γύ­ης» («Solidarity» clause), οι δια­τά­ξεις:

α) Του άρ­θρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ, κατά τις οποί­ες: «Σε πε­ρί­πτω­ση κατά την οποία κρά­τος-μέλος δε­χθεί ένο­πλη επί­θε­ση στο έδα­φός του, τα άλλα κράτη-μέλη οφεί­λουν να του πα­ρά­σχουν βο­ή­θεια και συν­δρο­μή με όλα τα μέσα που έχουν στην διά­θε­σή τους, σύμ­φω­να με το άρθρο 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη των Ηνω­μέ­νων Εθνών».

β) Του άρ­θρου 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, κατά τις οποί­ες: «Η Ένωση και τα κράτη μέλη της ενερ­γούν από κοι­νού, με πνεύ­μα αλ­λη­λεγ­γύ­ης, εάν ένα κρά­τος μέλος δε­χθεί τρο­μο­κρα­τι­κή επί­θε­ση ή πλη­γεί από φυ­σι­κή ή αν­θρω­πο­γε­νή κα­τα­στρο­φή.  Η Ένωση κι­νη­το­ποιεί όλα τα μέσα που έχει στη διά­θε­σή της, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των στρα­τιω­τι­κών μέσων που θέ­τουν στη διά­θε­σή της τα κράτη μέλη, για: α) την πρό­λη­ψη τρο­μο­κρα­τι­κής απει­λής στο έδα­φος των κρα­τών μελών, την προ­στα­σία των δη­μο­κρα­τι­κών θε­σμών και του άμα­χου πλη­θυ­σμού από εν­δε­χό­με­νη τρο­μο­κρα­τι­κή επί­θε­ση, την πα­ρο­χή συν­δρο­μής σε κρά­τος μέλος στο έδα­φός του, μετά από αί­τη­ση των πο­λι­τι­κών του αρχών, σε πε­ρί­πτω­ση τρο­μο­κρα­τι­κής επί­θε­σης, β) την πα­ρο­χή συν­δρο­μής σε κρά­τος μέλος στο έδα­φός του μετά από αί­τη­ση των πο­λι­τι­κών του αρχών, σε πε­ρί­πτω­ση φυ­σι­κής ή αν­θρω­πο­γε­νούς κα­τα­στρο­φής».

2. Οι συν­δυα­στι­κώς -αλλά και συ­μπλη­ρω­μα­τι­κώς, όπως προ­ε­κτέ­θη­κε- εφαρ­μο­ζό­με­νες ρή­τρες «Αμοι­βαί­ας Άμυ­νας» και «Αλ­λη­λεγ­γύ­ης» είναι, από πλευ­ράς κα­νο­νι­στι­κής ισχύ­ος, πλή­ρεις leges perfectae, άρα δε­σμευ­τι­κές στο ακέ­ραιο.

α) Τούτο προ­κύ­πτει κυ­ρί­ως από την Γνώμη, την οποία δια­τύ­πω­σε -ύστε­ρα από σχε­τι­κό αί­τη­μα προς τούτο- η Νο­μι­κή Υπη­ρε­σία του Ευ­ρω­παϊ­κού Συμ­βου­λί­ου, το 2016.  Για την ακρί­βεια, στις 12.7.2016 η Νο­μι­κή Υπη­ρε­σία του Ευ­ρω­παϊ­κού Συμ­βου­λί­ου απο­φάν­θη­κε, με σειρά τεκ­μη­ριω­μέ­νων νο­μι­κών συλ­λο­γι­σμών, ότι οι κατά τ’ ανω­τέ­ρω ρή­τρες πα­ρά­γουν πλήρη έν­νο­μα απο­τε­λέ­σμα­τα, εφό­σον συ­ντρέ­χουν οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις εφαρ­μο­γής τους σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις των άρ­θρων 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, αντι­στοί­χως.

β) Κατά την ίδια Γνώμη, η θέση σ’ εφαρ­μο­γή του μη­χα­νι­σμού των ρητών «Αμοι­βαί­ας Άμυ­νας» και «Αλ­λη­λεγ­γύ­ης» μπο­ρεί να οδη­γή­σει στην εφαρ­μο­γή σει­ράς μέ­τρων, ιδίως δε δι­πλω­μα­τι­κών, διοι­κη­τι­κών, τε­χνι­κών και -κατ’ εξο­χήν μά­λι­στα- στρα­τιω­τι­κών, δια της ενερ­γο­ποί­η­σης των κατά πε­ρί­πτω­ση ένο­πλων δυ­νά­με­ων.  Πρέ­πει δε να επι­ση­μαν­θεί μ’ έμ­φα­ση, ότι η ως άνω ενερ­γο­ποί­η­ση μέσων και ένο­πλων δυ­νά­με­ων προ­βλέ­πε­ται ρητώς από τις δια­τά­ξεις των άρ­θρων 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ.

β1) Είναι άκρως εν­δει­κτι­κό, ότι στην πρό­σφα­τη Συν­θή­κη του Aachen, του 2019, με­τα­ξύ Γαλ­λί­ας και Γερ­μα­νί­ας, η οποία τέ­θη­κε σε ισχύ τον Ια­νουά­ριο του 2020 -και ει­δι­κό­τε­ρα στο άρθρο 4 εδά­φιο β΄ αυτής, που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στο Κε­φά­λαιο 2 «Ει­ρή­νη, Ασφά­λεια και Ανά­πτυ­ξη»- θε­σπί­ζε­ται ρήτρα αμοι­βαί­ας αμυ­ντι­κής συν­δρο­μής, «συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της χρή­σης στρα­τιω­τι­κής δύ­να­μης», σε πε­ρί­πτω­ση ένο­πλης επί­θε­σης στην επι­κρά­τεια ενός εκ των Μερών, υπό το πρί­σμα, όπως ορί­ζε­ται επί λέξει στο πρώτο εδά­φιο του ίδιου άρ­θρου, των υπο­χρε­ώ­σε­ων των δύο Κρα­τών όχι μόνο με βάση το άρθρο 5 της Συν­θή­κης του ΝΑΤΟ, αλλά και με βάση το άρθρο 42 παρ. 7 της ΣΕΕ.

β2) Μά­λι­στα η Κα­γκε­λά­ριος Α. Merkel, στις δη­λώ­σεις της κατά την υπο­γρα­φή της Συν­θή­κης, ανέ­φε­ρε, όσον αφορά ει­δι­κό­τε­ρα τις δια­τά­ξεις του 2ου Κε­φα­λαί­ου για την αμυ­ντι­κή συ­νερ­γα­σία Γαλ­λί­ας και Γερ­μα­νί­ας, ότι πρό­κει­ται για την «συ­νει­σφο­ρά της Γερ­μα­νί­ας στην έλευ­ση ενός Ευ­ρω­παϊ­κού Στρα­τού».

γ) Ου­σια­στι­κώς, η ρήτρα «Αμοι­βαί­ας Άμυ­νας» -όπως κα­το­χυ­ρώ­νε­ται στο άρθρο 42 παρ. 7 της ΣΕΕ,  με την πα­ρα­πο­μπή και στο άρθρο 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ- συ­νι­στά εφαρ­μο­στέο δί­καιο και στις δι­με­ρείς δια­κρα­τι­κές συμ­φω­νί­ες των Κρα­τών-Μελών της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης, οι οποί­ες, ου­σια­στι­κώς, προ­λειαί­νουν το έδα­φος της δια­μόρ­φω­σης μιας κοι­νής αμυ­ντι­κής πο­λι­τι­κής της ίδιας της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης.

3. Από πλευ­ράς πρα­κτι­κής εφαρ­μο­γής των δια­τά­ξε­ων των άρ­θρων 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, ως προς τις ρή­τρες «Αμοι­βαί­ας Άμυ­νας» και «Αλ­λη­λεγ­γύ­ης», υφί­στα­νται ως τώρα δύο, του­λά­χι­στον, άκρως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα:

α) Τον Νο­έμ­βριο του 2015, μετά τις πο­λύ­νε­κρες τρο­μο­κρα­τι­κές επι­θέ­σεις στο Πα­ρί­σι, η Γαλ­λία, δια του Προ­έ­δρου της François Hollande, ζή­τη­σε και πέ­τυ­χε την ενερ­γο­ποί­η­ση της εφαρ­μο­γής της ρή­τρας «Αμοι­βαί­ας Άμυ­νας» του άρ­θρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ.  Ας ση­μειω­θεί, ότι η Γαλ­λία στη­ρί­χθη­κε, εν προ­κει­μέ­νω, και στο προη­γού­με­νο της εφαρ­μο­γής των δια­τά­ξε­ων του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ από τις ΗΠΑ, κατά το τρο­μο­κρα­τι­κό χτύ­πη­μα στους Δί­δυ­μους Πύρ­γους στις 11 Σε­πτεμ­βρί­ου 2001, όπως ήδη επι­ση­μάν­θη­κε.   Το­νί­ζε­ται, ότι η Γαλ­λι­κή Κυ­βέρ­νη­ση απο­φά­σι­σε, συ­νει­δη­τά, να επι­κα­λε­σθεί απο­κλει­στι­κώς την ρήτρα «Αμοι­βαί­ας Άμυ­νας» του άρ­θρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και όχι την αντί­στοι­χη ρήτρα του άρ­θρου 5 του Βο­ρειο­α­τλα­ντι­κού Συμ­φώ­νου.  Μά­λι­στα, ο τότε Υπουρ­γός Άμυ­νας και νυν Υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών της Γαλ­λί­ας Jean-Yves Le Drian, ανέ­φε­ρε σε δή­λω­σή του ότι «η Γαλ­λία δεν μπο­ρεί να κάνει τα πάντα», επι­κα­λού­με­νος ευ­θέ­ως, ως προς την πα­ρο­χή στρα­τιω­τι­κής συν­δρο­μής των Κρα­τών-Μελών της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης, τις αυ­ξη­μέ­νες επι­χει­ρη­σια­κές ανά­γκες για την κα­τα­πο­λέ­μη­ση της ισλα­μι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας στην Μέση Ανα­το­λή και στην Αφρι­κή.  Στο «κά­λε­σμα» αυτό αντα­πο­κρί­θη­καν πολλά Κράτη-Μέλη της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης.

β) Ως τέ­τοιο προη­γού­με­νο μπο­ρεί να χα­ρα­κτη­ρι­σθεί και η ανα­φο­ρά στις προ­μνη­μο­νευό­με­νες ρή­τρες κατά την διάρ­κεια της Συ­νό­δου των Υπουρ­γών Άμυ­νας της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης, στις 16.6.2020, και μά­λι­στα ακρι­βώς ενό­ψει των κρί­σι­μων δε­δο­μέ­νων που έχει δη­μιουρ­γή­σει η τουρ­κι­κή προ­κλη­τι­κό­τη­τα στο Αι­γαίο και στην Ανα­το­λι­κή Με­σό­γειο.  Ει­δι­κό­τε­ρα, στο στοι­χείο 6 των συ­μπε­ρα­σμά­των η Σύ­νο­δος αυτή: «Επα­να­λαμ­βά­νει την ση­μα­σία της αλ­λη­λο­βο­ή­θειας ή και αλ­λη­λεγ­γύ­ης, σύμ­φω­να με τις προ­βλέ­ψεις του άρ­θρου 42(7) της ΣΕΕ και του άρ­θρου 222 της ΣΛΕΕ.  Και συμ­φω­νεί να συ­νε­χι­σθεί η προ­σπά­θεια για μια κοινή κα­τα­νό­η­ση του άρ­θρου 42(7) της ΣΕΕ καθώς και την συ­να­γω­γή των σχε­τι­κών δι­δαγ­μά­των, οι­κο­δο­μώ­ντας πο­λι­τι­κές, βα­σι­σμέ­νες σε συ­γκε­κρι­μέ­να σε­νά­ρια κατά τους προ­σε­χείς μήνες».

4. Υπό το φως των προη­γού­με­νων δια­πι­στώ­σε­ων κα­θί­στα­ται προ­φα­νές και ότι:

α) Το δι­καί­ω­μα της Ελ­λά­δας να θω­ρα­κί­ζει αμυ­ντι­κώς όλα, ανε­ξαι­ρέ­τως, τα Νησιά της στο Αι­γαίο βρί­σκει έρει­σμα και στο Ευ­ρω­παϊ­κό Δί­καιο, μέσω του Ευ­ρω­παϊ­κού Κε­κτη­μέ­νου που πε­ρι­λαμ­βά­νει τις κρί­σι­μες, ως προς τούτο, δια­τά­ξεις του Διε­θνούς Δι­καί­ου.

α1)Και για την ακρί­βεια, η ευ­θεία ανα­φο­ρά των δια­τά­ξε­ων του άρ­θρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ στις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ συ­νε­πά­γε­ται και  το ότι η Ελ­λά­δα δι­καιού­ται να θω­ρα­κί­ζει αμυ­ντι­κώς τα Νησιά του Αι­γαί­ου και με βάση το Ευ­ρω­παϊ­κό Δί­καιο, υπό τους όρους και τις  προ­ϋ­πο­θέ­σεις της πα­γιω­μέ­νης πλέον ερ­μη­νεί­ας των δια­τά­ξε­ων του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ.  Ήτοι όχι μόνον όταν υπάρ­χει ευ­θεία επί­θε­ση ενα­ντί­ον των Νη­σιών του Αι­γαί­ου, αλλά και όταν υπάρ­χει «επι­κεί­με­νη απει­λή» ή, a fortiori, «απει­λή χρή­σης βίας».  Και η ση­με­ρι­νή στάση της Τουρ­κί­ας, η οποία δια­κρί­νε­ται για την πρω­τό­γνω­ρη προ­κλη­τι­κό­τη­τά της, όχι μόνο φθά­νει στα όρια της «επι­κεί­με­νης απει­λής» αλλά και τα υπερ­βαί­νει κατά πολύ, του­λά­χι­στον στον βαθμό «απει­λής χρή­σης βίας».

α2) Την θέση αυτή επι­βε­βαιώ­νουν, «πα­νη­γυ­ρι­κώς», και τα συ­μπε­ρά­σμα­τα της Ευ­ρω­με­σο­γεια­κής Διά­σκε­ψης της 10ης Σε­πτεμ­βρί­ου 2020 στο Αιά­κειο της Κορ­σι­κής, στο μέτρο που δια­πι­στώ­νουν ότι, υπό την τρέ­χου­σα συ­γκυ­ρία, η Τουρ­κία προ­βαί­νει σε, κατά συρ­ρο­ήν μά­λι­στα, πα­ρα­βιά­σεις της Κυ­ριαρ­χί­ας και των κυ­ριαρ­χι­κών δι­καιω­μά­των της Ελ­λά­δας και της Κύ­πρου.  Ει­δι­κό­τε­ρα, στην πα­ρά­γρα­φο 6 των ως άνω συ­μπε­ρα­σμά­των ανα­φέ­ρε­ται, με­τα­ξύ άλλων, ότι οι συμ­με­τέ­χο­ντες: «Εκ­φρά­ζουν την πλήρη στή­ρι­ξη και αλ­λη­λεγ­γύη τους στην Ελ­λά­δα και στην Κύπρο, για τις επα­νει­λημ­μέ­νες πα­ρα­βιά­σεις κυ­ριαρ­χί­ας και κυ­ριαρ­χι­κών δι­καιω­μά­των όπως και για τις επι­θε­τι­κές ενέρ­γειες της Τουρ­κί­ας». Συ­να­κό­λου­θα, η Ελ­λά­δα δι­καιού­ται να θω­ρα­κί­ζει αμυ­ντι­κώς τα Νησιά του Αι­γαί­ου τόσο με βάση το Διε­θνές, όσο και με βάση το Ευ­ρω­παϊ­κό Δί­καιο.

β) Επει­δή οι δια­τά­ξεις του άρ­θρου 42 παρ. 7 της ΣΕΕ πα­ρα­πέ­μπουν ευ­θέ­ως στις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ, ως προς την ενερ­γο­ποί­η­ση του μη­χα­νι­σμού της ρή­τρας «Αμοι­βαί­ας Άμυ­νας» -συν­δυα­στι­κώς δε και συ­μπλη­ρω­μα­τι­κώς και του μη­χα­νι­σμού της ρή­τρας «Αλ­λη­λεγ­γύ­ης»- κα­θί­στα­ται προ­φα­νές και τούτο:

β1) Λόγω του ότι  η προ­κλη­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά της Τουρ­κί­ας βρί­σκε­ται μέσα στα όρια -ή και υπερ­βαί­νει πλέον τα όρια- της «επι­κεί­με­νης απει­λής», η Ελ­λά­δα δι­καιού­ται, ανά πάσα στιγ­μή και κατά την κρίση της, να ζη­τή­σει από τ’ αρ­μό­δια όρ­γα­να της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης την ενερ­γο­ποί­η­ση του μη­χα­νι­σμού της ρή­τρας «Αμοι­βαί­ας Άμυ­νας», σε συν­δυα­σμό -όταν και εφό­σον τούτο δι­καιο­λο­γεί­ται από τις πε­ρι­στά­σεις, κάτι που, βε­βαί­ως, δεν συ­ντρέ­χει στην ερευ­νώ­με­νη εν προ­κει­μέ­νω πε­ρί­πτω­ση- με την ενερ­γο­ποί­η­ση του μη­χα­νι­σμού της ρή­τρας «Αλ­λη­λεγ­γύ­ης», κατά τις δια­τά­ξεις των άρ­θρων, αντι­στοί­χως, 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ.

β2) Το συ­μπέ­ρα­σμα τούτο, στο πλαί­σιο εφαρ­μο­γής του Ευ­ρω­παϊ­κού Δι­καί­ου, ενι­σχύ­ε­ται κα­τα­λυ­τι­κώς και από όλες τις δη­λώ­σεις των ορ­γά­νων της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης αλλά και με­μο­νω­μέ­νων Ευ­ρω­παί­ων Αξιω­μα­τού­χων, οι οποί­ες ανα­φέ­ρο­νται ευ­θέ­ως στην τουρ­κι­κή αυ­θαι­ρε­σία εις βάρος της Ελ­λά­δας.  Ιδίως δε ενι­σχύ­ο­νται από τα προ­μνη­μο­νευό­με­να συ­μπε­ρά­σμα­τα της Ευ­ρω­με­σο­γεια­κής Διά­σκε­ψης της 10ης Σε­πτεμ­βρί­ου 2020 στο Αιά­κειο της Κορ­σι­κής.

Η ανά­λυ­ση που προη­γή­θη­κε μπο­ρεί να συ­μπυ­κνω­θεί στ’ ακό­λου­θα συ­μπε­ρά­σμα­τα:

Α. Αδια­πραγ­μά­τευ­τη Εθνι­κή μας Θέση είναι ότι με­τα­ξύ Ελ­λά­δας και Τουρ­κί­ας υφί­στα­ται μια, και μόνη, δια­φο­ρά, εκεί­νη της οριο­θέ­τη­σης της νη­σιω­τι­κής υφα­λο­κρη­πί­δας και των αντί­στοι­χων θα­λάσ­σιων ζωνών.  Ου­δέ­να δε ζή­τη­μα υφί­στα­ται ως προς την αμυ­ντι­κή θω­ρά­κι­ση των Ελ­λη­νι­κών Νη­σιών του Αι­γαί­ου.

1. Η Ελ­λά­δα έχει το δι­καί­ω­μα -αλλά και την υπο­χρέ­ω­ση, αφού τούτο αφορά την προ­στα­σία της Ελ­λη­νι­κής Επι­κρά­τειας- τόσο για δικό της λο­γα­ρια­σμό όσο και απέ­να­ντι στην Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση ως πλή­ρες Κρά­τος-Μέλος της, να θω­ρα­κί­ζει αμυ­ντι­κώς όλα, ανε­ξαι­ρέ­τως, τα Νησιά της στο Αι­γαίο, ανε­ξαρ­τή­τως της έκτα­σης του εδά­φους τους και του αν κα­τοι­κού­νται ή όχι. Το δι­καί­ω­μα αυτό στη­ρί­ζε­ται στις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού χάρτη του ΟΗΕ, οι οποί­ες κα­το­χυ­ρώ­νουν το δι­καί­ω­μα Κρά­τους-Μέ­λους του ΟΗΕ περί «νό­μι­μης άμυ­νας» όχι μόνο σε πε­ρί­πτω­ση ένο­πλης επί­θε­σης ενα­ντί­ον του, αλλά και σε πε­ρί­πτω­ση «απει­λής χρή­σης βίας» ή ακόμη και «επι­κεί­με­νης απει­λής», όπως προ­κύ­πτει από την πρα­κτι­κή αυτού τού­του του ΟΗΕ.  Και είναι δε­δο­μέ­νο ότι η Τουρ­κία, ιδίως μετά την ει­σβο­λή στην Κύπρο το 1974, το εντε­λώς αυ­θαί­ρε­το «casus belli» ως προς την επέ­κτα­ση της Αι­για­λί­τι­δας Ζώνης και τον σχη­μα­τι­σμό της «Στρα­τιάς το Αι­γαί­ου», απει­λεί δια­χρο­νι­κώς και ευ­θέ­ως την Ελ­λά­δα, και με την χρήση βίας -όπως απο­δει­κνύ­ει, επι­προ­σθέ­τως, η πρό­σφα­τη στάση της, μετά την «σύ­να­ψη» του λε­γό­με­νου «τουρ­κο­λι­βυ­κού μνη­μο­νί­ου»- πα­ρα­βιά­ζο­ντας ευ­θέ­ως το Διε­θνές Δί­καιο και, κατ’ εξο­χήν, το Δί­καιο της Θά­λασ­σας κατά την Συν­θή­κη του Montego Bay του 1982.  Συν­θή­κη, η οποία δε­σμεύ­ει και την Τουρ­κία, μέσω γε­νι­κώς πα­ρα­δε­δεγ­μέ­νων κα­νό­νων του Διε­θνούς Δι­καί­ου.

2. Πέραν τού­των, η Τουρ­κία ου­δό­λως και καθ’ οιον­δή­πο­τε τρόπο μπο­ρεί να επι­κα­λεί­ται την Σύμ­βα­ση Ει­ρή­νης των Πα­ρι­σί­ων του 1947, δια της οποί­ας πα­ρα­χω­ρή­θη­καν τα Δω­δε­κά­νη­σα στην Ελ­λά­δα.  Και αυτό επει­δή η Τουρ­κία δεν υπήρ­ξε συμ­βαλ­λό­με­νο μέρος στην ως άνω Συν­θή­κη, η οποία έχει συ­να­φθεί με­τα­ξύ των Συμ­μά­χων νι­κη­τών του Β΄ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου και της Ιτα­λί­ας.  A fortiori, η Τουρ­κία οφεί­λει να σέ­βε­ται, στο ακέ­ραιο, την Συν­θή­κη Ει­ρή­νης, η οποία συ­νι­στά, ένα­ντι αυτής, «res inter alios acta».

B. To ίδιο δι­καί­ω­μα -άρα και την ίδια υπο­χρέ­ω­ση- αντλεί η Ελ­λά­δα και με βάση το Ευ­ρω­παϊ­κό Δί­καιο και το αντί­στοι­χο Ευ­ρω­παϊ­κό Κε­κτη­μέ­νο, σύμ­φω­να με τις ακό­λου­θες διευ­κρι­νί­σεις και υπό τα δε­δο­μέ­να της διαρ­κώς εντει­νό­με­νης προ­κλη­τι­κής και επι­θε­τι­κής συ­μπε­ρι­φο­ράς της Τουρ­κί­ας απέ­να­ντί της η οποία, κατά τα συ­μπε­ρά­σμα­τα της Ευ­ρω­με­σο­γεια­κής Διά­σκε­ψης της 10ης Σε­πτεμ­βρί­ου 2020 στο Αιά­κειο της Κορ­σι­κής, πα­ρα­βιά­ζει ευ­θέ­ως την Κυ­ριαρ­χία και τα κυ­ριαρ­χι­κά δι­καιώ­μα­τα της Ελ­λά­δας.

1. Οι δια­τά­ξεις του άρ­θρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ, οι οποί­ες κα­το­χυ­ρώ­νουν τις θε­σμι­κές εγ­γυ­ή­σεις ενερ­γο­ποί­η­σης της ρή­τρας «Αμοι­βαί­ας Άμυ­νας», όταν απει­λεί­ται Κρά­τος-Μέλος της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης, πα­ρα­πέ­μπουν ευ­θέ­ως, ως προς τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις ενερ­γο­ποί­η­σης της ρή­τρας αυτής, στις προ­μνη­μο­νευό­με­νες δια­τά­ξεις του άρ­θρου 51 του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ.  Κατά τούτο, οι ως άνω δια­τά­ξεις απο­τε­λούν μέρος του Ευ­ρω­παϊ­κού Κε­κτη­μέ­νου, οπότε η Ελ­λά­δα έχει το δι­καί­ω­μα αμυ­ντι­κής θω­ρά­κι­σης των Νη­σιών του Αι­γαί­ου ενα­ντί­ον της τουρ­κι­κής απει­λής και με βάση το θε­σμι­κό πλαί­σιο του Ευ­ρω­παϊ­κού Δι­καί­ου και του αντί­στοι­χου Ευ­ρω­παϊ­κού Κε­κτη­μέ­νου.

2. Επι­πλέ­ον, και ενό­ψει της κα­τά­φω­ρης τουρ­κι­κής προ­κλη­τι­κό­τη­τας και ευ­θεί­ας απει­λής ενα­ντί­ον της, η Ελ­λά­δα δι­καιού­ται, ανά πάσα στιγ­μή, να ζη­τή­σει, ως Κρά­τος-Μέλος της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης, την ενερ­γο­ποί­η­ση της ρή­τρας «Αμοι­βαί­ας Άμυ­νας», κατά τις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 42 παρ. 7 της ΣΕΕ. Προς την κα­τεύ­θυν­ση αυτή η Ελ­λά­δα μπο­ρεί να επι­κα­λε­σθεί την πρα­κτι­κή, η οποία έχει έως τώρα ακο­λου­θη­θεί στο πλαί­σιο της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης, για την ενερ­γο­ποί­η­ση της ως άνω ρή­τρας.

 

ΤΑ ΣΥ­ΝΟ­ΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΔΑ­ΦΟΣ ΤΗΣ ΕΛ­ΛΑ­ΔΑΣ ΩΣ ΣΥ­ΝΟ­ΡΑ ΚΑΙ ΕΔΑ­ΦΟΣ ΤΗΣ ΕΥ­ΡΩ­ΠΑΪ­ΚΗΣ ΕΝΩ­ΣΗΣ

Η «προ­στι­θέ­με­νη θε­σμι­κή αξία» του «Δι­κτύ­ου NATURA 2000»*

Απο­τε­λεί κοινό τόπο, στο πλαί­σιο της Ευ­ρω­παϊ­κής και της Διε­θνούς Έν­νο­μης Τάξης, το γε­γο­νός ότι πρω­τί­στως οι Συν­θή­κες της Λω­ζά­νης του 1923 και των Πα­ρι­σί­ων του 1947 κα­θο­ρί­ζουν, επα­κρι­βώς και χωρίς κα­νέ­να ερ­μη­νευ­τι­κό πρό­βλη­μα, τα σύ­νο­ρα, το έδα­φος και την επ’ αυτών κυ­ριαρ­χία της Ελ­λά­δας, δίχως ν’ αφή­νουν ίχνος «γκρί­ζας ζώνης» ιδίως στη θά­λασ­σα, και δίχως να υπό­κει­νται, από την φύση τους, σε ανα­θε­ώ­ρη­ση ή επι­και­ρο­ποί­η­ση.  Γι’ αυτό και το μόνο «ανοι­χτό» ζή­τη­μα με­τα­ξύ Ελ­λά­δας και Τουρ­κί­ας είναι η οριο­θέ­τη­ση της νη­σιω­τι­κής υφα­λο­κρη­πί­δας.

Α. Τα σύ­νο­ρα και το έδα­φος της Ελ­λά­δας, υπό τ’ ανω­τέ­ρω δε­δο­μέ­να, είναι σύ­νο­ρα και έδα­φος της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης, κατά κύριο λόγο σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 4 παρ. 2 και 3 και 21 παρ. 2 περ. α) και γ) της Συν­θή­κης της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης  (ΣΕΕ), των άρ­θρων 67 παρ. 2 και 77 παρ. 2 περ. δ) και παρ. 4 της Συν­θή­κης Λει­τουρ­γί­ας της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης (ΣΛΕΕ)και της παρ. ΙΙΙ του Ευ­ρω­παϊ­κού Συμ­φώ­νου για την Με­τα­νά­στευ­ση και το Άσυλο του 2008, όπως όλες οι δια­τά­ξεις αυτές έχουν ερ­μη­νευ­θεί και εφαρ­μο­σθεί από τη νο­μο­λο­γία του Δι­κα­στη­ρί­ου της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης (ΔΕΕ).

Β. Τις προ­α­να­φε­ρό­με­νες ρυθ­μί­σεις ως προς τα σύ­νο­ρα και το έδα­φος της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης, έρ­χε­ται να ενι­σχύ­σει η Ευ­ρω­παϊ­κή νο­μο­θε­σία για το «Δί­κτυο NATURA 2000», που αφορά τον επα­κρι­βή κα­θο­ρι­σμό των εντός Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης πε­ριο­χών με προ­στα­τευό­με­να οι­κο­συ­στή­μα­τα.  Ει­δι­κό­τε­ρα, οι επι­πτώ­σεις της εφαρ­μο­γής της Ευ­ρω­παϊ­κής νο­μο­θε­σί­ας για το «Δί­κτυο NATURA 2000» ως προς τον προσ­διο­ρι­σμό των συ­νό­ρων και του εδά­φους της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης, με βάση τον κατά το Ευ­ρω­παϊ­κό και το Διε­θνές Δί­καιο προσ­διο­ρι­σμό των συ­νό­ρων και του εδά­φους της Ελ­λά­δας, ανα­δει­κνύ­ουν τα εξής:

Η Ευ­ρω­παϊ­κή Νο­μο­θε­σία για το «Δί­κτυο NATURA 2000».

Η Ευ­ρω­παϊ­κή Νο­μο­θε­σία για το «Δί­κτυο NATURA 2000» στη­ρί­ζε­ται σε συ­γκε­κρι­μέ­νες Οδη­γί­ες, οι οποί­ες στο­χεύ­ουν στην προ­στα­σία της βιο­ποι­κι­λό­τη­τας εντός του εδά­φους της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης.

Α. Οι σχε­τι­κές Οδη­γί­ες

Για την ακρί­βεια, η ως άνω Ευ­ρω­παϊ­κή Νο­μο­θε­σία στη­ρί­χθη­κε στις εξής οδη­γί­ες:

1. Στην Οδη­γία 79/409/ΕΟΚ, η οποία θε­σμο­θε­τή­θη­κε με σκοπό την προ­στα­σία, την δια­τή­ρη­ση και την ρύθ­μι­ση της ανα­πα­ρα­γω­γής όλων των ειδών πτη­νών που ζουν, εκ φύ­σε­ως, σε άγρια κα­τά­στα­ση στο ευ­ρω­παϊ­κό έδα­φος των κρα­τών-μελών.

2. Και στην Οδη­γία 92/43/ΕΟΚ,  «Για την δια­τή­ρη­ση των φυ­σι­κών οι­κο­τό­πων καθώς και της άγριας πα­νί­δας και χλω­ρί­δας», η οποία θε­σμο­θε­τή­θη­κε με σκοπό να συμ­βάλ­λει στην προ­στα­σία της βιο­λο­γι­κής ποι­κι­λό­τη­τας, μέσω της δια­τή­ρη­σης των φυ­σι­κών οι­κο­τό­πων, καθώς και της άγριας πα­νί­δας και χλω­ρί­δας στο ευ­ρω­παϊ­κό έδα­φος των κρα­τών-μελών, εντός του οποί­ου εφαρ­μό­ζε­ται η Συν­θή­κη.

Β. Η εν­σω­μά­τω­σή τους στην Ελ­λη­νι­κή Έν­νο­μη Τάξη.

Οι προ­α­να­φε­ρό­με­νες Οδη­γί­ες έχουν ήδη εν­σω­μα­τω­θεί πλή­ρως στην Ελ­λη­νι­κή Έν­νο­μη Τάξη ως ακο­λού­θως:

1. Η Οδη­γία 92/43/ΕΟΚ εν­σω­μα­τώ­θη­κε με τις ακό­λου­θες ΚΥΑ:

α) ΚΥΑ 33318/3028/11-12-1998 (ΦΕΚ 1289/Β/28-12-98) «Κα­θο­ρι­σμός μέ­τρων και δια­δι­κα­σιών για την δια­τή­ρη­ση των φυ­σι­κών οι­κο­τό­πων (εν­διαι­τη­μά­των) καθώς και της άγριας πα­νί­δας και χλω­ρί­δας».

β) ΚΥΑ Η.Π. 14849/853/Ε103/4-4-2008 (ΦΕΚ 645/Β/11-4-08) «Τροπο-ποί­η­ση των υπ’ αριθμ. 33318/3028/1998 κοι­νών υπουρ­γι­κών απο­φά­σε­ων (Β΄ 1289) και των υπ’ αριθμ. 29459/1510/2005 κοι­νών υπουρ­γι­κών απο­φά­σε­ων (Β΄ 992), σε συμ­μόρ­φω­ση με τις δια­τά­ξεις της οδη­γί­ας 2006/105 του Συμ­βου­λί­ου της 20ης Νο­εμ­βρί­ου 2006 της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης.

2. Η Οδη­γία 79/409/ΕΟΚ (όπως κω­δι­κο­ποι­ή­θη­κε με την Οδη­γία 2009/147/ΕΚ) εν­σω­μα­τώ­θη­κε με τις ακό­λου­θες ΥΑ και ΚΥΑ:

α) ΥΑ 414985/29-11-85 (ΦΕΚ Β΄ 757) «Μέτρα δια­χεί­ρι­σης της άγριας πτη­νο­πα­νί­δας».

β) ΚΥΑ Η.Π. 37338/1807/Ε.103/1-9-10 (ΦΕΚ 1495/Β/6-9-10) «Κα­θο­ρι­σμός μέ­τρων και δια­δι­κα­σιών για την δια­τή­ρη­ση της άγριας ορ­νι­θο­πα­νί­δας και των οι­κο­τό­πων/εν­διαι­τη­μά­των της, σε συμ­μόρ­φω­ση με τις δια­τά­ξεις της Οδη­γί­ας 79/409//ΕΟΚ, «Περί δια­τη­ρή­σε­ως των άγριων πτη­νών», του Ευ­ρω­παϊ­κού Συμ­βου­λί­ου της 2ας Απρι­λί­ου 1979, όπως κω­δι­κο­ποι­ή­θη­κε με την οδη­γία 2009/147/ΕΚ.»

γ) ΚΥΑ Η.Π. 8353/276/Ε103/17-2-2012 (ΦΕΚ 415/Β/23-2-2012) «Τρο­πο­ποί­η­ση και συ­μπλή­ρω­ση της υπ’ αριθ. 37338/1807/2010 κοι­νής υπουρ­γι­κής από­φα­σης, «Κα­θο­ρι­σμός μέ­τρων και δια­δι­κα­σιών για την δια­τή­ρη­ση της άγριας ορ­νι­θο­πα­νί­δας και των οι­κο­τό­πων/εν­διαι­τη­μά­των της, σε συμ­μόρ­φω­ση με την Οδη­γία 79/409/ΕΟΚ…» (Β΄1495), σε συμ­μόρ­φω­ση με τις δια­τά­ξεις του πρώ­του εδα­φί­ου της πα­ρα­γρά­φου 1 του άρ­θρου 4 της Οδη­γί­ας 79/409/ΕΟΚ, «Για την δια­τή­ρη­ση των άγριων πτη­νών», του Ευ­ρω­παϊ­κού Συμ­βου­λί­ου της 2ας Απρι­λί­ου 1979, όπως κω­δι­κο­ποι­ή­θη­κε με την οδη­γία 2009/147/ΕΚ».

Γ. Η βάσει των Οδη­γιών σύ­στα­ση του Ευ­ρω­παϊ­κού «Δι­κτύ­ου NATURA 2000».

1. Το «Δί­κτυο NATURA 2000», κατά το άρθρο 3 της Οδη­γί­ας 92/43/ΕΟΚ, απο­τε­λεί ένα Ευ­ρω­παϊ­κό Οι­κο­λο­γι­κό Δί­κτυο πε­ριο­χών, οι οποί­ες φι­λο­ξε­νούν φυ­σι­κούς τύ­πους οι­κο­τό­πων και οι­κο­τό­πους ειδών, που είναι ση­μα­ντι­κοί σ’ ευ­ρω­παϊ­κό επί­πε­δο.  Κάθε κρά­τος-μέλος συμ­βάλ­λει στην σύ­στα­ση του εν λόγω δι­κτύ­ου.  Το «Δί­κτυο NΑΤURA 2000» απο­τε­λεί­ται από δύο κα­τη­γο­ρί­ες πε­ριο­χών:

α) Πρώ­τον, από τις «Ζώνες Ει­δι­κής Προ­στα­σί­ας (ΖΕΠ)» («Special Protection Areas – SPA») για την Ορ­νι­θο­πα­νί­δα, με τον τρόπο που ορί­ζο­νται στην Οδη­γία 79/409/ΕΚ «Για την δια­τή­ρη­ση των άγριων πτη­νών», όπως ισχύ­ει.

β) Και, δεύ­τε­ρον, από τους «Τό­πους Κοι­νο­τι­κής Ση­μα­σί­ας (ΤΚΣ») («Sites of Community Importance -SCI»), όπως ορί­ζο­νται στην Οδη­γία 92/43/ΕΟΚ.

2. Οι ΖΕΠ, μετά τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό τους από τα κράτη-μέλη, εντάσ­σο­νται αυ­τό­μα­τα στο «Δί­κτυο NATURA 2000».  Σε ό,τι αφορά τους ΤΚΣ, όπως προ­βλέ­πε­ται από τις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 4 της Οδη­γί­ας 92/43/ΕΟΚ, κάθε κρά­τος-μέλος προ­τεί­νει «Εθνι­κό Κα­τά­λο­γο Τόπων Κοι­νο­τι­κής Ση­μα­σί­ας», με βάση συ­γκε­κρι­μέ­να επι­στη­μο­νι­κά κρι­τή­ρια.  Στην συ­νέ­χεια, απο­στέλ­λει στην Διεύ­θυν­ση Πε­ρι­βάλ­λο­ντος της Ευ­ρω­παϊ­κής Επι­τρο­πής τον Εθνι­κό Κα­τά­λο­γο των πε­ριο­χών, μαζί με τους σχε­τι­κούς χάρ­τες, έτσι ώστε να δια­μορ­φω­θεί ο ενιαί­ος Ευ­ρω­παϊ­κός κα­τά­λο­γος με τους αντί­στοι­χους Ευ­ρω­παϊ­κούς Χάρ­τες, που συ­να­πο­τε­λούν το «Δί­κτυο NATURA 2000» της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης.

ΙΙ. Η εφαρ­μο­γή της Ευ­ρω­παϊ­κής Νο­μο­θε­σί­ας για το «Δί­κτυο NATURA 2000» από την Ελ­λά­δα.

Α. Η προ­ερ­γα­σία.

Στην Ελ­λά­δα, η δη­μιουρ­γία του «Δι­κτύ­ου NATURA 2000» ξε­κί­νη­σε το 1994, σύμ­φω­να με τις προ­δια­γρα­φές, τις απαι­τή­σεις και τα κρι­τή­ρια που κα­θο­ρί­ζο­νται από τις ανω­τέ­ρω Οδη­γί­ες.  Το ΥΠΕ­ΧΩ­ΔΕ, το 1994, με ει­δι­κή Σύμ­βα­ση ανέ­θε­σε στο Ελ­λη­νι­κό Κέ­ντρο Βιο­τό­πων Υγρο­τό­πων (ΕΚΒΥ) του Μου­σεί­ου Γου­λαν­δρή Φυ­σι­κής Ιστο­ρί­ας την επι­στη­μο­νι­κή ευ­θύ­νη για την εκ­πό­νη­ση Με­λε­τών αλλά και για το συ­ντο­νι­σμό της κα­τα­γρα­φής των προ­στα­τευό­με­νων πε­ριο­χών, οι οποί­ες πλη­ρούν τα κρι­τή­ρια για την κα­τά­τα­ξη τύπων οι­κο­τό­πων και οι­κο­τό­πων ειδών της Οδη­γί­ας 92/43/ΕΚ στην Xώρα μας.

1. Για τον σκοπό αυτό δρα­στη­ριο­ποι­ή­θη­κε μια πο­λυ­πλη­θής διε­πι­στη­μο­νι­κή ομάδα, με τη συμ­με­το­χή 100 Επι­στη­μό­νων δια­φο­ρε­τι­κών ει­δι­κο­τή­των.  Η επι­στη­μο­νι­κή τεκ­μη­ρί­ω­ση έγινε στο πλαί­σιο Ευ­ρω­παϊ­κού Προ­γράμ­μα­τος «LIFE» (1994-1996), με τίτλο «Κα­τα­γρα­φή, Ανα­γνώ­ρι­ση, Εκτί­μη­ση και Χαρ­το­γρά­φη­ση των Τύπων Οι­κο­τό­πων και των Ειδών Χλω­ρί­δας και Πα­νί­δας της Ελ­λά­δας (Οδη­γία 92/43/ΕΟΚ)».  Στον «Επι­στη­μο­νι­κό Κα­τά­λο­γο» εντά­χθη­κε το σύ­νο­λο σχε­δόν των μέχρι τότε προ­στα­τευό­με­νων πε­ριο­χών, σ’ εθνι­κό και διε­θνές επί­πε­δο.

2. Με βάση τ’ ανω­τέ­ρω απο­τε­λέ­σμα­τα το ΥΠΕ­ΧΩ­ΔΕ, από το 1996, απέ­στει­λε, κατά φά­σεις, στην Ευ­ρω­παϊ­κή Επι­τρο­πή τον Εθνι­κό Κα­τά­λο­γο των προ­τει­νό­με­νων Τόπων Κοι­νο­τι­κής Ση­μα­σί­ας, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και των ορίων τους.  Η επι­λο­γή των Προ­στα­τευό­με­νων Οι­κο­τό­πων, με απει­κό­νι­ση σε Χάρ­τες, προ­τά­θη­κε από την Χώρα μας στην Ευ­ρω­παϊ­κή Επι­τρο­πή.  Η τε­λι­κή πρό­τα­ση έγινε από κοινή ομάδα ερ­γα­σί­ας των πρώην Υπουρ­γεί­ων ΠΕ­ΧΩ­ΔΕ και Γε­ωρ­γί­ας, κα­τό­πιν γνω­μο­δο­τή­σε­ων όλων των συ­ναρ­μό­διων Υπουρ­γεί­ων.

Β. Η αξιο­λό­γη­ση.

Επι­ση­μαί­νε­ται ότι, κατά την σχε­τι­κή Ευ­ρω­παϊ­κή νο­μο­θε­σία, οι εθνι­κοί κα­τά­λο­γοι αξιο­λο­γού­νται από την Ευ­ρω­παϊ­κή Επι­τρο­πή, σε συ­νερ­γα­σία με τα κράτη-μέλη, και εν­σω­μα­τώ­νο­νται σε Ευ­ρω­παϊ­κό Κα­τά­λο­γο πε­ριο­χών του «Δι­κτύ­ου NATURA 2000» με προ­βο­λή σε αντί­στοι­χους χάρ­τες.  Η Ευ­ρω­παϊ­κή Επι­τρο­πή, βα­σι­ζό­με­νη στους Εθνι­κούς Κα­τα­λό­γους και στα συ­μπε­ρά­σμα­τα της ευ­ρω­παϊ­κής δια­δι­κα­σί­ας των βιο­γε­ω­γρα­φι­κών σε­μι­να­ρί­ων, κα­ταρ­τί­ζει, σε συμ­φω­νία με κα­θέ­να από τα κράτη-μέλη, σχέ­διο κα­τα­λό­γου τόπων κοι­νο­τι­κής ση­μα­σί­ας. Όταν ολο­κλη­ρω­θεί η δια­δι­κα­σία αυτή, οι προ­τει­νό­με­νοι από τα κράτη-μέλη ΤΚΣ (SCI) χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ως ΤΚΣ, με σχε­τι­κή από­φα­ση της Ευ­ρω­παϊ­κής Επι­τρο­πής.

1. Σε ό,τι αφορά την Ελ­λά­δα, ο πρώ­τος κα­τά­λο­γος των Τόπων Κοι­νο­τι­κής Ση­μα­σί­ας (ΤΚΣ), που πε­ριε­λάμ­βα­νε 239 πε­ριο­χές, ορι­στι­κο­ποι­ή­θη­κε και δη­μο­σιεύ­θη­κε στην επί­ση­μη Εφη­με­ρί­δα των Ευ­ρω­παϊ­κών Κοι­νο­τή­των, το 2006, με την Από­φα­ση της Επι­τρο­πής της 19ης Ιου­λί­ου «Σχε­τι­κά με την έγκρι­ση, σύμ­φω­να με την οδη­γία 92/43/ΕΟΚ του Συμ­βου­λί­ου, του κα­τα­λό­γου των Τόπων Κοι­νο­τι­κής Ση­μα­σί­ας για την με­σο­γεια­κή βιο­γε­ω­γρα­φι­κή πε­ριο­χή» (2006/613/ΕΚ)  (Official Journal of the European Union, L 259, 21 September 2006).

2. Τα αρ­χεία για την εξέ­λι­ξη των Με­λε­τών, των Κοι­νο­τι­κών Οδη­γιών, των Κα­τα­λό­γων και των Χαρ­τών και των Νόμων, που προσ­διο­ρί­ζουν τις πε­ριο­χές με τα απο­λύ­τως προ­στα­τευό­με­να οι­κο­συ­στή­μα­τα, βρί­σκο­νται στην Διεύ­θυν­ση Δια­χεί­ρι­σης Φυ­σι­κού Πε­ρι­βάλ­λο­ντος και Βιο­ποι­κι­λό­τη­τας του Υπουρ­γεί­ου Πε­ρι­βάλ­λο­ντος και Ενέρ­γειας και στο Μου­σείο Γου­λαν­δρή Φυ­σι­κής Ιστο­ρί­ας (Ελ­λη­νι­κό Κέ­ντρο Βιο­τό­πων-Υγρο­τό­πων (ΕΚΒΥ)).

Γ. Το ισχύ­ον status της Ελ­λη­νι­κής και Ευ­ρω­παϊ­κής Νο­μο­θε­σί­ας ως προς το «Δί­κτυο NATURA 2000».

Οι ΤΚΣ υπό­κει­νται στις δια­τά­ξεις προ­στα­σί­ας του άρ­θρου 6 παρ. 2, 3, 4 της Οδη­γί­ας 92/43/ΕΟΚ.

1. Μετά την ορι­στι­κο­ποί­η­ση του κα­τα­λό­γου των ΤΚΣ, τα κράτη-μέλη υπο­χρε­ού­νται να κη­ρύ­ξουν τις πε­ριο­χές αυτές ως «Ει­δι­κές Ζώνες Δια­τή­ρη­σης (ΕΖΔ)» («Special Areas of Conservation -SAC»)», το αρ­γό­τε­ρο μέσα σε μια εξα­ε­τία, και να κα­θο­ρί­σουν τις προ­τε­ραιό­τη­τες για την δια­τή­ρη­ση σε ικα­νο­ποι­η­τι­κή κα­τά­στα­ση των τύπων οι­κο­τό­πων και ειδών ευ­ρω­παϊ­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος εντός αυτών.  Οι ΕΖΔ υπό­κει­νται στις προ­στα­τευ­τι­κές δια­τά­ξεις του άρ­θρου 6 παρ. 1, 2, 3 και 4 της Οδη­γί­ας 92/43/ΕΟΚ.  Η Ελ­λά­δα με το ν. 3937/2011 (ΦΕΚ 60/Α/31-3-2011), χα­ρα­κτή­ρι­σε τους 239 Τό­πους Κοι­νο­τι­κής Ση­μα­σί­ας ως «Ει­δι­κές Ζώνες Δια­τή­ρη­σης» («ΕΖΔ»).

2. Οι πε­ριο­χές προ­στα­σί­ας του Ευ­ρω­παϊ­κού «Δι­κτύ­ου NATURA 2000» όλων των κρα­τών-μελών είναι αναρ­τη­μέ­νες σε Κε­ντρι­κό Ευ­ρω­παϊ­κό Απο­θε­τή­ριο.

α) Κατά συ­νέ­πεια, όλες οι πλη­ρο­φο­ρί­ες, τα πε­ρι­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, οι χάρ­τες και τα γε­ω­γρα­φι­κά αρ­χεία των πε­ριο­χών του Ευ­ρω­παϊ­κού «Δι­κτύ­ου NATURA 2000» είναι αναρ­τη­μέ­να στο Κε­ντρι­κό Απο­θε­τή­ριο Δε­δο­μέ­νων της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης.  Κάθε φορά που ένα κρά­τος-μέλος τρο­πο­ποιεί το Εθνι­κό «Δί­κτυο NATURA 2000», υπο­βά­λει στην Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση τα νέα δε­δο­μέ­να, ήτοι την εθνι­κή βάση δε­δο­μέ­νων, γε­ω­γρα­φι­κά αρ­χεία, και κα­τά­λο­γο τρο­πο­ποι­ή­σε­ων, τα οποία βρί­σκο­νται στο Κε­ντρι­κό Ευ­ρω­παϊ­κό Απο­θε­τή­ριο Δε­δο­μέ­νων.

β) Το Ελ­λη­νι­κό «Δί­κτυο NATURA 2000» πε­ρι­λαμ­βά­νει τις προ­στα­τευό­με­νες πε­ριο­χές της Χώρας, και συ­γκε­κρι­μέ­να:

β1) Τους 10 Υγρο­τό­πους Διε­θνούς Ση­μα­σί­ας σύμ­φω­να με τη Σύμ­βα­ση RAMSAR.

β2) Τους Εθνι­κούς Δρυ­μούς.

β3) Τα Εθνι­κά Πάρκα.

β4) Το Θα­λάσ­σιο Πάρκο Ζα­κύν­θου και το Θα­λάσ­σιο Πάρκο Αλον­νή­σου.

β5) Τα Κα­τα­φύ­για Άγριας Ζωής.

β6) Τα Δια­τη­ρη­τέα Μνη­μεία της Φύσης.

β7) Καθώς και άλλες πε­ριο­χές ει­δι­κής ανα­φο­ράς και προ­στα­σί­ας.

3. Το «Δί­κτυο NATURA 2000» είναι ανοι­κτό για την συ­μπλή­ρω­σή του και την επέ­κτα­σή του.

α) Η Ευ­ρω­παϊ­κή Επι­τρο­πή, σε συ­νερ­γα­σία με τα κράτη-μέλη, κατά την δια­δι­κα­σία των βιο­γε­ω­γρα­φι­κών σε­μι­να­ρί­ων, στο­χεύ­ει στην ενί­σχυ­ση και στον εμπλου­τι­σμό του Ευ­ρω­παϊ­κού Δι­κτύ­ου.  Τα τε­λευ­ταία έτη, έχει τεθεί ως στό­χος η αύ­ξη­ση του αριθ­μού και της επι­φά­νειας κά­λυ­ψης των πε­ριο­χών του «Δι­κτύ­ου NATURA 2000» στην θά­λασ­σα.  Και για τον σκοπό αυτό η Ευ­ρω­παϊ­κή Επι­τρο­πή έχει ορ­γα­νώ­σει έναν αριθ­μό θα­λάσ­σιων βιο­γε­ω­γρα­φι­κών σε­μι­να­ρί­ων.

β) Η Ελ­λά­δα είχε ως εκ­κρε­μό­τη­τα την συ­μπλή­ρω­ση του «Δι­κτύ­ου NATURA 2000» στην θά­λασ­σα.  Στο πλαί­σιο αυτό, η τε­λευ­ταία εθνι­κή υπο­βο­λή των στοι­χεί­ων για το «Δί­κτυο NATURA 2000» πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στις 2/3/2018.  Σε αυτή την υπο­βο­λή έχουν κα­τα­τε­θεί τα στοι­χεία, από την ανα­θε­ώ­ρη­ση και επι­και­ρο­ποί­η­ση του Εθνι­κού Κα­τα­λό­γου του Δι­κτύ­ου, με την Κοινή Υπουρ­γι­κή Από­φα­ση 50473/2017 (ΦΕΚ 4432/Β/2017), και οι πε­ριο­χές  πλέον ανέρ­χο­νται σε 446, πε­ρι­λαμ­βά­νουν δε ένα αξιό­λο­γο τμήμα θα­λάσ­σιας έκτα­σης, ώστε να αντι­με­τω­πι­σθεί και η ανω­τέ­ρω εκ­κρε­μό­τη­τα.

γ) Ει­δι­κό­τε­ρα, η έκτα­ση που το νέο «Δί­κτυο NATURA» κα­λύ­πτει έχει τις εξής κα­τα­γρα­φές:

γ1) Χερ­σαία έκτα­ση: 36.187,98 km2.

γ2) Θα­λάσ­σια έκτα­ση: 22.585,18 km2.

4. Τα όρια και οι πλη­ρο­φο­ρί­ες για το «Δί­κτυο NATURA 2000» είναι προ­σβά­σι­μα σε κάθε εν­δια­φε­ρό­με­νο.

α) Για την εύ­λη­πτη πα­ρου­σί­α­ση του «Δι­κτύ­ου NATURA 2000», ο Ευ­ρω­παϊ­κός Ορ­γα­νι­σμός Πε­ρι­βάλ­λο­ντος λει­τουρ­γεί και ενη­με­ρώ­νει έναν χάρτη, το «NATURA 2000 MapViewer». Στον χάρτη αυτόν μπο­ρεί ο χρή­στης ν’ ανα­ζη­τή­σει, εκτός από τα όρια των πε­ριο­χών του «Δι­κτύ­ου NATURA 2000», πε­ρι­γρα­φι­κά στοι­χεία και πλη­ρο­φο­ρί­ες με την μορφή Τυ­πο­ποι­η­μέ­νου Εντύ­που Δε­δο­μέ­νων.

β) Τ’ ανω­τέ­ρω στοι­χεία και δε­δο­μέ­να είναι δια­θέ­σι­μα τόσο από την αρ­μό­δια Διεύ­θυν­ση του Υπουρ­γεί­ου Πε­ρι­βάλ­λο­ντος και Ενέρ­γειας, όσο και από το Ελ­λη­νι­κό Κέ­ντρο Βιο­τό­πων Υγρο­τό­πων, το οποίο έχει δια­χρο­νι­κά στη­ρί­ξει, στα θέ­μα­τα του «Δι­κτύ­ου NATURA 2000», την ανω­τέ­ρω υπη­ρε­σία και πα­ρα­μέ­νει δια­θέ­σι­μο, ώστε να πα­ρέ­χει στην Πο­λι­τεία επι­στη­μο­νι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες και δε­δο­μέ­να, όπου απαι­τη­θεί.

γ) Είναι αυ­το­νό­η­το ότι τόσο η κα­τα­γρα­φή, η τεκ­μη­ρί­ω­ση και η ανά­δει­ξη όσο και η ευ­θύ­νη για την προ­στα­σία των Πε­ριο­χών (όπως απο­τυ­πώ­νο­νται στους σχε­τι­κούς Χάρ­τες) του «Δι­κτύ­ου NATURA 2000» δια­μορ­φώ­νει ένα διττό Status, ήτοι δια­μορ­φώ­νει, ταυ­τό­χρο­να, ένα Εθνι­κό Κε­κτη­μέ­νο για κάθε Χώρα και ένα Ευ­ρω­παϊ­κό Κε­κτη­μέ­νο για την Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση.

Δ. Η εφαρ­μο­γή του θε­σμι­κού πλαι­σί­ου του «Δι­κτύ­ου NATURA 2000» και στην Ελ­λη­νι­κή Απο­κλει­στι­κή Οι­κο­νο­μι­κή Ζώνη (ΑΟΖ).

Το θε­σμι­κό πλαί­σιο της προ­α­να­φε­ρό­με­νης Οδη­γί­ας 92/43/ΕΟΚ, ως προς το «Δί­κτυο NATURA 2000» και τ’ αντί­στοι­χα δι­καιώ­μα­τα για κάθε κρά­τος-μέλος -συ­νε­πώς και για την Ελ­λά­δα- ιδίως ως προς τους οι­κο­τό­πους του βυθού (δηλ. τους υφά­λους) και ως προς τους υπο­θα­λάσ­σιους σχη­μα­τι­σμούς που δη­μιουρ­γού­νται από εκ­πο­μπές αε­ρί­ων, εφαρ­μό­ζο­νται και ισχύ­ουν και πέραν των χω­ρι­κών υδά­των τους, ήτοι τόσο στην υφα­λο­κρη­πί­δα τους όσο και στην Απο­κλει­στι­κή Οι­κο­νο­μι­κή Ζώνη τους (ΑΟΖ).  A fortiori δε, κάθε κρά­τος-μέλος, έχει όχι μόνο δι­καί­ω­μα αλλά και υπο­χρέ­ω­ση λήψης των προ­βλε­πό­με­νων από το θε­σμι­κό αυτό πλαί­σιο μέ­τρων προ­στα­σί­ας κατά την άσκη­ση των ad hoc κυ­ριαρ­χι­κών του δι­καιω­μά­των.

1. Τούτο -δη­λα­δή, το δί­πο­λο δι­καί­ω­μα και υπο­χρέ­ω­ση- έχει επι­ση­μά­νει εμ­φα­τι­κώς η Ευ­ρω­παϊ­κή Επι­τρο­πή στο κεί­με­νο (Μαΐου 2007) με τον τίτλο «Κα­τευ­θυ­ντή­ριες οδη­γί­ες για την εγκα­θί­δρυ­ση του δι­κτύ­ου Natura 2000 στον θα­λάσ­σιο οι­κο­σύ­στη­μα» (“Guidelines for the establishment of the Natura 2000 network in the marine environment”),  όπου ανα­φέ­ρο­νται τα εξής (βλ. σελ.18): «Σε σχέση με την εκ­με­τάλ­λευ­ση και τη δια­τή­ρη­ση των φυ­σι­κών πόρων, η γνώμη της Επι­τρο­πής είναι ότι η ανα­γνώ­ρι­ση από ένα πα­ρά­κτιο κρά­τος απο­κλει­στι­κών δι­καιω­μά­των σε θα­λάσ­σια ζώνη φέρ­νει όχι μόνο δι­καιώ­μα­τα αλλά και υπο­χρε­ώ­σεις. Απο­κλει­στι­κό δι­καί­ω­μα εκ­με­τάλ­λευ­σης φυ­σι­κών πόρων συ­νε­πά­γε­ται ανά­λο­γη υπο­χρέ­ω­ση για τη δια­τή­ρη­ση των φυ­σι­κών πόρων. Επο­μέ­νως, το κοι­νο­τι­κό δί­καιο σε σχέση με τη δια­τή­ρη­ση των φυ­σι­κών πόρων ισχύ­ει σε όλες τις θα­λάσ­σιες πε­ριο­χές όπου τα κράτη μέλη ασκούν τα δι­καιώ­μα­τα αυτά. Τούτο αφορά τις  ακό­λου­θες θα­λάσ­σιες πε­ριο­χές: […] Την απο­κλει­στι­κή οι­κο­νο­μι­κή ζώνη (ΑΟΖ) ή/και σε άλλες πε­ριο­χές όπου τα κράτη μέλη ασκούν ισο­δύ­να­μα κυ­ριαρ­χι­κά δι­καιώ­μα­τα (αλιευ­τι­κές ζώνες προ­στα­σί­ας, ζώνες προ­στα­σί­ας του πε­ρι­βάλ­λο­ντος …». Θα πρέ­πει να επι­ση­μαν­θεί συ­να­φώς, ότι η  Ευ­ρω­παϊ­κή Επι­τρο­πή ήδη από το 1999 με σχε­τι­κή ανα­κοί­νω­σή της («Ανα­κοί­νω­ση της Επι­τρο­πής προς το Συμ­βού­λιο και το Ευ­ρω­παϊ­κό Κοι­νο­βού­λιο – Η δια­χεί­ρι­ση της αλιεί­ας και η δια­τή­ρη­ση της φύσης στο θα­λάσ­σιο πε­ρι­βάλ­λον / COM/99/0363 τε­λι­κό»), εξέ­φρα­σε την ακό­λου­θη άποψη για την χω­ρι­κή εφαρ­μο­γή της οδη­γί­ας περί Οι­κο­τό­πων επί των θα­λασ­σί­ων υδά­των: «5.2.2.Βάσει της οδη­γί­ας περί οι­κο­τό­πων, τα κράτη μέλη πρέ­πει να ορί­σουν ει­δι­κές πε­ριο­χές δια­τή­ρη­σης για την επί­τευ­ξη ενός συ­νε­κτι­κού ευ­ρω­παϊ­κού οι­κο­λο­γι­κού δι­κτύ­ου με την ονο­μα­σία Natura 2000. Πρέ­πει να λά­βουν κα­τάλ­λη­λα μέτρα για την απο­φυ­γή της επι­δεί­νω­σης της κα­τά­στα­σης των φυ­σι­κών οι­κο­τό­πων ή των οι­κο­τό­πων των ειδών κοι­νο­τι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος καθώς και οποια­δή­πο­τε πα­ρεμ­βο­λή με τα είδη για τα οποία έχουν ορι­στεί ει­δι­κές πε­ριο­χές δια­τή­ρη­σης. Οι δια­τά­ξεις της οδη­γί­ας περί οι­κο­τό­πων εφαρ­μό­ζο­νται αυ­το­μά­τως στους θα­λάσ­σιους οι­κο­τό­πους και στα θα­λάσ­σια είδη που βρί­σκο­νται σε χω­ρι­κά ύδατα (12 μίλια κατ’ ανώ­τα­το όριο). Εντού­τοις, εάν ένα κρά­τος μέλος ασκεί τα κυ­ρί­αρ­χα δι­καιώ­μα­τά του σε απο­κλει­στι­κή οι­κο­νο­μι­κή ζώνη των 200 ναυ­τι­κών μι­λί­ων (επί πα­ρα­δείγ­μα­τι, για τη χο­ρή­γη­ση άδειας λει­τουρ­γί­ας για εξέ­δρα άντλη­σης πε­τρε­λαί­ου), θε­ω­ρεί, ως εκ τού­του, τον εαυτό του αρ­μό­διο να θέσει σε εφαρ­μο­γή εθνι­κούς νό­μους στην πε­ριο­χή αυτή και, κατά συ­νέ­πεια, η Επι­τρο­πή θε­ω­ρεί στην πε­ρί­πτω­ση αυτή ότι η οδη­γία περί οι­κο­τό­πων έχει επί­σης εφαρ­μο­γή, δε­δο­μέ­νου ότι η κοι­νο­τι­κή νο­μο­θε­σία απο­τε­λεί ανα­πό­σπα­στο μέρος της εθνι­κής νο­μο­θε­σί­ας».  Στην συ­νέ­χεια, το ίδιο έτος, την ερ­μη­νεία αυτή της Ευ­ρω­παϊ­κής Επι­τρο­πής για την χω­ρι­κή εφαρ­μο­γή της οδη­γί­ας 92/43/ΕΟΚ υιο­θέ­τη­σε και το High Court του Ηνω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου (Queen’s Bench Division), στην υπό­θε­ση «The Queen v. The Secretary of State For Trade and Industry ex Parte Greenpeace Limited» (case: CO/1336/1999 της 5.11.1999), με την ακό­λου­θη δια­τύ­πω­ση: «Η οδη­γία περί οι­κο­τό­πων [92/43/ΕΟΚ] εφαρ­μό­ζε­ται επί της υφα­λο­κρη­πί­δας του Ηνω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου και επί των υπερ­κεί­με­νων υδά­των μέχρι του ορίου των 200 ν.μ. από την ακτο­γραμ­μή». [Η ανω­τέ­ρω δια­τύ­πω­ση που επέ­λε­ξε το High Court για να πε­ρι­γρά­ψει την ΑΟΖ  (:«επί των υπερ­κεί­με­νων υδά­των μέχρι του ορίου των 200 ν.μ. από την ακτο­γραμ­μή») οφεί­λε­ται στο γε­γο­νός ότι  στην  επί­μα­χη πε­ριο­χή, όπου ανέ­κυ­ψε το ζή­τη­μα της εφαρ­μο­γής της Οδη­γί­ας 92/43/ΕΟΚ, δεν είχε οριο­θε­τή­σει ΑΟΖ η Με­γά­λη Βρε­τα­νία].

2. Τε­λι­κώς, η ανω­τέ­ρω ερ­μη­νεία ανα­φο­ρι­κά με την χω­ρι­κή εφαρ­μο­γή της οδη­γί­ας περί οι­κο­τό­πων, έχει υιο­θε­τη­θεί και από το ΔΕΕ.

Ει­δι­κό­τε­ρα:

α) Η από­φα­ση του ΔΕΕ στην υπό­θε­ση C-6/04, «Επι­τρο­πή κατά Ηνω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου», έκρι­νε ότι: «Συ­να­φώς, όπως η Γε­νι­κή Ει­σαγ­γε­λέ­ας πα­ρα­τή­ρη­σε ορθώς στα ση­μεία 131 και 132 των προ­τά­σε­ών της, δεν αμ­φι­σβη­τεί­ται με­τα­ξύ των δια­δί­κων ότι το Ηνω­μέ­νο Βα­σί­λειο ασκεί κυ­ριαρ­χι­κά δι­καιώ­μα­τα εντός της Απο­κλει­στι­κής Οι­κο­νο­μι­κής Ζώνης και επί της υφα­λο­κρη­πί­δας ούτε ότι η Οδη­γία περί οι­κο­τό­πων εφαρ­μό­ζε­ται στο μέτρο αυτό πέραν των χω­ρι­κών υδά­των των κρα­τών-μελών» (βλ. σκ. 117).

β) Ο Γε­νι­κός Ει­σαγ­γε­λέ­ας στις προ­τά­σεις του, της 14.9.2006, στην υπό­θε­ση  C-111/05 «Aktiebolaget NN v. Skatteverket», και στην παρ. 93 ση­μειώ­νει ότι: «Συ­να­φώς, το Δι­κα­στή­ριο έχει κρί­νει ότι το κοι­νο­τι­κό δί­καιο, και εν προ­κει­μέ­νω η Οδη­γία 92/43/ΕΟΚ του Συμ­βου­λί­ου, έχει εφαρ­μο­γή στην Απο­κλει­στι­κή Οι­κο­νο­μι­κή Ζώνη και στην υφα­λο­κρη­πί­δα ενός κρά­τους-μέ­λους, όταν τούτο ασκεί εκεί κυ­ριαρ­χι­κά δι­καιώ­μα­τα.  Εξ αυτού συ­νή­γα­γε ότι το κρά­τος αυτό πα­ρέ­βη τις υπο­χρε­ώ­σεις του όταν δεν θέ­σπι­σε τα ανα­γκαία μέτρα για την εφαρ­μο­γή των απαι­τή­σε­ων της εν λόγω Οδη­γί­ας».

Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κώς, τα κατά τ’ ανω­τέ­ρω στοι­χεία ως προς τις πε­ριο­χές που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στο «Δί­κτυο NATURA 2000» απο­δει­κνύ­ουν ότι οι πε­ριο­χές αυτές -συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των κάθε εί­δους νη­σί­δων και βρα­χο­νη­σί­δων, δίχως να έχει οια­δή­πο­τε νο­μι­κή ση­μα­σία το ποια είναι η έκτα­σή τους και, a fortiori, το αν κα­τοι­κού­νται ή όχι -βρί­σκο­νται εντός των συ­νό­ρων της Ελ­λά­δας και της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης.

Α. Κατά συ­νέ­πεια, οι κάθε μορ­φής «διεκ­δι­κή­σεις», που κατά και­ρούς και κατά το δο­κούν εγεί­ρει η Τουρ­κία, είναι αβά­σι­μες και αυ­θαί­ρε­τες. Συ­να­κό­λου­θα δε βρί­σκο­νται σ’ ευ­θεία αντί­θε­ση με το Διε­θνές και Ευ­ρω­παϊ­κό Δί­καιο. Το πόσο δε­δο­μέ­νη είναι η επί των ανω­τέ­ρω πραγ­μα­τι­κών και θε­σμι­κών δε­δο­μέ­νων στάση των κατά πε­ρί­πτω­ση αρ­μό­διων Ευ­ρω­παϊ­κών Θε­σμών προ­κύ­πτει και από το ότι οι Θε­σμοί αυτοί έχουν αγνο­ή­σει τις, επί­σης αβά­σι­μες και αυ­θαί­ρε­τες, «εν­στά­σεις», που η Τουρ­κία τους έχει απευ­θύ­νει, από το 1998 ως σή­με­ρα.

Β. Κατά τούτο, λοι­πόν, το Ευ­ρω­παϊ­κό Δί­καιο και το αντί­στοι­χο Ευ­ρω­παϊ­κό Κε­κτη­μέ­νο προ­στί­θε­νται στο Διε­θνές Δί­καιο -κυ­ρί­ως δε, όπως προ­α­να­φέρ­θη­κε, στις Συν­θή­κες της Λω­ζά­νης του 1923 και των Πα­ρι­σί­ων του 1947- για να κα­τα­στεί σαφές αφε­νός ότι τα σύ­νο­ρα και το έδα­φος της Ελ­λά­δας και της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης ου­δό­λως μπο­ρούν ν’ αμ­φι­σβη­τη­θούν, καθ’ οιον­δή­πο­τε τρόπο. Και, αφε­τέ­ρου, ότι, επι­πλέ­ον και συ­να­κό­λου­θα, δεν υπάρ­χουν «γκρί­ζες ζώνες» στο Αι­γαίο.

Πηγή naftemporiki.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

  • George Hatzistavridis  /  24.11.2022 03:45

    Ευτυχως που ως Προεδρος της Δημοκρατιας εβαλε στην θεση του τον Ερτογαν τοτε που τον προσκαλεσε ο Τσιπρας και μας τα ειπε παρουσια του, ειδαλλως αν περιμεναμε απο τον Τσιπρα να ανοίξη το στομα του , καλο Πασχα. Τα ξεχασαμε αυτα κυριε Τσιπρα ????

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.