ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Deno Frangopoulos: Κατέκτησε τον κόσμο κι επέστρεψε στην Κάλυμνο!

Νατάσα Παμπρή 1 λεπτό ανάγνωση
574335691_26379434401646584_554430981924259573_n

• Από τη διε­θνή κα­ριέ­ρα στις πα­σα­ρέ­λες με τους κο­ρυ­φαί­ους οί­κους μόδας Dolce & Gabbana, Versace, Ηermes κλπ σε Πα­ρί­σι, Μι­λά­νο, Μαϊ­ά­μι, Νέα Υόρκη, Λος Αν­τζε­λες, μαζί με την πρι­γκί­πισ­σα Στε­φα­νί του Μο­να­κό, ο Ελ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νός καλ­λι­τέ­χνης-μου­σι­κός, υπο­ψή­φιος για βρα­βείο Grammy, μιλά για τις συν­θέ­σεις, τις ρίζες, τη μόδα και το δι­καί­ω­μα να ονει­ρεύ­ε­σαι ξανά

Ανά­με­σα στα φώτα της πα­σα­ρέ­λας των πα­γκό­σμιων πό­λε­ων και τη γα­λή­νη των λόφων της Κα­λύ­μνου, ο Deno Frangopoulos (Ντί­νος Φρα­γκό­που­λος) μοιά­ζει να έχει βρει τον τέ­λειο συγ­χρο­νι­σμό, ανά­με­σα σε δύο κό­σμους. Σε αυτόν της λάμ­ψης και της γνη­σιό­τη­τας. Γεν­νη­μέ­νος στο Οχάιο, με­γα­λω­μέ­νος σε ένα σπίτι όπου η μυ­ρω­διά του αυ­γο­λέ­μο­νου συ­να­ντού­σε το αμε­ρι­κα­νι­κό fast food, ο Ελ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νός Δω­δε­κα­νή­σιος καλ­λι­τέ­χνης αφη­γεί­ται μια ζωή γε­μά­τη απρό­σμε­νες στρο­φές. Από ένα «ναι» σε μια φω­το­γρά­φι­ση στο Μαϊ­ά­μι μέχρι τα φώτα του Versace, το στού­ντιο του Desmond Child και τις με­λω­δί­ες που γεν­νή­θη­καν πάνω από ένα φτηνό συν­θε­σάι­ζερ Casio που τον οδή­γη­σε σε υπο­ψη­φιό­τη­τα για Grammy στην κα­τη­γο­ρία Κα­λύ­τε­ρου Ορ­χη­στρι­κού Άλ­μπουμ για το κομ­μά­τι Basement Tears.

Σή­με­ρα, αφού διέ­σχι­σε ωκε­α­νούς και βιο­μη­χα­νί­ες, ζει πια μό­νι­μα στην Ελ­λά­δα, στο νησί του πα­τέ­ρα του, αφή­νο­ντας τη θά­λασ­σα να γίνει το πε­ντά­γραμ­μο της νέας του ζωής. Με αυ­το­σαρ­κα­σμό, ευ­γνω­μο­σύ­νη και μια απλό­τη­τα που ξαφ­νιά­ζει για άν­θρω­πο που έζησε την από­λυ­τη χλιδή της μόδας, ο κ. Φρα­γκό­που­λος μιλά για τη δεύ­τε­ρη πα­τρί­δα του, την τέχνη που θε­ρα­πεύ­ει και το όνει­ρο, που όπως λέει, μόλις τώρα αρ­χί­ζει.

• Κύριε Φρα­γκό­που­λε πρέ­πει να είστε δεύ­τε­ρη γενιά απο­δή­μων Kαλυ­μνί­ων και γεν­νη­θή­κα­τε στο Οχάιο. Πως με­γα­λώ­σα­τε στις ΗΠΑ, οι γο­νείς σας δια­τη­ρού­σαν σχέση με την ιδιαί­τε­ρη πα­τρί­δα, δη­λα­δή ζού­σα­τε σε κα­τα­στά­σεις τύπου Fat Greek Wedding;

Α, κυρία Πα­μπρή, το να με­γα­λώ­νεις ως Ελ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νός στο Οχάιο ήταν βα­σι­κά η ζω­ντα­νή εκ­δο­χή του «Γάμος αλά Ελ­λη­νι­κά», ακόμα και τώρα, ψι­θυ­ρί­ζω τις μισές ατά­κες κάθε φορά που το δεί­χνει η τη­λε­ό­ρα­ση (και ναι, είμαι αυτός ο τύπος που φέρ­νει Windex (κα­θα­ρι­στι­κό τζα­μιών) σε κάθε μικρή κρίση. Φα­ντά­σου το σκη­νι­κό. Δύο για­γιά­δες στο ίδιο σπίτι, να διορ­θώ­νουν τα ελ­λη­νι­κά μου κρα­τώ­ντας στο ένα χέρι την κου­τά­λα και στο άλλο μια κου­τά­λα αυ­γο­λέ­μο­νο. Ήμουν δί­γλωσ­σος πριν καν πάω νη­πια­γω­γείο, αγ­γλι­κά στο σχο­λείο, ελ­λη­νι­κά μόλις περ­νού­σα την πόρτα του σπι­τιού. Η μαμά μου ήταν 100% Ελ­λη­νί­δα, αλλά τε­λεί­ως Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζα (σκέ­ψου τη Σοφία Πε­τρί­λο με κα­λύ­τε­ρα αγ­γλι­κά και κα­λύ­τε­ρα πα­πού­τσια) και ο μπα­μπάς ήταν φρε­σκο­φερ­μέ­νος από την Κά­λυ­μνο, μυ­ρί­ζο­ντας θά­λασ­σα και δου­λειά. Η τέ­λεια ένωση των δύο κό­σμων, πραγ­μα­τι­κά. Κα­θη­με­ρι­νές: αμε­ρι­κα­νι­κό δη­μό­σιο σχο­λείο. Μετά τις 3 μ.μ.: κα­τευ­θεί­αν ελ­λη­νι­κό σχο­λείο, ύστε­ρα κα­τη­χη­τι­κό την Κυ­ρια­κή, και μετά πρόβα στη νε­α­νι­κή χο­ρω­δία όπου κα­τέ­στρε­φα ύμνους σε οκτά­φω­νη αρ­μο­νία. Κάθε 25η Μαρ­τί­ου, στρι­μω­χνό­μουν σε μια φου­στα­νέ­λα δύο νού­με­ρα μι­κρό­τε­ρη, πα­ρή­λαυ­να στην πα­ρέ­λα­ση της Ελ­λη­νι­κής Ανε­ξαρ­τη­σί­ας και απήγ­γει­λα ποι­ή­μα­τα που θα έκα­ναν τον Κα­ζαν­τζά­κη να δα­κρύ­σει, συ­νή­θως ενώ προ­σευ­χό­μουν να μη ση­κω­θεί η φού­στα από τον άνεμο του Οχάιο. Πέντε αδέρ­φια κι όλοι μας συ­ρό­μα­σταν στην Κά­λυ­μνο, κάθε κα­λο­καί­ρι σαν ρολόι. Πα­ρα­πο­νιό­μα­σταν στο αε­ρο­πλά­νο και μετά περ­νού­σα­με δύο μήνες τρώ­γο­ντας χτα­πό­δι κα­τευ­θεί­αν από τα κα­ΐ­κια και προ­σποιού­μα­σταν ότι ήμα­σταν ντό­πιοι. Πε­τού­σα πάνω από τον Ατλα­ντι­κό από τεσ­σά­ρων χρο­νών κι έτσι μέχρι το λύ­κειο είχα δει πε­ρισ­σό­τε­ρη Ευ­ρώ­πη απ’ ό,τι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι κα­θη­γη­τές μου μαζί. Το αστείο είναι ότι μόνο πε­ρί­που το 42% των Αμε­ρι­κα­νών έχει καν δια­βα­τή­ριο. Ήμουν το πα­ρά­ξε­νο παιδί στο μά­θη­μα των μα­θη­μα­τι­κών που έλεγε χα­λα­ρά, «Ναι, αλλά πέρσι στη Σα­ντο­ρί­νη…» και όλοι με κοι­τού­σαν άδειοι. Το να είσαι τόσο «κο­σμο­πο­λί­της» στα δε­κα­έ­ξι ήταν σαν να φοράς νέον πι­να­κί­δα που έγρα­φε «Πα­ρα­κα­λώ, κο­ροϊ­δέψ­τε με». Αλλά τώρα που το σκέ­φτο­μαι; Δεν θα το άλ­λα­ζα για τί­πο­τα. Εκεί­να τα κα­λο­καί­ρια μου έδω­σαν μια οπτι­κή που οι πε­ρισ­σό­τε­ροι δεν απο­κτούν ούτε στο πα­νε­πι­στή­μιο, αν ποτέ τη βρουν. Οπότε ναι, είμαι ο τύπος που μπο­ρεί να πα­ραγ­γεί­λει καφέ στην Αθήνα, να φω­νά­ξει για τους Cleveland Browns (ομάδα αμε­ρι­κα­νι­κού πο­δο­σφαί­ρου) σε έναν αγώνα και να δα­κρύ­σει όταν ο παπάς θυ­μιά­ζει το Πάσχα. Λίγο για­γιά, λίγο Οχάιο και για πάντα ευ­γνώ­μων για κάθε μίλι που με έκανε και τα δύο.

• Πώς ξε­κί­νη­σε η δια­δρο­μή στον κόσμο της υψη­λής ρα­πτι­κής; Έχετε συ­νερ­γα­στεί με ονό­μα­τα όπως Dolce & Gabbana Armani, Versace, Ηermes etc, οί­κους που έχουν κα­θο­ρί­σει την πα­γκό­σμια μόδα. Πώς προ­έ­κυ­ψαν αυτές οι συ­νερ­γα­σί­ες;

Ξε­κί­νη­σα το μό­ντε­λινγκ στα δε­κα­πέ­ντε μου, στο Οχάιο, μι­κρές δου­λειές ανά­με­σα στα μα­θή­μα­τα, μέχρι που τε­λεί­ω­σα το λύ­κειο στα δε­κα­ο­χτώ. Ο πα­τέ­ρας μου με κά­θι­σε κάτω και μου είπε: « – Πρώτα το πα­νε­πι­στή­μιο, τέλος το μό­ντε­λινγκ». Του έδωσα τον λόγο μου. Έτσι πήγα στο Art Institute στο Μαϊ­ά­μι, απο­φα­σι­σμέ­νος να κρα­τή­σω την υπό­σχε­σή μου. Τη δεύ­τε­ρη χρο­νιά, στα δε­κα­εν­νέα μου, ένας φοι­τη­τής φω­το­γρα­φί­ας με ρώ­τη­σε αν μπο­ρού­σε να με φω­το­γρα­φί­σει για μια σχο­λι­κή ερ­γα­σία. Είπα «ναι» πριν προ­λά­βω να το σκε­φτώ. «-Συγ­γνώ­μη, μπα­μπά». Αυτές οι φω­το­γρα­φί­ες κα­τέ­λη­ξαν στο κο­ρυ­φαίο πρα­κτο­ρείο του Μαϊ­ά­μι και μετά στον Πολ Χά­γκνερ, τον ιδιο­κτή­τη του First, το πρώτο πρα­κτο­ρείο που πραγ­μα­τι­κά έβαλε το Πα­ρί­σι στον χάρτη για τα αν­δρι­κά μο­ντέ­λα. Μια εβδο­μά­δα αρ­γό­τε­ρα ήμουν στο αε­ρο­πλά­νο για τη Γαλ­λία. Η πρι­γκί­πισ­σα Στε­φα­νί ήταν κι εκεί­νη υπο­γε­γραμ­μέ­νη στο ίδιο πρα­κτο­ρείο, βρε­θή­κα­με και οι δύο κα­λε­σμέ­νοι στο ίδιο δεί­πνο ένα βράδυ και ήταν πραγ­μα­τι­κά υπέ­ρο­χη. Μετά ήρθε το Μι­λά­νο. Ο Τζιά­νι Βερ­σά­τσε με έκλει­σε για την πρώτη μου πα­σα­ρέ­λα και ξαφ­νι­κά, μου ζή­τη­σε να ανοί­ξω το σόου του. Ήμουν τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος στα πα­ρα­σκή­νια, αλλά όταν άνα­ψαν τα φώτα και έκανα το πρώτο μου βήμα, κάτι μέσα μου απλώς «κού­μπω­σε». Μετά το σόου, μου έσφι­ξε το χέρι, χα­μο­γέ­λα­σε και μου είπε πόσο αγα­πού­σε την ελ­λη­νι­κή ιστο­ρία δεί­χνο­ντας το μο­τί­βο του ελ­λη­νι­κού κλει­διού στο λο­γό­τυ­πο και μου είπε: « -Αυτό δεν βγαί­νει ποτέ από τη μόδα». Κρα­τή­σα­με επαφή όλα αυτά τα χρό­νια ήταν πάντα ευ­γε­νι­κός, πάντα γεν­ναιό­δω­ρος με τον χρόνο του. Και ύστε­ρα ήρθε εκεί­νο το φρι­κτό πρω­ι­νό στο Miami Beach. Έμενα μόλις λίγα τε­τρά­γω­να μα­κριά από το σπίτι του όταν βγήκε η εί­δη­ση. Μέχρι να φτάσω στην Casa Casuarina, ο δρό­μος ήταν απο­κλει­σμέ­νος με κορ­δέ­λες. Στά­θη­κα εκεί, κοι­τά­ζο­ντας τα σκα­λιά, το αίμα… και έκλα­ψα. Εί­κο­σι οκτώ χρό­νια μετά, ακόμα κόβω τα­χύ­τη­τα κάθε φορά που περ­νάω μπρο­στά από εκεί­νο το σπίτι και ψι­θυ­ρί­ζω «ανα­παύ­σου εν ει­ρή­νη» στον άν­θρω­πο που χά­ρι­σε σε ένα αγ­χω­μέ­νο παιδί από το Οχάιο τη με­γα­λύ­τε­ρη ευ­και­ρία της ζωής του στη μόδα. Ένα μικρό «ναι» στο Μαϊ­ά­μι πραγ­μα­τι­κά άλ­λα­ξε τα πάντα. Η ζωή είναι πα­ρά­ξε­νη έτσι;

• Ποια ήταν η πιο κα­θο­ρι­στι­κή εμπει­ρία σας δου­λεύ­ο­ντας δίπλα σε τόσο ισχυ­ρές δη­μιουρ­γι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες;

Αυτό το κομ­μά­τι πάντα με κάνει να χα­μο­γε­λώ όταν το θυ­μά­μαι…Ήμουν αρ­κε­τά τυ­χε­ρός να είμαι ένα από τα προ­σω­πι­κά μο­ντέ­λα εφαρ­μο­γής του Gianni Versace. Λίγες εβδο­μά­δες πριν από κάθε επί­δει­ξη περ­νού­σα ολό­κλη­ρες μέρες στο ιδιω­τι­κό του ατε­λιέ με τον ίδιο, τη Donatella, τον σύ­ζυ­γό της Paul, τον Antonio και τη μικρή ομάδα που έδινε ζωή στη μα­γεία της μόδας. Φο­ρού­σα τα πρω­τό­τυ­πα ρούχα της πα­σα­ρέ­λας, κομ­μά­τια που δεν είχε δει κα­νείς άλλος. Ο Gianni και η Donatella περ­νού­σαν γύρω μου, καρ­φι­τσώ­νο­ντας, διορ­θώ­νο­ντας υφά­σμα­τα, συ­ζη­τώ­ντας λε­πτο­μέ­ρειες χρώ­μα­τος ή μή­κους. Ήταν απί­στευ­τα ευ­γε­νι­κοί.

Πάντα ρω­τού­σαν πώς ένιω­θα όταν φο­ρού­σα κάτι. Κά­ποιες φορές, όταν δί­στα­ζαν ανά­με­σα σε δύο εκ­δο­χές, ο Gianni με κοί­τα­ζε χα­μο­γε­λώ­ντας πο­νη­ρά και έλεγε: « – Αγάπη μου, πες μας, ποιο κάνει την καρ­διά σου να τρα­γου­δά;» Και πραγ­μα­τι­κά άκου­γαν την απά­ντη­ση. Το με­ση­με­ρια­νό ήταν μια μικρή τε­λε­τουρ­γία: γά­ντια, πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια, ιτα­λι­κό φα­γη­τό ανά­με­σα σε ρολά από με­τά­ξι και καρ­φί­τσες. Ένιω­θες πως ήσουν μέλος μιας οι­κο­γέ­νειας που έγρα­φε ιστο­ρία στη μόδα. Ήμουν επί­σης εκεί από την αρχή με τον Stefano και τον Domenico (Dolce & Gabbana) όταν είχαν ακόμα το μικρό τους στού­ντιο έξω από το Μι­λά­νο. Ήταν (και πα­ρα­μέ­νουν) από τους πιο ευ­γε­νι­κούς και αυ­θε­ντι­κούς αν­θρώ­πους που έχω γνω­ρί­σει. Έκανα το πρώτο τους σόου και αρ­γό­τε­ρα φω­το­γρα­φή­θη­κα από τον Steven Meisel για την πρώτη διε­θνή τους κα­μπά­νια. Θυ­μά­μαι ένα βράδυ στη Νέα Υόρκη, λίγο πριν λαν­σα­ρι­στούν στην Αμε­ρι­κή, ήταν αγ­χω­μέ­νοι πως ο κό­σμος δεν θα κα­τα­λά­βει το όραμά τους. Τους κρά­τη­σα τα χέρια και τους είπα: « – Πι­στέψ­τε με, η Αμε­ρι­κή θα σας λα­τρέ­ψει.» Και έτσι έγινε. Ύστε­ρα από τόσα χρό­νια μέσα σε ατε­λιέ, βλέ­πο­ντας τη δη­μιουρ­γία να ξε­τυ­λί­γε­ται βε­λο­νιά προς βε­λο­νιά, απο­κτάς ένα βλέμ­μα που δεν κλεί­νει ποτέ. Ακόμη κι όταν μπαί­νω σε μια μπου­τίκ, πιάνω τον εαυτό μου να σκέ­φτε­ται:«- Αυτό το βε­λά­κι θα έπρε­πε να είναι λίγο πιο ψηλά» και γελάω, γιατί όταν έχεις υπάρ­ξει μέρος εκεί­νου του κό­σμου, γί­νε­ται για πάντα μέρος σου.

• Η μόδα συχνά κα­τη­γο­ρεί­ται για επι­φα­νεια­κό­τη­τα. Πι­στεύ­ε­τε ότι η δη­μιουρ­γία μπο­ρεί να είναι και μορφή προ­σω­πι­κής ή κοι­νω­νι­κής έκ­φρα­σης;

Ναι, κα­τα­λα­βαί­νω από­λυ­τα γιατί τόσος κό­σμος βλέ­πει τη βιο­μη­χα­νία της μόδας σαν κάτι επι­φα­νεια­κό και ει­λι­κρι­νά, από έξω συχνά έτσι φαί­νε­ται. Όταν όμως κά­νεις zoom out, είναι η έβδο­μη με­γα­λύ­τε­ρη βιο­μη­χα­νία στον κόσμο, πα­ρά­γει πάνω από 100 δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια ρούχα τον χρόνο και οι online πω­λή­σεις μόδας ξε­πέ­ρα­σαν το 1 τρι­σε­κα­τομ­μύ­ριο δο­λά­ρια το 2025. Είναι πολ­λές πραγ­μα­τι­κές δου­λειές, δη­μιουρ­γι­κό­τη­τα και οι­κο­νο­μι­κός αντί­κτυ­πος που κρύ­βο­νται πίσω από τη λάμψη. Την «επι­φα­νεια­κή» πλευ­ρά την ένιω­σα μόνο προς το τέλος της κα­ριέ­ρας μου ως μο­ντέ­λο, όταν είχα φτά­σει στην κο­ρυ­φή. Ξαφ­νι­κά κα­τα­λα­βαί­νεις ότι σε αντι­με­τω­πί­ζουν σαν πε­ρι­πα­τού­σα δια­φη­μι­στι­κή πι­να­κί­δα, ένα ακρι­βό εμπό­ρευ­μα που νοι­κιά­ζει το πρό­σω­πο και το σώμα του για να που­λή­σει εκα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια σε ρούχα.

Είναι πε­ρί­ερ­γη η αί­σθη­ση όταν η αξία σου εξαρ­τά­ται μόνο από το πώς δεί­χνεις εκεί­νη τη σεζόν. Από την άλλη, τα προ­νό­μια ήταν πραγ­μα­τι­κά μα­γι­κά. Nα παίρ­νω το Concorde για Πα­ρί­σι, ιδιω­τι­κά αε­ρο­πλά­να, να με με­τα­φέ­ρουν με λι­μου­ζί­να σε πό­λεις που μόνο ονει­ρευό­μουν, να μένω στα ωραιό­τε­ρα ξε­νο­δο­χεία. Ακόμα τσι­μπιέ­μαι όταν τα θυ­μά­μαι.

Είμαι τόσο ευ­γνώ­μων που είδα τον κόσμο με αυτόν τον τρόπο. Ναι λοι­πόν, η μόδα μπο­ρεί να φαί­νε­ται ρηχή από μα­κριά, αλλά είναι επί­σης ένας τε­ρά­στιος, πο­λύ­πλο­κος κό­σμος που χά­ρι­σε σε ένα παιδί από μικρή πόλη εμπει­ρί­ες που θα κρα­τή­σω για πάντα και τε­λι­κά το κου­ρά­γιο να κυ­νη­γή­σω αυτό που πραγ­μα­τι­κά με­τρά­ει.

• Πα­ράλ­λη­λα με τη μόδα, έχετε ασχο­λη­θεί και με τη μου­σι­κή. Πώς μπήκε η μου­σι­κή στη ζωή σας, ως πάθος, ως ανά­γκη έκ­φρα­σης, ή και τα δύο;

Να μια πιο σφι­χτή, ζου­με­ρή ελ­λη­νι­κή version. Μόλις είχα με­τα­κο­μί­σει Λ.Α. για το όνει­ρο της ηθο­ποι­ί­ας, αλλά ακόμα έκανα κα­νέ­να modeling που πλή­ρω­νε τόσο καλά ώστε νοί­κια­σα διώ­ρο­φη ισπα­νι­κή βίλα στους λό­φους του Χό­λι­γουντ με τα­βά­νια-πο­λυ­ε­λαί­ους που δεν άξιζα. Μια Κυ­ρια­κή στο Rose Bowl Flea Market βλέπω ένα σα­ρα­βα­λέ Casio $40.

Η τότε κο­πέ­λα μου με κοι­τά­ει στρα­βω­μέ­να: -«Παί­ζεις; » -«Ακόμα όχι. Αλλά με φω­νά­ζει σαν σει­ρή­να » Γέ­λα­σε τόσο που κό­ντε­ψε να ρου­φή­ξει τον freddo της. Δυο μέρες μετά ήμουν κολ­λη­μέ­νος πάνω του. Με­λω­δί­ες έβγαι­ναν σαν τρε­λές, έστελ­να 20’’ voice memos, με βά­φτι­σε Casio-Man. 30 χρό­νια μετά, ακόμα χα­μο­γε­λάω. Κά­ποιος πα­ρα­γω­γός μ’ άκου­σε: «Αν κρα­τάς νότα, βγά­ζου­με δίσκο » Δο­κι­μά­σα­με τα πάντα. Αμε­ρι­κά­νι­κη pop, club κομ­μά­τια που έσπα­γαν τζά­μια, μετά ελ­λη­νι­κά από ενο­χές. Βρέ­θη­κα στο Αμ­βούρ­γο να ηχο­γρα­φώ 7-track CD με τίτλο DENO: From Hamburg to L.A. Ο πα­τέ­ρας μου: «- Γερ­μα­νία; Οι ίδιοι που…» «- Μπα­μπά, έχουν φα­ντα­στι­κά studio και κα­λύ­τε­ρα pretzel. Χα­λά­ρω­σε » Έγρα­ψα δυο ελ­λη­νι­κά single, τα έστει­λα Αθήνα. Heaven, Minos, Warner με φω­νά­ζουν. Ακού­νε τα ελ­λη­νι­κά μου και χα­μο­γε­λά­νε γλυκά: «- Φωνή υπέ­ρο­χη, πιάνο φο­νι­κό… αλλά η προ­φο­ρά σου είναι «οπα» με τη­γα­νι­τές πα­τά­τες. Θα σε σφά­ξουν τα πρω­το­σέ­λι­δα, αγάπη μου » Και θα έπαι­ζα τα ίδια 12 τρα­γού­δια σε μπου­ζου­ξί­δι­κα μέχρι να σι­χα­θώ το όνομά μου. Η Ελένη Με­νε­γά­κη με κά­λε­σε live. Πα­νι­κο­βλή­θη­κα τόσο που γκώ­σα­ρα ολό­κλη­ρη τη χώρα. Σκη­νι­κός φόβος, αήτ­τη­τος. Fast-forward, σή­με­ρα: μόλις έγινα Έλ­λη­νας πο­λί­της, κά­θο­μαι στη βε­ρά­ντα του εξο­χι­κού που μας άφησε ο πα­τέ­ρας μου, κοι­τάω το Αι­γαίο σαν να πε­ρι­μέ­νει τη σειρά του. Το πιάνο δεν το αγό­ρα­σα ακόμα (αύριο, ορ­κί­ζο­μαι), αλλά μόλις έρθει θα κάνω αυτό που ονει­ρευό­ταν ο 19χρο­νος Casio-Man: ολό­κλη­ρο άλ­μπουμ με μόνο συ­νο­δεία αλ­μύ­ρα και αγέρι. Από ένα Casio 40 δο­λα­ρί­ων σε πα­ζά­ρι μέχρι λευκή παρ­τι­τού­ρα μπρο­στά στην ίδια θά­λασ­σα που άφησε πίσω ο πα­τέ­ρας μου μι­κρός… ναι, είμαι ο πιο τυ­χε­ρός ντρο­πα­λός τύπος του πλα­νή­τη. Κά­ποιος να με τσι­μπή­σει. Ή μάλ­λον όχι. Είμαι ξύ­πνιος και έτοι­μος να παίξω.

• Τι εί­δους μου­σι­κή σάς εκ­φρά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο; Πώς θα πε­ρι­γρά­φα­τε το προ­σω­πι­κό σας μου­σι­κό ύφος. Αν δεν απα­τά­με κά­ποια στιγ­μή ήσα­σταν και μέλος ενός pop συ­γκρο­τή­μα­τος;

Είμαι ένας άν­θρω­πος που πο­ρεύ­ε­ται στη ζωή με την καρ­διά του στο μα­νί­κι, οπότε μάλ­λον οι ροκ μπα­λά­ντες στο πιάνο θα ήταν ο ιδα­νι­κός μου συν­δυα­σμός.

Προς το παρόν, όμως, νιώθω πιο άνετα να κά­θο­μαι πίσω από το πιάνο μου και να τρα­γου­δώ μόνο για τον εαυτό μου, αλλά ποιος ξέρει τι θα φέρει ο χρό­νος μου εδώ στην Ελ­λά­δα. Κά­πο­τε ήμουν φω­νη­τι­κά δεύ­τε­ρη φωνή για τον Σάκη Ρουβά, τρα­γού­δη­σα φω­νη­τι­κά στο Μαϊ­ά­μι για τους μου­σι­κούς πα­ρα­γω­γούς Φοίβο και Desmond Child, στο στού­ντιο του Desmond στο Μαϊ­ά­μι. Μου τη­λε­φώ­νη­σε και με ρώ­τη­σε αν ξέρω ποιος είναι ο Σάκης Ρου­βάς και του είπα «ναι, φυ­σι­κά γιατί;» και μου είπε «ηχο­γρα­φώ το νέο του άλ­μπουμ με τον Φοίβο». Τρε­λά­θη­κα από τη χαρά μου! Τρα­γού­δη­σα στα κομ­μά­τια “Όλα Καλά και Μια Ζωή Μαζί”. Πρό­σφα­τα έστει­λα ένα προ­σω­πι­κό email στον μά­να­τζερ του Desmond Child, ζη­τώ­ντας να του πει ότι επι­κοι­νώ­νη­σα και να μάθει αν ο Desmond βρί­σκε­ται αυτή την πε­ρί­ο­δο στο δεύ­τε­ρο σπίτι του στην Ελ­λά­δα ή στο Νά­σβιλ. Ελ­πί­ζω να ξα­να­συν­δε­θού­με και ίσως να μπο­ρέ­σει να με συ­στή­σει ξανά στον Φοίβο. Ήμουν σε δύο μπά­ντες η πρώτη, για πολύ σύ­ντο­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα στο Μαϊ­ά­μι, δη­μιουρ­γή­θη­κε από τον Desmond, ο οποί­ος ένωσε πέντε μου­σι­κούς ενώ εγώ έπαι­ζα πιάνο στη σκηνή. Μας ζή­τη­σε να παί­ζου­με κάθε Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο σε clubs, αλλά όταν τα υπό­λοι­πα μέλη δεν είδαν αμέ­σως συμ­βό­λαιο ή χρή­μα­τα, απο­χώ­ρη­σαν.

Η δεύ­τε­ρη μπά­ντα ήταν επί­σης στο Μαϊ­ά­μι, αλλά ένας από τους κι­θα­ρί­στες είχε πρό­βλη­μα αλ­κο­ο­λι­σμού, με απο­τέ­λε­σμα να πα­θαί­νει blackouts και ψυ­χω­τι­κά επει­σό­δια, κάτι που διέ­λυ­σε τη μπά­ντα μέσα σε λι­γό­τε­ρο από έξι μήνες.

Παρ’ όλα αυτά, προ­λά­βα­με να ηχο­γρα­φή­σου­με ένα τρα­γού­δι μαζί, το Running Away, που είχε πολύ καλές προ­ο­πτι­κές. Βρί­σκε­ται δω­ρε­άν στη μου­σι­κή μου σε­λί­δα reverbnation.com υπό το όνομα Deno Frangopoulos, μαζί με τα δύο ελ­λη­νι­κά EDM κομ­μά­τια μου.

Η σε­λί­δα μου στο Instagram, που άνοι­ξα πρό­σφα­τα τον Σε­πτέμ­βριο, είναι @DenoFrangopoulos, όπου υπάρ­χει και δω­ρε­άν σύν­δε­σμος για το ποπ single μου από τη Γερ­μα­νία με τίτλο On My Way. Τα CD μου με πιάνο είναι το “Pour Mon Père” στο Spotify, και το κα­λύ­τε­ρό μου άλ­μπουμ για πιάνο είναι το “Icarus Bleeds” από τον Deno Frangopoulos, δια­θέ­σι­μο σε YouTube, Spotify, Apple Music και iTunes. Ήμουν υπο­ψή­φιος για Grammy στην κα­τη­γο­ρία Κα­λύ­τε­ρου Ορ­χη­στρι­κού Άλ­μπουμ για το κομ­μά­τι μου Basement Tears.

• Ζείτε ανά­με­σα σε δια­φο­ρε­τι­κούς πο­λι­τι­σμούς. Αμε­ρι­κα­νι­κή νο­ο­τρο­πία και νη­σιω­τι­κή αυ­θε­ντι­κό­τη­τα. Πώς συ­νυ­πάρ­χουν αυτά μέσα σας;

Πάντα ζούσα ανά­με­σα σε δύο κό­σμους, αλλά τώρα είμαι έτοι­μος να ρίξω πραγ­μα­τι­κές ρίζες και να κάνω την Ελ­λά­δα το αιώ­νιο σπίτι μου, τη βάση μου, τη διεύ­θυν­ση της καρ­διάς μου. Στα χαρ­τιά είμαι ακόμα Αμε­ρι­κα­νός (και προ­φα­νώς και σε κάθε ντύ­σι­μό μου), οπότε κάθε φορά που ανοί­γω το στόμα μου εδώ, παίρ­νω την ίδια αξιο­λά­τρευ­τη αντί­δρα­ση: μάτια διά­πλα­τα, σα­γό­νια κάτω, ολό­κλη­ρη η ελ­λη­νι­κή σα­που­νό­πε­ρα.

Τη μια στιγ­μή ετοι­μά­ζο­νται για σπα­σμέ­να «hello, where is beach?» αγ­γλι­κά την επό­με­νη κου­βε­ντιά­ζω στα ελ­λη­νι­κά και ανα­φω­νούν, «Μα είσαι Έλ­λη­νας!» Όταν εξηγώ ότι είμαι Ελ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νός, γεν­νη­μέ­νος στις ΗΠΑ, με πλημ­μυ­ρί­ζουν με τα πιο γλυκά κο­μπλι­μέ­ντα για τα ελ­λη­νι­κά μου. Κοκ­κι­νί­ζω κάθε φορά, κρυφά είμαι τόσο ανα­σφα­λής γι’ αυτό.

Τα αγ­γλι­κά μου είναι σε πα­νε­πι­στη­μια­κό επί­πε­δο, τα ελ­λη­νι­κά μου με­ρι­κές μέρες ακόμα σκο­ντά­φτουν. Αλλά είμαι εδώ για πάντα τώρα και ανυ­πο­μο­νώ να συ­νε­χί­σει η γλώσ­σα να αν­θί­ζει μέσα μου σαν άγριο θυ­μά­ρι σε αυ­τούς τους λό­φους. Θα είμαι πάντα εκεί­νο το ελ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νά­κι που με­γά­λω­σε στο Οχάιο, αλλά τη στιγ­μή που μπαί­νω στην εκ­κλη­σία, ανάβω ένα κε­ρά­κι και ακούω το βυ­ζα­ντι­νό τρο­πά­ριο να υψώ­νε­ται, νιώθω τη για­γιά και τον παπ­πού μου να στέ­κο­νται ακρι­βώς πίσω μου. Ρίγη τρέ­χουν στη σπον­δυ­λι­κή μου στήλη, δά­κρυα κρύ­βο­νται και ξέρω, βαθιά στα κό­κα­λά μου, επι­τέ­λους, αλη­θι­νά, είμαι σπίτι.

• Αν σας ζη­τού­σα να πε­ρι­γρά­ψε­τε «το όνει­ρό σας» με μία φράση, ποια θα ήταν;

Το όνει­ρό μου για τον κόσμο είναι το πιο απλό. Ει­ρή­νη, υγεία και ευ­η­με­ρία για κάθε ψυχή που περ­πα­τά σε αυτή τη γη. Και για μένα; Ζω ήδη μέσα στο όνει­ρο που ψι­θύ­ρι­ζα όταν ήμουν παιδί. Κάθε πρωί ξυπνώ με την ίδια θά­λασ­σα που άφησε πίσω του ο πα­τέ­ρας μου, κάθε βράδυ βλέπω τον ήλιο να λιώ­νει μέσα της σαν μέλι.

Την Κυ­ρια­κή γλι­στρώ στην εκ­κλη­σού­λα στο δρόμο, ανάβω το κε­ρά­κι μου, και η φλόγα χο­ρεύ­ει με τον ίδιο τρόπο που χό­ρευε όταν η για­γιά κρα­τού­σε το χέρι μου πριν από πε­νή­ντα χρό­νια. Κλεί­νω τα μάτια μου, το βυ­ζα­ντι­νό τρο­πά­ριο με τυ­λί­γει, και ζητώ από τον Θεό ένα πράγ­μα: «Να φω­τί­ζεις το μο­νο­πά­τι.

Εγώ θα συ­νε­χί­σω να περ­πα­τώ». Όποιες ευ­λο­γί­ες κι αν έρ­θουν στη συ­νέ­χεια, είμαι έτοι­μος, με ανοι­χτή καρ­διά, ευ­γνώ­μων πέρα από λόγια και ακόμα ονει­ρεύ­ο­μαι δυ­να­τά. Αυτή είναι η ζωή για την οποία προ­σευ­χό­μουν. Και μόλις τώρα αρ­χί­ζει.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.