ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αστυπάλαια: Το λαμπερό αστέρι του Αιγαίου-Αφιέρωμα

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Αστυπάλαια

Μοιά­ζει µε νησί των Κυ­κλά­δων, αλλά ανή­κει στα Δω­δε­κά­νη­σα. Εχει σκλη­ρά, αλλά πανέµορφα τοπία, δε­κά­δες πα­ρα­λί­ες να την πε­ρι­κυ­κλώ­νουν, κου­κλί­στι­κη Χώρα και για σύµβολό της ένα βε­νε­τσιά­νι­κο κά­στρο.

Το σχήµα της Αστυ­πά­λαιας θυµίζει πε­τα­λού­δα σε κί­νη­ση. Η Αστρο­πα­λιά, όπως συχνά ανα­φέ­ρε­ται, είναι το τέ­ταρ­το με­γα­λύ­τε­ρο νησί των Δω­δε­κα­νή­σων (96 τ. χλμ.) με ακτο­γραµµή 128 χλμ. Το δυ­τι­κό τµήµα µε τα τρα­χιά τοπία και τα φαιά χρώ­μα­τα ονοµάζε­ται Εξω Νησί, ενώ το σαφώς πιο πρά­σι­νο ανα­το­λι­κό τμήμα Μέσα Νησί. Τα δύο τµήµατα συν­δέ­ο­νται µε στενό ισθµό, απο­τέ­λεσµα της κα­τα­βύ­θι­σης που υπέ­στη η ξηρά «γεν­νώ­ντας» στη θέση της τον βό­ρειο και τον νότιο κόλπο της Αστυ­πά­λαιας.

Τα χαράµατα της 9ης Ιου­λί­ου του 1956 όλη η πε­ριο­χή του Αι­γαί­ου συ­γκλο­νί­στη­κε από δύο ισχυ­ρό­τα­τους σεισµούς των 7,5 και 7 Ρί­χτερ που εκ­δη­λώ­θη­καν µε δια­φο­ρά 13 λε­πτών. Ο κύ­ριος σεισµός έντα­σης 7,5 Ρί­χτερ σηµειώ­θη­κε σε θα­λάσ­σιο χώρο κοντά στις νο­τιο­α­να­το­λι­κές ακτές της Αµοργού και δηµιούρ­γη­σε τε­ρά­στιο πα­λιρ­ροϊ­κό κύµα όταν κα­τέρ­ρευ­σαν οι πλα­γιές της θα­λάσ­σιας χα­ρά­δρας µεταξύ Αµοργού και Αστυ­πά­λαιας.

Λευκό σε γα­λα­ζο­πρά­σι­νο φόντο
%IMAGEALT%

Το φο­νι­κό τσου­νά­μι κι­νή­θη­κε προς την Αστυ­πά­λαια και έφτα­σε το ύψος των 20 μέ­τρων όταν χτύ­πη­σε στις βό­ρειες και βο­ρειο­δυ­τι­κές ακτές της. Από τον σει­σμό κα­τέρ­ρευ­σαν τα πε­ρισ­σό­τε­ρα σπί­τια του Κά­στρου και κα­τέ­πε­σε όλη η βο­ρειο­α­να­το­λι­κή πλευ­ρά των τει­χών του.

Το χρώμα της θά­λασ­σας έγινε γκρι κι αυτή τρα­βή­χτη­κε πριν γυ­ρί­σει με ορμή και ει­σβά­λει στο εσω­τε­ρι­κό του νη­σιού. Γι­γά­ντιο κύμα εκ­δη­λώ­θη­κε και στις νό­τιες ακτές (Μαλ­τε­ζά­να, Λι­βά­δι), ενώ στο λι­μά­νι του Πέρα Για­λού με­γά­λο μέρος του αλιευ­τι­κού στό­λου του νη­σιού συ­ντρι­βό­ταν μέσα σε δευ­τε­ρό­λε­πτα στα βρά­χια.

Δε­κα­ε­τί­ες μετά τον ιστο­ρι­κό σει­σμό, η Αστυ­πά­λαια είναι σή­με­ρα μια κού­κλα. Η ει­κό­να της κα­τά­λευ­κης Χώρας στον φαιο­κί­τρι­νο λόφο συ­γκλο­νί­ζει έτσι όπως στε­φα­νώ­νε­ται και από το με­σαιω­νι­κό βε­νε­τσιά­νι­κο κά­στρο των Querini.

Το το­πι­κό φέρι «Νήσος Κά­λυ­μνος» πιά­νει στο λι­μά­νι του Πέρα Για­λού που αντι­κα­το­πτρί­ζει την ει­κό­να της του­ρι­στι­κής ανά­πτυ­ξης των τε­λευ­ταί­ων χρό­νων. Πολλά ξε­νο­δο­χεία και άλλες του­ρι­στι­κές επι­χει­ρή­σεις απλώ­νο­νται από ψηλά στον λόφο μέχρι χα­μη­λά στη θά­λασ­σα, πε­ρι­κλεί­ο­ντας τη μικρή πα­ρα­λία με τα αρ­μυ­ρί­κια. Ενας στε­νός πο­λύ­βουος δρο­μά­κος οδη­γεί στους Μύ­λους, στην εί­σο­δο της Χώρας.

Από τους δώ­δε­κα ξε­τρο­χά­ρη­δες (η στέγη και ο μη­χα­νι­σμός πε­ρι­στρέ­φο­νται ώστε να βρί­σκε­ται πά­ντο­τε ο ευ­νοϊ­κό­τε­ρος άνε­μος) ανε­μό­μυ­λους που δού­λευαν αστα­μά­τη­τα στο διά­σε­λο ανά­με­σα στους λό­φους του Κά­στρου και του Προ­φή­τη Ηλία σώ­ζο­νται σή­με­ρα και προ­στα­τεύ­ο­νται από την Αρ­χαιο­λο­γι­κή Υπη­ρε­σία οι οκτώ και τα ερεί­πια ενός ένα­του. Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, μά­λι­στα, ότι ένας ανε­μό­μυ­λος χρη­σι­μο­ποιεί­ται σαν γρα­φείο του­ρι­στι­κών πλη­ρο­φο­ριών, ενώ ένας άλλος, ιδιω­τι­κός, ως κάβα ενός mini market.

Αγρια ομορ­φιά στην Ψιλή Αμμο
%IMAGEALT%

Είχα πλη­ρο­φο­ρη­θεί ότι κοντά στο δη­μαρ­χείο βρί­σκε­ται ένα must κα­φε­νείο και φυ­σι­κά δεν έχασα την ευ­και­ρία να τα­ξι­δέ­ψω για λίγο στην Ελ­λά­δα του ΄50 πριν πε­ρι­πλα­νη­θώ στο με­σαιω­νι­κό ενε­τι­κό Κά­στρο. Το κα­φε­νείο «του Μουγ­γού» με την πρω­τό­τυ­πη δια­κό­σμη­ση, τη φα­ντα­στι­κή θέα από το μπαλ­κο­νά­κι και τον αχταρ­μά προ­σω­πι­κο­τή­των που δια­κο­σμούν τους τοί­χους του είναι το ιδα­νι­κό ορ­μη­τή­ριο πριν τις δύ­σκο­λες ανη­φό­ρες που θα ακο­λου­θή­σουν.

Βε­νε­τσιά­νι­κη πο­λι­τεία

Παίρ­νο­ντας την πιο φαρ­διά οδό, αυτή του δη­μαρ­χεί­ου, και ακο­λου­θώ­ντας τις τα­μπέ­λες ανά­με­σα στα στενά σο­κά­κια και τις σκά­λες, φτάνω στη δί­φυλ­λη πύλη του κά­στρου, που απο­τε­λεί το σήμα κα­τα­τε­θέν της Αστυ­πά­λαιας. Πάνω από την πύλη υψώ­νε­ται ο πύρ­γος των φε­ου­δαρ­χών, τε­λευ­ταίο ση­μείο άμυ­νας της οχύ­ρω­σης. To κά­στρο υπήρ­ξε ο πρώ­τος οι­κι­στι­κός πυ­ρή­νας της ση­με­ρι­νής Χώρας. Πρω­το­χτί­στη­κε πάνω στα ερεί­πια βυ­ζα­ντι­νού κά­στρου, που κι αυτό με τη σειρά του χτί­στη­κε πάνω στα ερεί­πια της αρ­χαί­ας ακρό­πο­λης.

Τη ση­με­ρι­νή του μορφή την πήρε το 1413 με την ανα­κα­τα­σκευή του από τον Giovanni Zanachi Querini. Πρό­κει­ται για πραγ­μα­τι­κό μνη­μείο των συν­θη­κών δια­βί­ω­σης στο Αι­γαίο, την εποχή που οι πει­ρα­τές αλώ­νι­ζαν το αρ­χι­πέ­λα­γος λη­στεύ­ο­ντας, πυρ­πο­λώ­ντας και δια­γου­μί­ζο­ντας. Οι Querini απο­χώ­ρη­σαν ορι­στι­κά από το νησί το 1537 όταν ο φο­βε­ρός και τρο­με­ρός πει­ρα­τής Χαϊ­ρε­ντίν Μπαρ­μπα­ρό­σα (εξω­μό­της από τη Μυ­τι­λή­νη) κα­τέ­λα­βε το νησί. Με την τουρ­κι­κή κυ­ριαρ­χία κα­ταρ­γή­θη­κε του­λά­χι­στον το φε­ου­δαρ­χι­κό σύ­στη­μα και η γη επέ­στρε­ψε στους καλ­λιερ­γη­τές της, ενώ στα­μά­τη­σαν και οι πε­ριο­ρι­σμοί στη λα­τρευ­τι­κή ζωή των ορ­θο­δό­ξων.

Ο ναός της Πα­να­γί­ας Πορ­τα­ΐ­τισ­σας, από τους πιο ξε­χω­ρι­στούς των Δω­δε­κα­νή­σων
%IMAGEALT%

Το τεί­χος που πε­ρι­κλεί­ει την επί­πε­δη έκτα­ση στην κο­ρυ­φή του λόφου, σχη­μα­τί­ζει ένα κλει­στό δα­χτυ­λί­δι. Ου­σια­στι­κά πρό­κει­ται για εξω­τε­ρι­κό και εσω­τε­ρι­κό τεί­χος που ενώ­νο­νται από εγκάρ­σιους τοί­χους. Στους ελεύ­θε­ρους χώ­ρους δια­μορ­φώ­νο­νται στενά, κυ­ρί­ως τριώ­ρο­φα κτί­ρια, τα λε­γό­με­να ξώ­κα­στρα, για τη στέ­γα­ση και την προ­στα­σία των κα­τοί­κων σε μο­νό­σπι­τα.

Με αυτόν τον τρόπο οι Βε­νε­τοί εξα­σφά­λι­ζαν στέγη αλλά φρό­ντι­ζαν και για τη σω­τη­ρία των ντό­πιων (των «πα­ρα­γω­γι­κών τους ερ­γα­λεί­ων»…). Η ύπαρ­ξη του κά­στρου και η προ­στα­σία που πα­ρεί­χε στους κα­τοί­κους έγινε η αιτία να αυ­ξη­θεί ο πλη­θυ­σμός της Αστυ­πά­λαιας.

Ολό­λευ­κες εκ­κλη­σί­ες

Οι αυ­ξη­μέ­νες ανά­γκες στέ­γα­σης οδή­γη­σαν στην κα­τα­σκευή νέων σπι­τιών στον εσω­τε­ρι­κό ελεύ­θε­ρο χώρο του κά­στρου (σώ­κα­στρα), με απο­τέ­λε­σμα να δη­μιουρ­γη­θεί μια ολό­κλη­ρη πο­λι­τεία εντός των τει­χών που έφτα­σε να φι­λο­ξε­νεί μέχρι και 2.500 κα­τοί­κους.

Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ότι η Κα­στρο­πο­λι­τεία διέ­θε­τε ένα άρι­στο απο­χε­τευ­τι­κό σύ­στη­μα κα­τα­σκευα­σμέ­νο με πή­λι­νους αγω­γούς και παρά την πο­λυ­κο­σμία οι κά­τοι­κοί της ποτέ δεν τα­λαι­πω­ρή­θη­καν από προ­βλή­μα­τα υγιει­νής.

Δυο ολό­λευ­κες εκ­κλη­σί­ες, ενταγ­μέ­νες κά­πο­τε στον πυκνό πο­λε­ο­δο­μι­κό ιστό, απο­τε­λούν σή­με­ρα τη ζω­ντα­νή εξαί­ρε­ση στην αφη­μέ­νη από τον χρόνο Κα­στρο­πο­λι­τεία. Η Πα­να­γιά, άλ­λο­τε μη­τρο­πο­λι­τι­κός ναός και ο πα­λιό­τε­ρος Αγιος Γε­ώρ­γιος ο Γλυ­καυ­λής, δύο υπέ­ρο­χες μο­νό­κλι­τες βα­σι­λι­κές με γα­λά­ζιους τρού­λους, απο­τε­λούν την ωραιό­τε­ρη χρω­μα­τι­κή πι­νε­λιά στο εσω­τε­ρι­κό του βε­νε­τσιά­νι­κου κά­στρου, που τα τε­λευ­ταία χρό­νια συ­ντη­ρεί­ται συ­στη­μα­τι­κά.

Μά­λι­στα, κά­ποια κα­στρι­νά σπί­τια ανα­στη­λώ­νο­νται, ενώ το δί­κτυο με τα λι­θό­στρω­τα καλ­ντε­ρί­μια οδη­γεί πε­ρι­με­τρι­κά στα ωραιό­τε­ρα ση­μεία θέας. Και τι θέα…

Μια τε­ρά­στια δί­χρω­μη πε­τα­λού­δα με ανοιγ­μέ­να φτερά που μοιά­ζει πα­ρα­συρ­μέ­νη στους αέ­ρη­δες του Αι­γαί­ου. Και γύρω από το κά­στρο οι πα­λιές γει­το­νιές της Χώρας με τα κα­τά­λευ­κα σπί­τια και τα στενά σο­κά­κια.

Για ψά­ρε­μα στην Ανά­λη­ψη (ή Μαλ­τε­ζά­να)
%IMAGEALT%

Πρώτα η γει­το­νιά του Καράη στα δυ­τι­κά με το μο­να­δι­κό σύ­νο­λο των 9 οι­κο­γε­νεια­κών μο­νό­χω­ρων κα­μα­ρο­σκέ­πα­στων ναών με διά­τα­ξη έξι και τρεις. Στα νότια και ανα­το­λι­κά η μονή της Πα­να­γιάς της Πορ­τα­ΐ­τισ­σας με το μαρ­μά­ρι­νο κα­μπα­να­ριό και στα βό­ρεια η Με­γά­λη Πα­να­γιά κυ­κλώ­νουν τα τείχη.

Βου­τιές σε Κα­μι­νά­κια, Λι­βά­δι, Βά­τσες

Η πα­ρα­λία του Λι­βα­διού βρί­σκε­ται σε πολύ κο­ντι­νή από­στα­ση από τη Χώρα. Στα βο­ρειο­δυ­τι­κά του κα­τα­πρά­σι­νου οι­κι­σμού μια τε­ρά­στια τε­χνη­τή λίμνη συ­γκρα­τεί τα νερά της βρο­χής και των ρε­μά­των και προ­σφέ­ρει τα μέ­γι­στα στην ύδρευ­ση και άρ­δευ­ση της Αστυ­πά­λαιας. Η ει­κό­να μιας γα­λά­ζιας λί­μνης εν μέσω ενός κα­τά­ξε­ρου το­πί­ου πραγ­μα­τι­κά ξαφ­νιά­ζει. Ο κά­θε­τος δρό­μος από το φράγ­μα προς τη θά­λασ­σα είναι ου­σια­στι­κά η κοίτη του πο­τα­μού που γεν­νιέ­ται κάθε φορά που η λίμνη τεί­νει να υπερ­χει­λί­σει.

Με­ση­με­ρια­νή ηρε­μία στα σο­κά­κια της Χώρας
%IMAGEALT%

Η πε­ριο­χή του Λι­βα­διού είναι η πιο πα­ρα­γω­γι­κή και εύ­φο­ρη, γε­μά­τη πορ­το­κα­λιές, μα­ντα­ρι­νιές και λίγα αμπέ­λια, ενώ και η πα­ρα­λία του Λι­βα­διού είναι η πλέον ορ­γα­νω­μέ­νη. Ξα­πλώ­στρες, τα­βέρ­νες, εστια­τό­ρια, κα­φε­τέ­ριες και τα πιο όμορ­φα ξε­νο­δο­χεία (ει­δι­κά στην πε­ριο­χή του Αγίου Βα­σι­λεί­ου) αγνα­ντεύ­ουν την απε­ρα­ντο­σύ­νη της θά­λασ­σας, μα πάνω απ’ όλα την υπέ­ρο­χη ει­κό­να του βε­νε­τσιά­νι­κού κά­στρου.

Μετά από μια μικρή στάση στο εκ­κλη­σά­κι του Αγίου Βα­σι­λεί­ου, που πε­ρι­βάλ­λε­ται από τα εξαι­ρε­τι­κά μω­σαϊ­κά της πα­λαιο­χρι­στια­νι­κής βα­σι­λι­κής, παίρ­νω τον δρόμο για το εσω­τε­ρι­κό του Εξω Νη­σιού, αφή­νο­ντας στα αρι­στε­ρά μου τις μι­κρές αλλά προ­νο­μια­κές πα­ρα­λί­ες με τη συ­γκλο­νι­στι­κή θέα στη Χώρα και στο Κά­στρο.

Γλυ­κιά πε­ρι­πέ­τεια

Τζα­νά­κια, Πάπ­που, Αγιος Κων­στα­ντί­νος και Λά­ντες προ­σεγ­γί­ζο­νται με μο­νο­πά­τια ή χω­μα­τό­δρο­μους, αφή­νο­ντας πάντα μια γεύση πε­ρι­πέ­τειας σε όποιον απο­φα­σί­σει να φτά­σει ως εκεί. Ο δρό­μος ανη­φο­ρί­ζει και φτά­νει σε δια­σταύ­ρω­ση που οδη­γεί αρι­στε­ρά για Βά­τσες και δεξιά για Κα­μι­νά­κια, δύο από τις ομορ­φό­τε­ρες πα­ρα­λί­ες της Αστυ­πά­λαιας. Το τοπίο είναι πραγ­μα­τι­κά μο­να­δι­κό. Κι­τρι­νό­γκρι­ζο και άνυ­δρο, δια­κό­πτε­ται χρω­μα­τι­κά από ρε­μα­τιές που είναι γε­μά­τες ροζ πι­κρο­δάφ­νες και μικρά εγκα­τα­λειμ­μέ­να κτή­μα­τα με συ­κιές, ελιές και αμυ­γδα­λιές.

Προ­χω­ρώ­ντας για τις Βά­τσες η πε­ριο­χή απο­κτά για λίγο μα­λα­κές κα­μπύ­λες. Ενα λευκό εκ­κλη­σά­κι στέ­κε­ται μο­να­χι­κό κοντά σε δυο ρέ­μα­τα, που σχη­μα­τί­ζουν πο­τά­μι. Από εκεί ένας χω­μα­τό­δρο­μος οδη­γεί στην πα­ρα­λία των Βα­τσών στην έξοδο της χα­ρά­δρας. Η πα­ρα­λία με το ψιλό βό­τσα­λο είναι ευ­ρύ­χω­ρη, αλλά και εκτε­θει­μέ­νη σε ανέ­μους, που παίρ­νουν τη μορφή ριπών.

Οι φίλοι της πε­ρι­πέ­τειας μπο­ρούν να ανα­ζη­τή­σουν τη σπη­λιά του Νέ­γρου στο ύψωμα δεξιά της πα­ρα­λί­ας (ο εντο­πι­σμός της ει­σό­δου είναι δύ­σκο­λος), αλλά και τη δι­πλα­νή, σχε­δόν απρο­σπέ­λα­στη, πα­ρα­λία Μι­κρές Βά­τσες.

Ερη­μι­κές πα­ρα­λί­ες θα βρεί­τε ακόμα και τον Αύ­γου­στο
%IMAGEALT%

Τα Κα­μι­νά­κια είναι ο δι­πλα­νός όρμος στις Βά­τσες. Με μια βάρκα δεν θα χρεια­ζό­σα­σταν παρά ελά­χι­στα λεπτά για να την προ­σεγ­γί­σε­τε. Το ορει­νό ανά­γλυ­φο της Αστυ­πά­λαιας απαι­τεί, όμως, εννιά χι­λιό­με­τρα σε χω­μα­τό­δρο­μο περ­νώ­ντας από σκλη­ρά τοπία, με εξαί­ρε­ση το εύ­φο­ρο ορο­πέ­διο στη θέση Αρ­με­νο­χώ­ρι και τα ριζά του βου­νού Βάρ­δια, πριν κα­τη­φο­ρί­σει στη φη­μι­σμέ­νη πα­ρα­λία. Η θά­λασ­σα, η σκιά των αρ­μυ­ρι­κιών και το εστια­τό­ριο με τις το­πι­κές νο­στι­μιές είναι η κα­λύ­τε­ρη απο­ζη­μί­ω­ση για τη γλυ­κιά τα­λαι­πω­ρία…

Ελαιώ­νες και κα­τοι­κιές στο Εξω Νησί

Ο δρό­μος που ξε­κι­νά­ει από τους Μύ­λους για το εσω­τε­ρι­κό του Εξω Νη­σιού ανη­φο­ρί­ζει γρή­γο­ρα, πα­ρέ­χο­ντας πα­νο­ρα­μι­κή θέα στον Πέρα Γιαλό και το Κά­στρο. Σύ­ντο­μα απο­κα­λύ­πτο­νται, σε όλο τους το με­γα­λείο, ο στε­νός ισθμός που ενώ­νει το Εξω με το Μέσα Νησί, ο βό­ρειος και ο νό­τιος κόλ­πος της Αστυ­πά­λαιας και οι διά­στι­κτες βρα­χο­νη­σί­δες που επι­πλέ­ουν στα νερά τους. Τα Φω­κο­νή­σια, ο Αγιος Νι­κό­λα­ος, το Μα­ξι­λά­ρι, το Λιγνό, το Χον­δρό, η Αγία Κυ­ρια­κή, ο Κου­τσο­μύ­της και η Κού­νου­πα κά­πο­τε απο­τε­λού­σαν τις κο­ρυ­φές μιας ξηράς που κα­τα­βυ­θί­στη­κε στα νερά του Αι­γαί­ου.

Αμα­ζό­να του νη­σιού στον δρόμο προς τη Χώρα
%IMAGEALT%

Μετά απο­κα­λύ­πτε­ται και το πα­νό­ρα­μα της τε­χνη­τής λί­μνης, ενώ ο δρό­μος στρέ­φε­ται προς τα νο­τιο­α­να­το­λι­κά και αντι­κρί­ζει κα­τά­φα­τσα τα ψηλά αστυ­πα­λιώ­τι­κα βουνά Βάρ­δια και Φτέρα. Με αρι­στε­ρή κα­τεύ­θυν­ση προ­χω­ρά­ει κα­νείς για Κα­μι­νά­κια και Βά­τσες, ενώ με δεξιά, ακο­λου­θώ­ντας τα ριζά της Φτέ­ρας, προς Αγιο Ιω­άν­νη και Πά­νορ­μο. Εδώ, στην πε­ριο­χή της Με­σα­ριάς, υπάρ­χουν αρ­κε­τά πα­ρα­τη­μέ­να κτή­μα­τα και ερεί­πια από αγρο­τι­κές κα­τοι­κί­ες, μη ορα­τές από τη θά­λασ­σα για τον φόβο των πει­ρα­τών, που οι ντό­πιοι ονο­μά­ζουν κα­τοι­κιές.

Πρό­κει­ται για μια μο­νό­χω­ρη πρω­το­γε­νή μορφή κα­τοι­κί­ας προ­ο­ρι­σμέ­νη να εξυ­πη­ρε­τεί τις ανά­γκες μιας αγρο­κτη­νο­τρο­φι­κής εγκα­τά­στα­σης. Η έντα­ξη της κα­τοι­κί­ας και των βοη­θη­τι­κών χώρων (βου­δό­σπι­το, αλώνι, στέρ­να, φούρ­νος) στον πε­ρι­βάλ­λο­ντα χώρο ήταν τόσο σοφή που ακόμα και τώρα, με μορφή ερει­πί­ων, οι κα­τοι­κιές στο­λί­ζουν σαν αυ­θε­ντι­κά μου­σεια­κά εκ­θέ­μα­τα μιας πε­ρα­σμέ­νης επο­χής το μο­να­δι­κό, σε χρώ­μα­τα και σκλη­ρά­δα, τοπίο του Εξω Νη­σιού.

Οι μύλοι της Χώρας
%IMAGEALT%

Ο χω­μα­τό­δρο­μος συ­νε­χί­ζει προς τα βό­ρεια και ατε­νί­ζει πια τις δυ­τι­κές ακτές του Εξω Νη­σιού, που ανά­με­σα στα θα­λασ­σο­δαρ­μέ­να βρά­χια σχη­μα­τί­ζουν μι­κρές πα­ρα­λί­ες (Κα­τσι­δό­νι, Κλε­φτο­λί­μα­νο), εξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λες στην προ­σέγ­γι­ση.

Λίγα χι­λιό­με­τρα χω­μά­τι­νης δια­δρο­μής με τα κα­τσί­κια να καλ­πά­ζουν μπρο­στά μου και να με οδη­γούν μέχρι τον από­κο­σμο κόλπο του Πά­νορ­μου, στο βο­ρειό­τε­ρο ση­μείο του Εξω Νη­σιού. Αν η σε­λή­νη είχε θά­λασ­σες και πα­ρα­λί­ες, κάπως έτσι θα ήταν.

Κλει­στός κόλ­πος ο Πά­νορ­μος, αλλά με μπού­κα στον Βορρά, δεν θε­ω­ρεί­ται κα­θό­λου ασφα­λής για αγκυ­ρο­βό­λιο, αφού οι αέ­ρη­δες στρι­φο­γυ­ρί­ζουν μα­νια­σμέ­να δη­μιουρ­γώ­ντας πολύ επι­κίν­δυ­νες ριπές και κυ­μα­τι­σμούς. Το κά­τα­σπρο εκ­κλη­σά­κι του Αγίου Νι­κο­λά­ου και το δάσος με τις ροζ πι­κρο­δάφ­νες συ­μπλη­ρώ­νουν τον ανα­πά­ντε­χο χρω­μα­τι­κό συν­δυα­σμό του εξω­γή­ι­νου το­πί­ου.

Η το­πο­θε­σία του Αγίου Ιω­άν­νη (δια­σταύ­ρω­ση 5,5 χι­λιό­με­τρα πριν τον Πά­νορ­μο) είναι η πλέον συ­γκλο­νι­στι­κή στην Αστυ­πά­λαια. Είναι ο μύθος και τα ερεί­πια του άπαρ­του βυ­ζα­ντι­νού Κά­στρου που οι ντό­πιοι ονο­μά­ζουν Πα­λαιό­κα­στρο και που μόνο ο Χαϊ­ρε­ντίν Μπαρ­μπα­ρό­σα εκ­πόρ­θη­σε, κατά τον 16ο αιώνα, όταν του απο­κα­λύ­φθη­κε το μυ­στι­κό μο­νο­πά­τι.

Είναι το λευκό εκ­κλη­σά­κι, κα­μα­ρο­σκέ­πα­στο και σταυ­ροει­δές, που ατε­νί­ζει το πέ­λα­γος και τις νη­σί­δες Οφι­δού­σα και Πο­ντι­κού­σα. Είναι το τρε­χού­με­νο νερό που κυλά χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι, ο κα­ταρ­ρά­κτης, τα πε­ρι­βό­λια, ο ελαιώ­νας, οι κα­ρυ­διές, οι συ­κιές κι οι αμυ­γδα­λιές που πνί­γουν τη ρε­μα­τιά.

Οι Πλά­κες σε κερ­δί­ζουν με τους επί­πε­δους ορι­ζό­ντιους βρά­χους και τα κρυ­στάλ­λι­να νερά τους
%IMAGEALT%

Είναι το από­το­μο μο­νο­πά­τι που συ­να­ντά το πο­τά­μι που τρέ­χει πε­ντα­κά­θα­ρο νερό και, μέσα σε δάσος από πι­κρο­δάφ­νες, κα­τη­φο­ρί­ζουν μαζί στην έρημη πα­ρα­λία του Αγίου Ιω­άν­νη.

Στην κοι­λά­δα της Μαλ­τε­ζά­νας και στο Μέσα Νησί

Ο δρό­μος για το Μέσα Νησί περ­νά­ει από τον στενό ισθμό της Αστυ­πά­λαιας. Το τοπίο από τον Πέρα Γιαλό μέχρι και την Ανά­λη­ψη είναι αφι­λό­ξε­νο και θα­λασ­σο­δαρ­μέ­νο, άνυ­δρο και υπερ­βο­σκη­μέ­νο, επι­βα­ρη­μέ­νο ακόμα, μέχρι το Μαρ­μά­ρι, με καρ­νά­για και τις εγκα­τα­στά­σεις της ΔΕΗ.

Ακο­λου­θούν οι νό­τιες πα­ρα­λί­ες του Μαρ­μα­ρί­ου με το camping, η δια­σταύ­ρω­ση για το νέο λι­μά­νι του Αγίου Αν­δρέα, οι πα­ρα­λί­ες Μικρό και Με­γά­λο Στενό (εκεί ακρι­βώς που είναι και το στε­νό­τε­ρο ση­μείο του ισθμού, μόλις 105 μέ­τρων) και οι Πλά­κες με τους επί­πε­δους ορι­ζό­ντιους βρά­χους και τα κρυ­στάλ­λι­να νερά.

Ο κλει­στός κόλ­πος του Πά­νορ­μου, με μπού­κα στον Βορρά
%IMAGEALT%

Ο δρό­μος που οδη­γεί στο αε­ρο­δρό­μιο συ­νε­χί­ζει για το ξω­κλή­σι της Αγίας Βαρ­βά­ρας και τερ­μα­τί­ζει στην πα­ρα­λία της Χρυ­σής Ακτής (εξω­τι­κή, πα­ρό­τι εκτε­θει­μέ­νη στον βοριά), στον βό­ρειο κόλπο της Αστυ­πά­λαιας.

Η Ανά­λη­ψη ή Μαλ­τε­ζά­να είναι ο δεύ­τε­ρος με­γα­λύ­τε­ρος οι­κι­σμός του νη­σιού με 150 κα­τοί­κους.

Ιδιαί­τε­ρα εύ­φο­ρο μέρος, η Ανά­λη­ψη ονο­μα­ζό­ταν μέχρι το 1961 Μαλ­τε­ζά­να από τους Μαλ­τέ­ζους πει­ρα­τές που χρη­σι­μο­ποιού­σαν τον ασφα­λή όρμο της ως κρη­σφύ­γε­το και ορ­μη­τή­ριο στις επι­δρο­μές που επι­χει­ρού­σαν στο Αι­γαίο.

Η κα­τα­πρά­σι­νη δρο­σε­ρή κοι­λά­δα, που τα τε­λευ­ταία χρό­νια ανα­πτύσ­σε­ται και του­ρι­στι­κά, κα­τα­λή­γει σε προ­στα­τευ­μέ­νη από τον βοριά πα­ρα­λία σκια­σμέ­νη με δε­κά­δες αρ­μυ­ρί­κια.

Εχουν βρε­θεί στοι­χεία που μαρ­τυ­ρούν ότι η Ανά­λη­ψη ήταν δια­χρο­νι­κός τόπος κα­τοί­κη­σης, ενώ κατά πε­ριό­δους ήκ­μα­ζε. Τα ρω­μαϊ­κά λου­τρά Τα­λα­ρά με τα δια­κο­σμη­μέ­να δά­πε­δα (ξε­χω­ρί­ζει ο ζω­δια­κός κύ­κλος) και η πα­λαιο­χρι­στια­νι­κή βα­σι­λι­κή Κα­ρέ­κλη στον Σχοι­νώ­ντα με το θαυ­μά­σιο μω­σαϊ­κό, ενι­σχύ­ουν αυτή τη θε­ω­ρία. Στην πα­ρα­λία του Σχοι­νώ­ντα υπάρ­χει ακόμα ένα μνη­μείο Γάλ­λων ναυ­τι­κών που προ­τί­μη­σαν να αυ­το­α­να­τι­να­χτούν για να μην πέ­σουν στα χέρια πει­ρα­τών και κά­ποιες γρα­φι­κές ψα­ρο­τα­βέρ­νες.

Βιο­μη­χα­νι­κά ίχνη κι ένα μικρό φιόρδ

Μετά τον Σχοι­νώ­ντα αρ­χί­ζει πάλι χω­μα­τό­δρο­μος. Οι βό­ρειες πα­ρα­λί­ες Ψιλή Αμμος και Με­γά­λο Βάι, οι τε­λευ­ταί­ες πα­ρα­λί­ες πριν το Μέσα Νησί, δέ­χτη­καν τη με­γα­λύ­τε­ρη μανία του φο­νι­κού κύ­μα­τος του Ιου­λί­ου του 1956. Αγ­γί­ζει τα όρια της φα­ντα­σί­ας, αλλά είναι πέρα για πέρα αλη­θι­νό ότι ένα κύμα με ύψος 20 μέτρα χτύ­πη­σε αυτήν την πλευ­ρά του νη­σιού, προ­ξε­νώ­ντας δια­χρο­νι­κές αλ­λοιώ­σεις στο έδα­φος της Αστυ­πά­λαιας.

Το κα­θο­λι­κό της μονής του Αγίου Ιω­άν­νη
%IMAGEALT%

Μπαί­νο­ντας στο Μέσα Νησί το τοπίο αλ­λά­ζει άρδην. Ο φλύ­σχης δίνει τη θέση του στα ασβε­στο­λι­θι­κά εδάφη που φι­λο­ξε­νούν σχίνα, θα­μνώ­δη κυ­πα­ρίσ­σια και άλλα είδη χα­μη­λής βλά­στη­σης. Αλλο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα του Μέσα Νη­σιού είναι τα δε­κά­δες ασβε­στο­κά­μι­να -πλέον ανε­νερ­γοί- που πα­ρή­γαν ασβέ­στη για όλα τα Δω­δε­κά­νη­σα χρη­σι­μο­ποιώ­ντας σαν καύ­σι­μη ύλη αρ­χι­κά τα ξύλα των θά­μνων και αρ­γό­τε­ρα μα­ζούτ.

Το με­γα­λύ­τε­ρο ασβε­στο­κά­μι­νο της Αστυ­πά­λαιας βρί­σκε­ται στον όρμο Αγρε­λί­δι και μαζί με τον μι­σο­βου­λιαγ­μέ­νο γε­ρα­νό φορ­το­εκ­φορ­τώ­σε­ων είναι τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρα ση­μά­δια μιας νη­σιώ­τι­κης βιο­μη­χα­νί­ας που έσβη­σε ορι­στι­κά.

Η Χώρα και ο Πέρα Για­λός
%IMAGEALT%

Το Αγρε­λί­δι ερή­μω­σε και από αν­θρώ­πους και από πε­ρι­βό­λια.

Τα σπι­τά­κια ρή­μα­ξαν, η γοη­τεία όμως του κλει­στού κόλ­που δια­τη­ρεί­ται με το μικρό εκ­κλη­σά­κι του Αγίου Νι­κο­λά­ου, με τη σκια­σμέ­νη πα­ρα­λία στο Τουρ­κο­πή­γα­δο, με τη χα­μη­λή νη­σιώ­τι­κη βλά­στη­ση που πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζει τη γα­λα­νή θά­λασ­σα.

Ο δρό­μος ανη­φο­ρί­ζει πα­ράλ­λη­λα με το ρέμα της Βιό­λας.

Το ασβε­στο­λι­θι­κό έδα­φος δεν επι­τρέ­πει την ύπαρ­ξη επι­φα­νεια­κών υδά­των στο κατά τα άλλα πρά­σι­νο Μέσα Νησί, ενι­σχύ­ο­ντας ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο τη γοη­τευ­τι­κή αντί­θε­ση (σε τοπίο και ύπαρ­ξη νερού) των δύο φτε­ρών της πε­τα­λού­δας.

Δυο χι­λιό­με­τρα μετά τη δια­σταύ­ρω­ση του Αγρε­λι­διού ο δρό­μος χω­ρί­ζει. Ακο­λου­θώ τον κε­ντρι­κό­τε­ρο αρι­στε­ρό κλάδο και κα­τευ­θύ­νο­μαι προς το Βαθύ, τον πιο ασφα­λή κόλπο του νη­σιού με μειο­νέ­κτη­μα, όμως, το πολύ μικρό του βάθος σε κά­ποια ση­μεία (μόλις 2,8 μ.).

Στο Εξω και το Μέσα Βαθύ (απέ­χουν πε­ρί­που 2 χλμ.) κα­τοι­κούν ελά­χι­στοι άν­θρω­ποι αν και τα ευ­ρή­μα­τα δεί­χνουν κα­τοί­κη­ση από τους αρ­χαί­ους χρό­νους, λόγω κυ­ρί­ως του ασφα­λούς αγκυ­ρο­βο­λί­ου.

Η νη­σί­δα του Αγίου Φωκά απο­κό­πη­κε από την Αστυ­πά­λαια το 1956
%IMAGEALT%

Ενας μι­κρός κά­μπος, κά­ποιες κα­τοι­κιές σε καλή κα­τά­στα­ση, το ερει­πω­μέ­νο βιο­μη­χα­νι­κό ασβε­στο­κά­μι­νο και η θέα του μι­κρού φιόρδ στα χρώ­μα­τα της δύσης από το εκ­κλη­σά­κι του Αγίου Νι­κο­λά­ου ήταν οι τε­λευ­ταί­ες ει­κό­νες από το βό­ρειο Μέσα Νησί.

Στον νη­σά­κι του Αγίου Φωκά

Το ξη­μέ­ρω­μα της τε­λευ­ταί­ας μέρας με βρί­σκει στο κά­στρο. Ολα είναι βαμ­μέ­να στα χρώ­μα­τα της αυγής. Ο νους γυρ­νά­ει πάλι στο ξη­μέ­ρω­μα (ήταν ακρι­βώς 5:12) της 9ης Ιου­λί­ου 1956. Πώς θα φαί­νο­νταν άραγε από εδώ ψηλά τα δρα­μα­τι­κά φαι­νό­με­να του αδειά­σμα­τος της θά­λασ­σας και της επι­στρο­φής του νερού με γι­γά­ντια κύ­μα­τα από Βορρά και Νότο;

Πο­λύ­χρω­μη αστυ­πα­λιώ­τι­κη αρ­χι­τε­κτο­νι­κή
%IMAGEALT%

Στο νη­σά­κι του Αγίου Φωκά, κοντά στο ακρω­τή­ριο Που­λά­ρης του νό­τιου Μέσα Νη­σιού, με πλη­ρο­φό­ρη­σαν ότι θα έβλε­πα με τον πιο απτό τρόπο τις συ­νέ­πειες (όχι πάντα κα­τα­στρο­φι­κές) του σει­σμού του 1956. Μια λω­ρί­δα ξηράς που απο­κό­πη­κε, σχη­μα­τί­ζο­ντας μια και­νούρ­για νη­σί­δα που βα­φτί­στη­κε με το όνομα της μι­κρής εκ­κλη­σιάς που «πήρε μαζί της».

Παίρ­νω πάλι τον μακρύ δρόμο για το Μέσα Νησί και στη δια­σταύ­ρω­ση για Βαθύ στρί­βω δεξιά στον δρόμο που σκαρ­φα­λώ­νει στην ψη­λό­τε­ρη κο­ρυ­φή του Μέσα Νη­σιού, τον Κα­στελ­λά­νο (366 μέτρα), που στη διάρ­κεια της Ιτα­λο­κρα­τί­ας (1912-1943) φι­λο­ξε­νού­σε ιτα­λι­κό οχυρό και στρα­τό­πε­δο. Η θέα του νό­τιου κόλ­που και όλου του Αι­γαί­ου στα ανα­το­λι­κά πραγ­μα­τι­κά συ­γκλο­νί­ζει. Ο χω­μα­τό­δρο­μος γί­νε­ται δύ­σβα­τος και κα­τη­φο­ρί­ζει προς την εκ­κλη­σιά της Πα­να­γιάς της Που­λα­ρια­νής.

Χα­μη­λή βλά­στη­ση, με­λίσ­σια -που πα­ρε­μπι­πτό­ντως πα­ρά­γουν κα­τα­πλη­κτι­κό θυ­μα­ρί­σιο μέλι-, τσο­πά­νι­κες κα­λύ­βες, η εκ­κλη­σιά της Πα­να­γιάς κι ένα μικρό μο­νο­πά­τι που κα­τα­λή­γει απέ­να­ντι από το μικρό νη­σά­κι με τη λευκή εκ­κλη­σιά του Αγίου Φωκά.

Το σει­σμι­κό κύμα κυ­ριο­λε­κτι­κά «κα­τά­πιε» τη λω­ρί­δα ξηράς και δη­μιούρ­γη­σε ένα αβα­θές θα­λάσ­σιο πέ­ρα­σμα με τιρ­κουάζ νερά και έντο­να ρεύ­μα­τα. Είναι η επι­το­μή της επί­πτω­σης ενός βί­αιου φυ­σι­κού φαι­νο­μέ­νου που δίνει μια νέα ομορ­φιά στο τοπίο. Ο,τι πρέ­πει για το τε­λευ­ταίο βά­πτι­σμα στα νερά της Αστυ­πά­λαιας.

Για τους φί­λους της ανα­ζή­τη­σης

Το ασβε­στο­κά­μι­νο μένει να θυ­μί­ζει τα παλιά (Αγρε­λί­δι)
%IMAGEALT%
  • Κά­στρο Αγ. Ιω­άν­νη – Πα­ρα­λία Αγ. Ιω­άν­νη: Από την πα­νέ­μορ­φη εκ­κλη­σία του Αγίου Ιω­άν­νη και προς τα αρι­στε­ρά ξε­κι­νά το από­το­μο μο­νο­πά­τι προς την πα­ρα­λία. Το τοπίο με τα τρε­χού­με­να νερά, τις πι­κρο­δάφ­νες και τους μι­κρούς κα­ταρ­ρά­κτες αιφ­νι­διά­ζει. Η πα­ρα­λία είναι συ­νή­θως έρημη αφού λίγοι δο­κι­μά­ζουν την από ξηράς πρό­σβα­ση.
  • Πα­να­γία Που­λα­ρια­νή – Αγ. Φωκάς: Από την εκ­κλη­σία της Πα­να­γί­ας ακο­λου­θεί­τε νότια κα­τεύ­θυν­ση με το ύψωμα της Βί­γλας στα αρι­στε­ρά σας και τη θά­λασ­σα στα δεξιά σας. Μετά από 15 λεπτά θα βρί­σκε­στε απέ­να­ντι από τη νη­σί­δα του Αγίου Φωκά.
  • Βάρ­δια με θέα την Ανάφη: Το πα­νό­ρα­μα της Αστυ­πά­λαιας και όχι μόνο… Οι έχο­ντες όρεξη για πε­ζο­πο­ρία θα ανα­ζη­τή­σουν το εκ­κλη­σά­κι του Αϊ-Γιώρ­γη στο βουνό της Βάρ­διας και θα συ­νε­χί­σουν να ανη­φο­ρί­ζουν μέχρι το κο­λο­νά­κι της ΓΥΣ. Τις διαυ­γείς ημέ­ρες η θέα φτά­νει μέχρι την Αμορ­γό, την Ανάφη και την Κά­λυ­μνο.
  • Κου­τσο­μύ­της και Κού­νου­πα: Παρ­θέ­να ερη­μο­νή­σια στα ανοι­χτά της Αστυ­πά­λαιας (προ­σβά­σι­μα με εκ­δρο­μι­κό κα­ρα­βά­κι όταν το επι­τρέ­πει ο και­ρός).

    Κεί­με­νο – Φω­το­γρα­φί­ες: Αντώ­νης Δήμας ΕΘΝΟΣ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.