ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ξενοδοχειακή εταιρεία επιτάσσεται να καταβάλει 344.128,08 ευρώ στο Ελληνικό Δημόσιο

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση

19 έτη δι­ήρ­κη­σε η αντι­δι­κία γνω­στής ξε­νο­δο­χεια­κής εται­ρεί­ας με το Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο γύρω από την εγκυ­ρό­τη­τα πρω­το­κόλ­λου αυ­θαί­ρε­της χρή­σης που της επι­βλή­θη­κε το 2000 και το οποίο ανέ­κο­ψε, μέχρι να απο­φαν­θεί αμε­τα­κλή­τως ο Αρειος Πάγος ότι οφεί­λει να κα­τα­βά­λει απο­ζη­μί­ω­ση ύψους 344.128,08 ευρώ για το χρο­νι­κό διά­στη­μα από 1.1.1993 έως 31.10.2000!

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να με την υπ’ αρίθμ. 1045/2019 από­φα­ση του Α2 Πο­λι­τι­κού Τμή­μα­τος του Αρεί­ου Πάγου απορ­ρί­φθη­κε η από 5 Μαΐου 2017 αί­τη­ση ανώ­νυ­μης ξε­νο­δο­χεια­κής εται­ρεί­ας για αναί­ρε­ση της υπ’ αριθ. 13/2017 απο­φά­σε­ως του Τρι­με­λούς Εφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου.

Η έν­δι­κη δια­φο­ρά άρ­χι­σε με την από 25 Νο­εμ­βρί­ου 2000 ανα­κο­πή της εται­ρεί­ας, που κα­τα­τέ­θη­κε στο Μο­νο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου. Εκ­δό­θη­καν οι απο­φά­σεις: 1534/2002 του ίδιου Δι­κα­στη­ρί­ου, 244/2008 μη ορι­στι­κή και 35/2012 ορι­στι­κή του Εφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου.

Κατά της τε­λευ­ταί­ας αυτής από­φα­σης ασκή­θη­κε αναί­ρε­ση και εκ­δό­θη­κε η 235/2014 από­φα­ση του Αρεί­ου Πάγου, η οποία αναί­ρε­σε την από­φα­ση 35/2012 από­φα­ση του Εφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου και πα­ρέ­πεμ­ψε την υπό­θε­ση προς πε­ραι­τέ­ρω εκ­δί­κα­ση στο πιο πάνω Εφε­τείο, συ­γκρο­τού­με­νο από άλ­λους δι­κα­στές.

Στη συ­νέ­χεια εκ­δό­θη­κε η 13/2017 από­φα­ση του Εφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου, την αναί­ρε­ση της οποί­ας ζή­τη­σε η εται­ρεία.

Το Εφε­τείο Δω­δε­κα­νή­σου που επι­λή­φθη­κε της υπο­θέ­σε­ως μετά την προς αυτό πα­ρα­πο­μπή υπό της υπ’ αριθ. 235/2014 απο­φά­σε­ως του Α1 Πο­λι­τι­κού Τμή­μα­τος του Αρεί­ου Πάγου, αφού δί­κα­σε, κατά τη δια­δι­κα­σία των ασφα­λι­στι­κών μέ­τρων, την έφεση της αναι­ρε­σεί­ου­σας κατά της απο­φά­σε­ως του Μο­νο­με­λούς Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου, με την οποία είχε απορ­ρι­φθεί η από 25-11-2000 ανα­κο­πή της αναι­ρε­σεί­ου­σας κατά του πρω­το­κόλ­λου, εκ­δο­θέ­ντος εις βάρος της υπό του Προϊ­στά­με­νου της Κτη­μα­τι­κής Υπη­ρε­σί­ας, περί κα­θο­ρι­σμού απο­ζη­μιώ­σε­ως για αυ­θαί­ρε­τη χρήση τμή­μα­τος του κοι­νό­χρη­στου αι­για­λού και της δη­μό­σιας πα­ρα­λί­ας – κα­θό­ρι­σε την απο­ζη­μί­ω­ση την οποία οφεί­λει να κα­τα­βά­λει στο Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο για το χρο­νι­κό διά­στη­μα από 1.1.1993 έως 31.10.2000, στο συ­νο­λι­κό ποσό των 117.261.644 δρχ., ή 344.128,08 ευρώ.

Η προ­σβαλ­λο­μέ­νη από­φα­ση, ωστό­σο όπως κρί­θη­κε, δη­μο­σιεύ­θη­κε την 16-1-2017, ήτοι μετά την ισχύ του άρ­θρου 326 παρ. 3 του νόμου 4072/1912, εντεύ­θεν δεν υπό­κει­ται σε αναί­ρε­ση!

Η εται­ρεία είχε δια­μαρ­τυ­ρη­θεί αρ­χι­κώς για το ότι η επί­μα­χη έκτα­ση, για την οποία εκ­δό­θη­κε το πρω­τό­κολ­λο, δεν απο­τε­λεί αι­για­λό και πα­ρα­λία. Είχε το­νί­σει εξάλ­λου ότι δεν συ­νέ­τρε­χαν οι νό­μι­μες προ­ϋ­πο­θέ­σεις έκ­δο­σης του πρω­το­κόλ­λου. Επι­πλέ­ον η εται­ρεία δεν με­τέ­σχε και ούτε κλη­τεύ­θη­κε να με­τά­σχει στην οποια­δή­πο­τε εξα­κρί­βω­ση των ορίων αι­για­λού και πα­ρα­λί­ας, η μετά πα­ρέ­λευ­ση τόσου χρό­νου σύ­ντα­ξη και κοι­νο­ποί­η­ση του πρω­το­κόλ­λου…συ­νι­στά κα­τά­χρη­ση δι­καιώ­μα­τος.

Με το υπ’ αριθ. 53/2000 πρω­τό­κολ­λο κα­θο­ρι­σμού απο­ζη­μί­ω­σης, που εξέ­δω­σε ο Προϊ­στά­με­νος της Κτη­μα­τι­κής Υπη­ρε­σί­ας Δω­δε­κα­νή­σου, η ανα­κό­πτου­σα υπο­χρε­ώ­θη­κε να κα­τα­βά­λει στο Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο, ως απο­ζη­μί­ω­ση για αυ­θαί­ρε­τη χρήση αι­για­λού και πα­ρα­λί­ας, επι­φά­νειας 8.692 τ.μ., το συ­νο­λι­κό ποσό των 117.261.644 δρχ., για το χρο­νι­κό διά­στη­μα από 1.1.1993 έως 31.10.2000.

Η εκ­κα­λού­σα-ανα­κό­πτου­σα δεν αμ­φι­σβή­τη­σε και δεν αμ­φι­σβη­τεί την εκ μέ­ρους της κα­το­χή της άνω εδα­φι­κής έκτα­σης, την επ’ αυτής ανέ­γερ­ση κτι­σμά­των, καθώς και τη χρήση τους από την ίδια, αλλά ισχυ­ρί­στη­κε, ότι είναι άκυρο το προ­σβαλ­λό­με­νο πρω­τό­κολ­λο, διότι εκ­δό­θη­κε χωρίς να τη­ρη­θεί η απαι­τού­με­νη από τα άρθρα 5 και 6 του α.ν. 2344/1940 δια­δι­κα­σία για τον κα­θο­ρι­σμό του επί­δι­κου ακι­νή­του ως αι­για­λού και πα­ρα­λί­ας.

Το Ανώ­τα­το Ακυ­ρω­τι­κό είχε δε­χτεί με προη­γού­με­νη από­φα­σή του ότι υπό την άνω έν­νοια ο αι­για­λός απο­τε­λεί φυ­σι­κή δη­μό­σια κτήση και ως εκ τού­του δεν απαι­τεί­ται έντα­ξη και εν­σω­μά­τω­ση του αι­για­λού στη δη­μό­σια κτήση με ει­δι­κή πράξη της διοί­κη­σης, αλλά είναι ως εκ της φύ­σε­ως του δη­μό­σιο κτήμα, η δε κατά το άρθρο 2 του α.ν. 2344/1940 διοι­κη­τι­κή πράξη κα­θο­ρι­σμού των ορίων του αι­για­λού δεν έχει την έν­νοια έντα­ξης, αλλά γί­νε­ται για το ασφα­λές της ανα­γνώ­ρι­σης αυτού.

Κοι­νό­χρη­στο πράγ­μα επί­σης, απο­τε­λεί και η πα­ρα­λία, ήτοι η προ­σαυ­ξά­νου­σα τον αι­για­λό και προς δια­πλά­τυν­ση αυτού ορι­ζό­με­νη λω­ρί­δα από την πα­ρα­κεί­με­νη ξηρά μέχρι πλά­τους 20 μέ­τρων και τελεί υπό το ίδιο νο­μι­κό κα­θε­στώς με τον αι­για­λό.

Πε­ραι­τέ­ρω, πα­ράλ­λη­λα προς τις περί αι­για­λού δια­τά­ξεις, οι οποί­ες επε­κτά­θη­καν και στη Δω­δε­κά­νη­σο, εφαρ­μό­ζε­ται σ’ αυτή η δια­τη­ρη­θεί­σα σε ισχύ, ιτα­λι­κή νο­μο­θε­σία περί κτη­μα­το­λο­γι­κού κα­νο­νι­σμού, σύμ­φω­να με την οποία τα δη­μό­σια κτή­μα­τα ανή­κουν στην Κυ­βέρ­νη­ση της Κτή­σε­ως (Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο) και υπο­διαι­ρού­νται σε κτή­μα­τα κοι­νής χρή­σης και κτή­μα­τα πε­ριου­σια­κά (ιδιω­τι­κής πε­ριου­σί­ας του Δη­μο­σί­ου). Απο­τε­λούν μέρος των κτη­μά­των κοι­νής χρή­σε­ως: α) ο αι­για­λός, ο οποί­ος ορί­ζε­ται μέχρι του ορίου του μέ­γι­στου συ­νή­θους χει­μέ­ριου κύ­μα­τος, επι­πλέ­ον δε αυτός πε­ρι­λαμ­βά­νει, έξω από τα αστι­κά κέ­ντρα, μία ζώνη δώ­δε­κα μέ­τρων από το όριο αυτού και β) οι θα­λάσ­σιες πα­ρα­λί­ες, οι οποί­ες ορί­ζο­νται μέχρι το όριο κάθε άλλης ιδιο­κτη­σί­ας δη­μό­σιας ή ιδιω­τι­κής.

Το­νί­στη­κε επί­σης ότι στη Δω­δε­κά­νη­σο και μά­λι­στα έξω από τα αστι­κά κέ­ντρα, ο αι­για­λός πε­ρι­λαμ­βά­νει, πέραν του ορίου που φθά­νει το σύ­νη­θες ανώ­τα­το χει­μέ­ριο κύμα, και μια λω­ρί­δα πλά­τους 12 μέ­τρων, ενώ για την ύπαρ­ξη της πα­ρα­λί­ας δεν είναι ανα­γκαία η τή­ρη­ση της δια­δι­κα­σί­ας του άρ­θρου 6 του ν. 2344/1940, αλλά αυτή εκτεί­νε­ται πέραν του αι­για­λού και μέχρι του ορίου κάθε άλλης δη­μό­σιας ή ιδιω­τι­κής ιδιο­κτη­σί­ας.

Είχε κρί­νει ωστό­σο ότι δεν ανα­φέ­ρε­ται στο δια­μορ­φω­θέν κατά πι­θα­νο­λό­γη­ση απο­δει­κτι­κό πό­ρι­σμα του Εφε­τεί­ου αν η επί­μα­χο εδα­φι­κό τμήμα απο­τε­λεί εδα­φι­κή έκτα­ση που εντάσ­σε­ται στη βρε­χό­με­νη από το μέ­γι­στο σύ­νη­θες χει­μέ­ριο κύμα χερ­σαία ζώνη και στην αμέ­σως επό­με­νη λω­ρί­δα πλά­τους 12 μέ­τρων (αι­για­λός) και πέραν αυτού αν εκτεί­νε­ται, ως πα­ρα­λία, στο συ­νε­χό­με­νο έδα­φος μέχρι το όριο της πρώ­της δη­μό­σιας ή ιδιω­τι­κής ιδιο­κτη­σί­ας.

Η έλ­λει­ψη αυτή αι­τιο­λο­γί­ας κα­θι­στά ανέ­φι­κτο τον έλεγ­χο της συν­δρο­μής των όρων εφαρ­μο­γής των πιο πάνω δια­τά­ξε­ων ου­σια­στι­κού δι­καί­ου στο κρί­σι­μο για τη διά­γνω­ση του κύ­ρους του προ­σβαλ­λό­με­νου πρω­το­κόλ­λου προ­δι­κα­στι­κό ζή­τη­μα της ιδιό­τη­τας της επί­μα­χης έκτα­σης ως αι­για­λού και πα­ρα­λί­ας, δη­λα­δή ως δη­μό­σιου κτή­μα­τος.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.